Toυ Ιωσήφ Κόκκινου

Γεννήθηκε το 1410 στην Ιθάκη και ονομαζόταν Γιώργος Λασκαρίδης. Λέγεται ότι η οικογένειά του ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατη και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει ευρεία μόρφωση. Τα πρώτα του ερεθίσματα στην παιδεία τα πήρε το 1418 από τον πατέρα Τιμόθεο της Μονής Καθαρών. Ο νεαρός τότε Γεώργιος παρακολούθησε στη συνέχεια λατινικά, ιταλικά και γαλλικά στη σχολή του Ζαχαρία Αγγέλου. Πνεύμα ανήσυχο, γνωρίζεται με τον ιατροφιλόσοφο Παράσχο Κουζούλη και αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική.

Στα δεκαπέντε του χρόνια μελετούσε τη Θεολογία και είχε εξαιρετικές επιδόσεις στη Μονή της Παναγίας Ομαλών, κοντά στο χωριό Λειβαθώ. Στη συνέχεια κατατάχθηκε στον στρατό, στα τμήματα της Ενετικής Φρουράς του Καρόλου Α’ Τόκκου.

Το 1427 μετέβη στον Μυστρά, για να φοιτήσει στη Σχολή Φιλοσοφίας του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με τον μετέπειτα Δεσπότη του Μυστρά και αργότερα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Το 1431, σε ηλικία 21 ετών, κατατάχθηκε εθελοντικά ως αξιωματικός στις Δυνάμεις του Ελληνικού Βυζαντινού Στρατού και μάλιστα του απονεμήθηκε ο βαθμός του Εκατόνταρχου.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Γεώργιος (Ραφαήλ) κάποια στιγμή, όπως καταγράφεται στον βίο του, γνώρισε τον γέροντα Ιωάννη. Εκείνος του έδειξε τον δρόμο προς την ασκητική ζωή.

Σύμφωνα με την ιστορία, ήταν Χριστούγεννα, όταν ο γέροντας Ιωάννης έφυγε από το μέρος όπου ασκήτευε και πήγε στους στρατιώτες, προκειμένου να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Κατέβηκε ξανά στα Θεόφανεια και τότε ο Γεώργιος αποφάσισε να εγκαταλείψει τους υπόλοιπους στρατιώτες και να ακολουθήσει τον μοναχό Ιωάννη.

Επί έξι μήνες ο Γεώργιος βίωσε τον απόλυτο μοναχισμό. Μακριά από τα εγκόσμια, ορκίστηκε πίστη στον Χριστό, εκάρη μοναχός από τον ηγούμενο της Μονής Τιμίου Προδρόμου και πήρε το όνομα Ραφαήλ από τον Αρχάγγελο, ο οποίος λέγεται ότι σε όραμα τον είχε φωτίσει με άρρητα μηνύματα του Θεού. Ο Ραφαήλ έζησε κοντά στον γέροντά του μέχρι την κοίμησή του και στη Μονή Τιμίου Προδρόμου για δύο χρόνια ακόμα, ως διάκονος, ιερέας και έπειτα ως αρχιμανδρίτης.

Δίδαξε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας για λίγο και στον Ναό του Αγίου Δημητρίου Μυροβλύτη στην Αθήνα, που κατόπιν ονομάστηκε Λουμπαρδιάρης.

Η γνωριμία με τον Νικόλαο

Ο Ραφαήλ, με πρόταση του Γεώργιου Φραντζή και του Αυτοκράτορα, έγινε αρχιμανδρίτης και πρωτοσύγκελος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μάλιστα, λόγω της ευρείας μόρφωσής του, το Φανάρι τον έστειλε αποστολή στην πόλη της Γαλλίας Μορλέ, όπου και γνώρισε για πρώτη φορά τον σπουδαστή Νικόλαο. Ο Νικόλαος είχε γεννηθεί το 1424, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και η οικογένειά του ήταν αρκετά πλούσια. Λέγεται ότι έκανε έντονη κοσμική ζωή. Ομως, από την πρώτη στιγμή που συνάντησε τον Ραφαήλ, όλα άλλαξαν για εκείνον και αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Ο Ραφαήλ, αφού τον χειροτόνησε διάκονο, του ανέθεσε αποστολές σε διάφορους τόπους, προκειμένου να κηρύττει την Ορθοδοξία.

Ο πατήρ Ραφαήλ και ο διάκονός του, Νικόλαος, βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, όταν ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος οργάνωσε (12 Δεκεμβρίου του 1452) συλλείτουργο στην Εκκλησία της Αγίας Σοφίας, με αντιπρόσωπο του πάπα τον καρδινάλιο Ισίδωρο. Ο Ραφαήλ αρνήθηκε να παραστεί, όπως και ο Νικόλαος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξοριστούν και οι δύο στην Αίνο.

Οταν έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, βρέθηκαν και οι δυο πρόσφυγες στην Αλεξανδρούπολη. Στη συνέχεια, κατέφυγαν στο νησί της Λέσβου. Οι δυο άγιοι έτυχαν εγκάρδιας υποδοχής από τους ντόπιους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται στον βίο τους, ο προεστός Βασίλειος και ο δάσκαλος Θεόδωρος, τους οδήγησαν στη Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου στις Καρυές (αναστηλώθηκε το 1433), λίγα χιλιόμετρα έξω από το κέντρο της Μυτιλήνης.

Την περίοδο εκείνη οι άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος συνδέθηκαν με δυνατή φιλία με τον προεστό Βασίλειο, του οποίου, μάλιστα, ο Ραφαήλ βάπτισε την κόρη, Ειρήνη, αλλά και με τον διδάσκαλο Θεόδωρο.

Αρχές Νοεμβρίου του 1461, οι Τούρκοι πολιόρκησαν το νησί της Λέσβου. Περίπου έναν χρόνο αργότερα, οι κάτοικοι, μη αντέχοντας τη βαριά φορολογία, επαναστάτησαν.

Τη Μεγάλη Παρασκευή, στο τέλος της Ακολουθίας του Επιταφίου, οι Τούρκοι εισέβαλαν στο μοναστήρι, μέσα στο οποίο είχαν βρει καταφύγιο κάτοικοι του νησιού, όπου συνέλαβαν, βασάνισαν και θανάτωσαν τους αγίους.

Αποκάλυψη

Πεντακόσια χρόνια κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό για τους αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο, Ειρήνη και τους υπολοίπους που μαρτύρησαν –έως το 1959- οπότε οι άγιοι άρχισαν να εμφανίζονται στους κατοίκους του νησιού και να αποκαλύπτουν τον τόπο όπου βρίσκονταν τα λείψανά τους.

Σύμφωνα με όλα όσα έχουν καταγραφεί, στις 22 Ιουνίου του 1959 ξεκίνησαν εργασίες σε ένα κτήμα που ανήκε στην οικογένεια Ράλλη, στον λόφο Καρυές. Σκοπός της οικογένειας ήταν να ανεγερθεί εκεί ένα εκκλησάκι. Λίγο αργότερα ξεκίνησαν και οι απαραίτητες εργασίες. Λέγεται πως το έργο του εργάτη δυσκόλευε ένας μεγάλος βράχος, τον οποίον με κόπο, τελικά, κατάφερε να απομακρύνει.

Τότε, έκπληκτος διαπίστωσε ότι εκεί υπήρχε μια μικρή κολώνα σπασμένη, που στηριζόταν πάνω σε μια πλάκα. Κτυπώντας την πλάκα με τον κασμά, άκουσε έναν υπόκωφο κρότο. «Ή σε πηγάδι έπεσα ή σε θησαυρό… Την άνοιξα, αλλά είδα σκοτάδι», αφηγείται ο ίδιος. Εκείνη τη στιγμή μια ευχάριστη ευωδιά πλημμύρισε την ατμόσφαιρα. Ο άγνωστος νεκρός είχε τα χέρια σταυρωμένα. Το κεφάλι του ήταν αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα και έλειπε το κάτω σαγόνι. Διακρινόταν το σχήμα του σταυρού.

Μια μαύρη πάχνη σκέπαζε όλα τα οστά. Στη συνέχεια, το παιδί έπιασε ένα-ένα όλα τα οστά και ο εργάτης τα έπαιρνε και τα έβαζε σ’ ένα σακί στη ρίζα ενός δέντρου.

Αργότερα, ανακαλύφθηκαν τα λείψανα του αγίου Νικολάου, της αγίας Ειρήνης και των λοιπών μαρτύρων. Οι άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη και οι συν αυτοίς τιμώνται δύο ημέρες μετά το Αγιο Πάσχα.