Οι Τούρκοι προσβλέπουν στον προσκυνηματικό τουρισμό και για τον λόγο αυτό τα τελευταία χρόνια δίνουν το πράσινο φως, προκειμένου να αναστηλωθούν οι κατεστραμμένες ορθόδοξες εκκλησίες, σε περιοχές που επί αιώνες έζησαν οι Ελληνες.

Πέραν των μεγάλων προσκυνημάτων, όπως είναι η Παναγία Σουμελά, αυτή τη φορά η Τούρκοι αποφάσισαν να αναστηλώσουν το παλαιότερο μοναστήρι του Ευξείνου Πόντου, το οποίο μετά το 1922 είχε αφεθεί στην τύχη του και στα χέρια ιερόσυλων. Πρόκειται για το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος, το οποίο είχε σχεδόν καταρρεύσει και είχε λεηλατηθεί με βάρβαρο τρόπο, προκαλώντας την οργή των επισκεπτών, οι οποίοι σε μια προσπάθεια να συγκινήσουν τις τουρκικές αρχές, έγραφαν συνθήματα - μηνύματα στους μισογκρεμισμένους τείχους για άμεση αποκατάσταση των ζημιών.

Τον περασμένο μήνα, ο δήμαρχος της Ματσούκας, όπου υπάγεται το μοναστήρι, Κοράι Κοτσχάν, ανακοίνωσε ότι είναι θέμα χρόνου να γίνει ο διαγωνισμός για το έργο της αναστήλωσης.

Με νεότερες δηλώσεις του στο τουρκικό πρακτορείο Doğan, προσδιορίζει τον χρόνο έναρξης των εργασιών μέσα στο 2020 και σημειώνει ότι πρόκειται για ένα μεγάλο πρότζεκτ του υπουργείου Τουρισμού της Τουρκίας, για το οποίο χρησιμοποιούνται και ευρωπαϊκά κονδύλια.

Η μονή Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα υπήρξε η αρχαιότερη στον Πόντο, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή μονή. Χτίστηκε κατά την παράδοση, στα 270 μ.Χ. στη Ματσούκα, κοντά στα χωριά Σαχνόη και Κουνάκα, 40 περίπου χιλιόμετρα Νότια της Τραπεζούντας και δίπλα στον Πρύτανη ποταμό.
Η ονομασία της προήλθε από παραφθορά της ονομασίας Ζαβουλών.

Η μονή καταστράφηκε πολλές φορές, κυρίως από Πέρσες και Τούρκους. Το 490 μ.Χ. καταστρέφεται τελείως από τους Πέρσες, οι οποίοι κατάσφαξαν και τους 400 μοναχούς της μονής. Η μονή επανιδρύθηκε τον 6ο αιώνα, σε κοντινή τοποθεσία, δίπλα στη σκήτη του Προφήτη Ηλία, μετά την απελευθέρωση των ανατολικών περιοχών από τους Πέρσες, από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τον στρατηγό Βελισάριο.

Στη βυζαντινή και στη μεταβυζαντινή περίοδο, η μονή προσέφερε σπουδαίες θρησκευτικές, πνευματικές και εθνικές υπηρεσίες στον Ελληνισμό του Πόντου, αναδεικνυόμενη σε θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο της περιοχής. Ιδιαίτερη φήμη απέκτησε στα χρόνια της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1204-1461).

Κατά τα έτη των αναταραχών και των πολέμων, αποτελούσε καταφύγιο και πηγή σωτηρίας κάθε καταδιωκόμενου, οιουδήποτε θρησκεύματος και δόγματος. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, το 1821 ο ηγούμενος της μονής, Χρύσανθος, κατόρθωσε να αποτρέψει γενική σφαγή των χριστιανών 40 χωριών της Ματσούκας, ενώ εκατοντάδες Αρμένιοι διασώθηκαν από τους μοναχούς της μονής το έτος 1915, κατά τη γενοκτονία των Αρμενίων.

Η μονή είχε πολλές δωρεές και χρυσόβουλα των βυζαντινών αυτοκρατόρων, των Κομνηνών, ακόμη και Ρώσων. Από το πλούσιο αρχείο της μονής και τους 5 κώδικες που είχε, διασώθηκε μόνο ένας κώδικας, ο οποίος βρίσκεται στο μουσείο του Λένινγκραντ.

Τελευταίος ηγούμενος της μονής, ήταν ο πολύ πνευματικός και μορφωμένος Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης, ο οποίος το τελευταίο διάστημα πριν την καταστροφή, απουσίαζε στην περιοχή της Κριμαίας - Καυκάσου, για έρανο υπέρ της μονής. Κατά την καταστροφή της μονής, το 1922, ο εκτελών χρέη τοποτηρητή της μονής, τότε ιερομόναχος και κατόπιν Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Αμαραντίδης, διέσωσε την εικόνα της αποτομής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, την οποία και φύλαξε, αρχικά στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου (Πανοράματος) Σερρών και αργότερα στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας Τούμπας Σερρών.

Η περιοχή της Ματσούκας βρίσκεται στην καρδιά του Πόντου, μεταξύ της Τραπεζούντας και της Αργυρούπολης, ανάμεσα στα παράλια του Εύξεινου και τα όρη Κουλαντάγ – Ζύγανα – Παρυάδρης, που αποτελούν τη διαχωριστική οριογραμμή Ματσούκας – Χαλδίας και ορθώνονται σε υψόμετρο άνω των 2.500 μέτρων. Αλλα βουνά της περιοχής είναι το Καράκαπαν, το Χορόζνταγ, το όρος Μελά κα.

Από τις βόρειες υπώρειες των βουνών αυτών αρχίζουν τη ροή τους τρία ποτάμια, ο Πρύτανης, το ποτάμι της Παναγίας Σουμελά και το ποτάμι της Μουλάκας, τα οποία ενώνονται στο ύψος της πόλης της Ματσούκας και σχηματίζουν το θρυλικό Πυξίτη ή Δαφνοπόταμο, όπου και το χιλιοτραγουδισμένο γεφύρι της Τρίχας.

Το όνομα της περιοχής εικάζεται πως προέρχεται από το ματσούκι, το ραβδί που κρατάει ο άνθρωπος όταν αμύνεται ή επιτίθεται. Θεωρείται ότι οι κάτοικοι της Ματσούκας, από την αρχαιότητα μέχρι την ανακάλυψη των πυροβόλων όπλων, ήταν οπλισμένοι με ραβδιά – ματσούκια, αφού η ζωή τους ήταν συνυφασμένη με την προστασία της Διάβασης της Ζύγανας και του Δρόμου του Μεταξιού, που οδηγούσε στο λιμάνι της Τραπεζούντας. Στην Ανω Ματσούκα άλλωστε και συγκεκριμένα στην Κουνάκα, μέχρι πριν την ανταλλαγή, δεν υπήρχε άνθρωπος χωρίς να κρατάει τη «ματσούκα», το «στουράκ’», κατά την τοπική διάλεκτο.

Η περιοχή μέχρι το 1923 ήταν αρκετά αραιοκατοικημένη, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και χωριζόταν στις περιφέρειες Κάτω Ματσούκας, Ανω Ματσούκας, Παναγίας Σουμελά, Γαλίανας και Μουλάκας.

Στην ορεινή επαρχία της Ματσούκας βρίσκονταν και οι εξαρχιακές και Σταυροπηγιακές μονές της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Βαζελώνα και του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα.