Θέμα χρόνου είναι πλέον η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, 47 χρόνια μετά το κλείσιμό της από τις τουρκικές αρχές. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος σε μέλη της ΑΧΕΠΑ που τον επισκέφθηκαν στο Φανάρι, το ζήτημα της επαναλειτουργίας της σχολής εξετάστηκε κατά την πρόσφατη συνάντηση που είχε ο ίδιος στην Αγκυρα με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν και τον υπουργό Εξωτερικών κ. Μελβούτ Τσαβούσογλου, όπου έλαβε τη διαβεβαίωση ότι σύντομα θα ανοίξει τις πύλες της.

Πρόκειται για μια σημαντικότατη εξέλιξη, για την οποία όλα τα προηγούμενα χρόνια ο κ.Βαρθολομαίος έδωσε σημαντικές μάχες εντός και εκτός της Τουρκίας.

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε το 1844. Από τότε, η Σχολή εκπαίδευε νέους κληρικούς, καλύπτοντας τις ανάγκες θρησκευτικής λειτουργίας και πνευματικής διακονίας του Οικουμενικού Θρόνου και των απανταχού Ορθοδόξων.

Μέχρι το 1971, η Σχολή υπαγόταν απ’ ευθείας στο υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας και το καθεστώς της το ρύθμιζε ο «Κανονισμός λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης». Αυτός εγκρίθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1951, με απόφαση του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου του υπουργείου Παιδείας της Τουρκίας και τον επικύρωσε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 5 Οκτωβρίου 1951. Τέθηκε σε εφαρμογή στις 3 Οκτωβρίου 1953. Οι τουρκικές αρχές διέκοψαν τη λειτουργία της το 1971, με πρόσχημα την απαγόρευση από την τουρκική νομοθεσία της ιδιωτικής ανώτατης θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αλλά ο ίδιος ο εγκεκριμένος από τις αρχές Κανονισμός λειτουργίας της, την χαρακτηρίζει επαγγελματική σχολή, η οποία παρέχει εκπαίδευση τουλάχιστον ενός έτους μετά το λύκειο.

Πάγιο αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η επαναλειτουργία της Σχολής υπό το, προ του 1971, καθεστώς. Το αίτημα αυτό έχει διατυπωθεί επισήμως και κατ’ επανάληψιν. Το Πατριαρχείο επιθυμεί τη φοίτηση σε αυτή όλων των ορθοδόξων, ανεξαρτήτως ιθαγενείας. Επίσης, επιθυμεί να διδάσκουν σε αυτή και μη τουρκικής ιθαγένειας καθηγητές, όπως συνέβαινε και παλαιότερα. Με τον τρόπο αυτό, η Σχολή θα διατηρήσει την αυτονομία της και θα αποφευχθεί η δημιουργία προβλημάτων εκκοσμίκευσης, που είναι αντίθετη στην αληθή φύση της Σχολής ως Θρησκευτικού Σεμιναρίου προπαρασκευής για το στάδιο της ιεροσύνης.

Η επαναλειτουργία της Σχολής αποτελεί κατ’ ουσίαν υποχρέωση της Τουρκίας έναντι των πολιτών της, τα θρησκευτικά δικαιώματα των οποίων σαφώς παραβιάζονται από την, επί τέσσερεις, περίπου, δεκαετίες, υποχρεωτική διακοπή της λειτουργίας της. Συγκεκριμένα, προσβάλλεται ευθέως το δικαίωμα μίας Εκκλησίας να εκπαιδεύει τους κληρικούς της, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλων διεθνών κειμένων, που αναφέρονται στα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα και δεσμεύουν την Τουρκία. Το θέμα συνιστά σημαντικό σημείο στο κεφάλαιο των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες πρέπει να επέλθουν για τη βελτίωση της καταστάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής της και καταγράφεται σε όλα τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Ενωσης (π.χ. βλ. ετήσιες Εκθέσεις Προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Αναμένεται δε να συνεχίσει να απασχολεί την Ευρωπαϊκή Ενωση στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Οι πέντε ιστορικές περίοδοι της Σχολής

Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης βρίσκεται σε λόφο, που ονομάζεται λόφος της Ελπίδας, στη νήσο Χάλκη, μία από τα Πριγκηπόννησα. Απέχει μία περίπου ώρα με πλοίο από την ακτή της Πόλης. Στον τόπο των εγκαταστάσεων της Σχολής βρίσκεται η Μονή της Αγίας Τριάδος, που ιδρύθηκε κατά την περίοδο των βυζαντινών χρόνων, χωρίς να έχουμε πληροφορίες για τον ακριβή χρόνο. Ανίδρυση και ανασύσταση της Μονής συνδέεται με τους Οικουμενικούς Πατριάρχες Μέγα Φώτιο, Μητροφάνη Γ’ και Γερμανό Δ’. Ο τελευταίος, ο Γερμανός Δ’ (1842-1845) επισκέφθηκε τη Μονή το 1842, είδε κατεστραμμένες και ερειπωμένες τις εγκαταστάσεις της και αφού έλαβε τη σχετική άδεια από τις τουρκικές αρχές, προχώρησε σε ανίδρυση και ανοικοδόμησή της. Την 1η Οκτωβρίου του 1844 με ειδική τελετή, επανήρχισε η λειτουργία της Ιεράς Μονής και ταυτόχρονα έγινε η έναρξη της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής.

Το κτίριο στο οποίο στεγάστηκε αρχικά η Μονή, ήταν ξύλινο. Περιλάμβανε χώρους για τη στέγαση των καθηγητών και των σπουδαστών, αίθουσες διδασκαλίας, νοσοκομείο, διευθυντήριο και το πατριαρχικό διαμέρισμα. Σε παρακείμενη λιθόκτιστη διώροφη οικοδομή στεγάστηκε η βιβλιοθήκη του ιδρύματος. Ο σεισμός όμως της 28ης Ιουνίου 1894 μετέτρεψε σε ερείπια τις εγκαταστάσεις, εκτός του ναού και ανέστειλε τη λειτουργία του.

Η σημερινή μορφή της Ιεράς Μονής και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης οφείλεται στην προσφορά του μεγάλου ευεργέτη Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ, που ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη την οικοδόμηση των νέων εγκαταστάσεων σε σχήμα Π. Το συγκρότημα της Σχολής αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και δύο ορόφους. Τα εγκαίνια έγιναν την 6ην Οκτωβρίου 1896 και συνεχίστηκε η λειτουργία της Σχολής.

Κατά τη δεκαετία του ’50 άρχισαν και προοδευτικά ολοκληρώθηκαν αρκετές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις του οικοδομικού συγκροτήματος, με στόχο την ικανοποίηση των νέων αναγκών και απαιτήσεων. Ολοκληρώθηκαν σύγχρονες εγκαταστάσεις λουτρών, εσωτερικής θερμάνσεως, μαγειρείων, ψυκτικού θαλάμου, ενώ έγινε πλήρης επισκευή της οροφής και επαναδιοργάνωση του νοσοκομείου και του διευθυντηρίου.

Στην περίοδο αυτή έγιναν και οι εργασίες επιδιορθώσεως του μοναστηριακού ναού. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις περιβάλλονται από κήπους, την αισθητική σχεδίαση και τη δημιουργία των οποίων επιμελήθηκε ο Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος. Πίσω από το ιερό βήμα του ναού της Μονής και σε ιδιαίτερο χώρο εκτός του κήπου, υπάρχουν τάφοι Πατριαρχών, Μητροπολιτών και Καθηγητών της Σχολής.

Η ιστορία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης από της ιδρύσεώς της (1844) μέχρι σήμερα, περιλαμβάνει πέντε περιόδους: την Α’, από το 1844 μέχρι το 1919. Κατά την περίοδο αυτήν, η Σχολή είχε επτά τάξεις, τέσσερις γυμνασιακές και τρεις θεολογικές, με κάποιες περιοδικές εξαιρέσεις.Τη Β’, από το 1919 μέχρι το 1923, όταν καταργήθηκε το γυμνασιακό τμήμα και η Σχολή λειτούργησε ως Ακαδημία με πέντε τάξεις.Τη Γ’, από το 1923 μέχρι το 1951, όταν επανήλθε στο παλαιό επτατάξιο σχήμα της.Τη Δ’, από το 1951 μέχρι το 1971, που η Σχολή λειτουργούσε με επτά τάξεις, τις τρεις γυμνασιακές και τις τέσσερις θεολογικές. Το 1971 η Σχολή έκλεισε, με νόμο της τουρκικής κυβερνήσεως που απαγόρευσε τη λειτουργία ιδιωτικών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τέλος, από το 1971, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις των τουρκικών αρχών, η Σχολή της Χάλκης δεν λειτουργεί. Στις εγκαταστάσεις της προσέρχονται προσκηνυματικά οι ορθόδοξοι και οι φίλοι της Ορθοδοξίας, ενώ πρόσφατα με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου διοργανώνονται διεθνή Οικολογικά Συμπόσια και Συνέδρια.

Η βιβλιοθήκη της Σχολής, που θεωρείται μία από τις πιο πλούσιες στον κόσμο σε παλαιότυπα και σπάνια βιβλία, έχει την αρχή της στους βυζαντινούς χρόνους, αφού πολλά από τα χειρόγραφά της προέρχονται από την εποχή του Θεόδωρου Στουδίτη, του ιερού Φωτίου και της Αικατερίνης της Κομνηνής. Κύριος διοργανωτής και θεμελιωτής της βιβλιοθήκης, πριν ακόμη υπάρξει η Σχολή, υπήρξε ο πατριάρχης Μητροφάνης Γ’ (1565-1572 και 1579-1580).Είναι εκείνος που μεταξύ άλλων δώρισε και 300 σπάνια χειρόγραφα, πολλά από τα οποία σώζονται σήμερα στην Αίθουσα Χειρογράφων της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης. Η βιβλιοθήκη πλουτίστηκε με διάφορες εκδόσεις από δωρεές και σημαντικές αγορές. Κύριος δωρητής της υπήρξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκει αυτή ως η δευτέρα Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, μετά από εκείνην που υπάρχει αυτοτελώς στο Φανάρι.

Πριν από τη λειτουργία της Σχολής η βιβλιοθήκη της Μονής ήταν πιθανώς εγκατεστημένη σε ιδιαίτερο χώρο του Πατριαρχείου. Μετά την ίδρυση της Σχολής, ο πατριάρχης Γερμανός Δ’ κατά τη δεύτερή του πατριαρχεία (1852-53) και με προσωπικές δαπάνες, κατασκεύασε διώροφο λιθόκτιστο κτίριο βιβλιοθήκης, που χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον σεισμό του 1894. Από το 1896 μέχρι το 1927 τα βιβλία ήσαν τοποθετημένα στη μεγάλη αίθουσα της νοτιοδυτικής πλευράς του άνω πατώματος της Σχολής. Από το 1927 και μετά βρίσκονται στη σημερινή τους θέση, στο υπόγειο της βόρειας πλευράς της Σχολής. Τμήμα ολόκληρο πρόσφατα με δαπάνη του Κ. Παμούκογλου διασκευάστηκε κατάλληλα ως αίθουσα περιοδικών, αναγνωστήριο και γραφείο του υπευθύνου της λειτουργίας της.

Δωρητές και ευεργέτες υπήρξαν, εκτός από τους προαναφερθέντες, κυρίως οι απόφοιτοι της Σχολής, πατριάρχες, ιεράρχες, και άλλοι κληρικοί, καθηγητές της, διάφοροι ομογενείς φιλάνθρωποι, αδελφές Εκκλησίες, φίλες χριστιανικές Εκκλησίες, εκκλησιαστικά ιδρύματα και μεμονωμένα άτομα. Η βιβλιοθήκη λειτουργεί υπό την εποπτεία της Συνοδικής Επιτροπής επί των Βιβλιοθηκών και υπό την επίβλεψη τριών καθηγητών της Σχολής, με διευθυντή της τον εκάστοτε βιβλιοφύλακα. Εκτός της Μεγάλης αυτής Βιβλιοθήκης υπάρχει και άλλη, η Μαθητική Βιβλιοθήκη, που ιδρύθηκε, συντηρείται και διευθύνεται από το 1923 από τους σπουδαστές της Σχολής, υπό την εποπτεία του Σχολάρχη.