Γεννημένος στην Πέργαμο της Μικρά Ασίας κατά τους πρώτους Αποστολικούς χρόνους (1ο αιώνα μ.Χ.), ο Άγιος Αντίπας ξεχώρισε από πολύ μικρή ηλικία για το ταλέντο του στα γράμματα. Έτσι, φοίτησε στην Ιατρική Σχολή της Περγάμου και άσκησε το επάγγελμα του γιατρού, και συγκεκριμένα του οδοντιάτρου, με πολύ μεγάλη επιτυχία. Για αυτό και έχει ανακηρυχθεί επίσημα άγιος προστάτης των οδοντιάτρων.

Γνώρισε από κοντά τους Αποστόλους, από τους οποίους και μυήθηκε στον Χριστιανισμό. Εκείνη την περίοδο κήρυτταν στη Μικρά Ασία οι Απόστολοι Παύλος και Ιωάννης ο Θεολόγος. Ακούγοντας, λοιπόν, τον θείο λόγο τους, αποφάσισε να ασπαστεί τον Χριστό και ένιωσε να αλλάζει ριζικά η ζωή του. Ακόμα και πριν βαπτιστεί Χριστιανός, ο Άγιος Αντίπας  ξεχώριζε για την καλοσύνη του και την ευσπλαχνία του. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια που εργάστηκε ως οδοντίατρος, έδειξε πως δεν τον ενδιέφερε η υλική ανταμοιβή, αλλά αποκλειστικά και μόνο η θεραπεία των αρρώστων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο Απόστολος Ιωάννης αναφέρει το όνομα του αγίου στο έργο του Αποκάλυψη, όπου τον παρουσιάζει ως πιστό ιερέα και μάρτυρα.

 

Θεραπευτής ψυχών

Όταν ασπάστηκε τη Χριστιανοσύνη, συνέχισε να εργάζεται ως γιατρός, αλλά ασχολήθηκε και με την ιεραποστολή. Πλέον, ασχολούνταν με τη θεραπεία όχι μόνο των σωμάτων, αλλά και των ψυχών των ανθρώπων. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έγινε γνωστός σε ολόκληρη την Πέργαμο ως ο « μεγάλος γιατρός της φοβέρας νόσου των δοντιών».

Το 70 μ.Χ. ο Άγιος Αντίπας  χειροτονήθηκε από τους 12 Αποστόλους επίσκοπος Περγάμου, μετά τον θάνατο του πρώτου επισκόπου Γαΐου. Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για τη Χριστιανοσύνη, εξαιτίας των διωγμών, ο άγιος, έχοντας ως όπλο τη δύναμη της πίστης του, συνέχισε να εργάζεται με ακόμα μεγαλύτερο πάθος για τη διάδοση και εδραίωση του Χριστιανισμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως εκείνα τα χρόνια η χριστιανική κοινότητα της Περγάμου ήταν ιδιαίτερα μικρή και αδύναμη, καθώς υπερτερούσαν οι ειδωλολάτρες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Άγιος Αντίπας  έπρεπε να παλέψει για να προστατέψει τους πιστούς του αλλά και τον εαυτό του. Σύμφωνα με τον βίο του, δεν ασχολήθηκε μόνο με το ποίμνιό του, αλλά και με τον ίδιο, ώστε να γίνει καλύτερος. Γύμναζε τακτικά και το σώμα του, αλλά και τον νου μέσω νηστειών, αγρυπνιών και προσευχών.

Το 70 μ.Χ. ο Άγιος Αντίπας  χειροτονήθηκε από τους 12 Αποστόλους επίσκοπος Περγάμου, μετά τον θάνατο του πρώτου επισκόπου Γαΐου

Το σπουδαίο έργο του, όμως, ως επισκόπου προκάλεσε και πολλές αντιδράσεις στον κόσμο της Περγάμου, και συγκεκριμένα σε τοπικούς άρχοντες, ιερείς των ειδώλων, μάγους, κερδοσκόπους και ειδωλολάτρες, οι οποίοι άρχισαν να σκέφτονται με ποιον τρόπο θα αποδυνάμωναν και θα εξόντωναν τον Ιεράρχη Αντύπα. Παρ’ όλα αυτά, ο άγιος δεν φοβήθηκε ούτε για μια στιγμή. Συνέχισε το ιεραποστολικό του έργο, αλλά και τη θεραπεία των αρρώστων, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Όταν η χριστιανική κοινότητα άρχισε να αποκτά κάποια μορφή δύναμης, οι ειδωλολάτρες και Εβραίοι της Περγάμου απευθύνθηκαν στον τότε αυτοκράτορα Δομιτιανό, με σκοπό να φυλακίσει τον Αντύπα. Εκείνος, που ήταν εναντίον των Χριστιανών, ζήτησε να συλλάβουν αμέσως τον επίσκοπο και να τον οδηγήσουν μπροστά του. Ο Δομιτιανός προσπάθησε να πείσει τον Άγιο να ασπαστεί την ειδωλολατρία και να αρνηθεί τον Χριστιανισμό. Όπως ήταν φυσικό, οι βίαιες προσπάθειές του δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

 

«Άπιστος δεν γίνομαι»

Έπειτα από πολλές ώρες βασανιστηρίων, ο επίσκοπος είπε χαρακτηριστικά: «Φρικτό λάθος κάνεις άρχοντα και τρομερή βλασφημία ξεστομίζεις. Εγώ άπιστος δεν γίνομαι. Με κανένα τρόπο δεν θα αρνηθώ τον Κύριό μου, τον Ιησού Χριστό. Στο παντοδύναμο όνομά Του και τη σωτήριο διδασκαλία Του πιστεύω. Εκείνα πιστεύω. Τον Λόγο Εκείνου διδάσκω και κηρύττω. Για το όνομα Εκείνου είμαι έτοιμος να πεθάνω, όχι μία, αλλά χίλιες φορές...». Αγανακτισμένος, ο αυτοκράτορας παρέδωσε τον άγιο στους ειδωλολάτρες και τους επέτρεψε να τον κάνουν ότι θέλουν. Εκείνοι τότε αποφάσισαν να τον θανατώσουν με έναν από τους πιο οδυνηρούς και φρικιαστικούς τρόπους. Τον τοποθέτησαν σε μια κούφια κοιλιά ενός χάλκινου βοδιού, τον κλείδωσαν εκεί μέσα και άρχισαν να τοποθετούν ξύλα γύρω από το χάλκινο ομοίωμα, με σκοπό να τον κάψουν ζωντανό. Κάποιος από το πλήθος διάβασε ένα κείμενο το οποίο ανέφερε την καταδίκη του αγίου και ύστερα έβαλαν φωτιά στα ξύλα. Μέσα σε λίγη ώρα άρχισε ο χαλκός να καίγεται, αλλά δεν ακουγόταν τίποτα από μέσα, παρά μόνο η προσευχή του επισκόπου: « Βοήθησέ με, Κύριε, να γίνει το θέλημά Σου... Βοήθησέ με να τελειώσω αυτό το μαρτύριο νικητής!». Το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο και παρακολουθούσε το μαρτύριο εντυπωσιάστηκε με την ηρεμία του γέροντα και απορούσε πώς άντεχε τον πόνο. Όταν άρχισε να καίγεται και το εσωτερικό του χάλκινου βοδιού, ο τόπος πλημμύρισε με άρωμα λιβανιού, κάτι που τάραξε τους ειδωλολάτρες.

Όταν ο άγιος άφησε την τελευταία του πνοή, παρέλαβαν με ιδιαίτερη προσοχή και συγκίνηση τα λείψανά του και τα έθαψαν στην εκκλησία της Περγάμου. Λέγεται πως από τον τάφο του ανάβλυζε άγιο μύρο, το οποίο είχε θαυματουργικές ικανότητες και θεράπευσε πολλούς αρρώστους.

Η Εκκλησία μας αναγνώρισε επίσημα τον Άγιο Αντύπα το 1966, καθιερώθηκε προστάτης των οδοντιάτρων και από τότε η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 11 Απριλίου , την ημερομηνία που βασανίστηκε.

Μέρη των λειψάνων του φυλάσσονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και πολλές εκκλησίες χτίστηκαν στη μνήμη του. Οι πρώτοι ναοί που χτίστηκαν ήταν ένας στην Κωνσταντινούπολη κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. και ένας μεταξύ των χωριών Αγίου Στεφάνου και Ρηγίου (Κιουτσούκ-Τσεκμετζέ).

 

Στην Πάτμο

Μικρό μέρος του λειψάνου του βρίσκεται στον ναό του Αγίου Αντύπα που βρίσκεται στον περίβολο της Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών, όπου κάθε χρόνο μαζεύεται πλήθος κόσμου για να γιορτάσει τη μνήμη του και να προσκυνήσει. Τμήμα της κάρας του φυλάσσεται και στην Ιερά Μονή της Πάτμου, όπου τιμάται και εκεί η μνήμη του στις 11 Απριλίου. Στο νησί της Λέσβου, ο άγιος είναι γνωστός ως «Άγιος Δοντάς» και έχουν κτιστεί τρεις ναοί προς τιμήν του, στην Αγιάσο, στο Πλωμάρι και στο Μεγαλοχώρι. Ναοί έχουν κτιστεί και σε άλλα νησιά, όπως στη Σίφνο, τη Σαντορίνη, την Πάρο, την Τήνο, τη Νάξο αλλά και την Κύπρο. Όπως είπαμε και παραπάνω, τα ιερά λείψανα του αγίου είναι μοιρασμένα. Συγκεκριμένα, η δεξιά χείρα φυλάσσεται στη Μονή του Αγίου Διονυσίου στο Άγιο Όρος, η κάτω γνάθος στη μονή της Μεγίστης Λαύρας και η ωλένη της χειρός στην ιερά μονή του Προφήτη Ηλία της Θήρας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εικόνες του αγίου, λόγω της παλαιότητάς τους. Μια από αυτές φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και χρονολογείται στα τέλη του 13ου αιώνα. Επίσης, υπάρχουν άλλες τέσσερις εικόνες, αρκετά παλαιές, που βρίσκονται στη Μονή Κουτουλμουσίου και Αγίου Διονυσίου στο Άγιος Όρος, στη Μονή Σταυροβουνίου της Κύπρου και στο Μουσείο Μπενάκη Αθηνών.