Του Σταύρου Γουλούλη

Στις 15 Μαΐου εορτάζει ο Άγιος Αχίλλειος, πολιούχος Λαρίσης, αλλά εξίσου είναι γνωστός ο Αγιος Αχίλλειος, το νησί της Πρέσπας, που λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι υπήρξε έδρα της σχισματικής αρχιεπισκοπής του κράτους του Σαμουήλ (976-1018). Φέτος είναι η χιλιετία από τη λήξη των πολέμων (1018-2018) του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου με το εφήμερο αυτό καθεστώς. Τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό, αλλού είναι η ουσία, η ίδρυση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (Αχρίδα ή Ohrid, η αρχαία Λυχνιδός). Ο νικητής Βασίλειος Β’ αγνόησε την Πρέσπα και ανέδειξε την Αχρίδα, εκδίδοντας τρία σιγίλλια (1019-1020) υπέρ της νέας αρχιεπισκοπής, αυτοκέφαλο πλέον, με επικεφαλής αρχιεπίσκοπο, υπαγόμενο στον βυζαντινό αυτοκράτορα και όχι στον πατριάρχη.

Η Aρχιεπισκοπή Αχρίδος, στην οποία υπήχθησαν περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Βαλκανικής, από το Βελιγράδι έως την Ηπειρο, επιβίωσε μέχρι το 1767, δηλαδή 750 χρόνια, οπότε υπήχθη στο Πατριαρχείο Κων/πόλεως. Σήμερα προτείνεται η ανασύστασή της, στο πλαίσιο επιλύσεως του «Μακεδονικού».Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας, βέβαια, δεν αρέσκεται σε κάτι τέτοιο, θεωρώντας την Εκκλησία της θυγατρική. Η περιοχή είχε εκχριστιανισθεί από ιεραποστόλους υπό τον άγιο Κλήμη, μαθητή των Κυρίλλου και Μεθοδίου, που έστειλε μετά το 885 ο Βούλγαρος βασιλιάς Βόρης Α’, αφού ο ίδιος και ο λαός του είχαν δεχτεί το βάπτισμα (865).

Ο Βασίλειος Β’ και οι νομικοί του σύμβουλοι δικαιολόγησαν το ειδικό καθεστώς, ότι είχε εφαρμοστεί κάτι ανάλογο επί Ιουστινιανού Α’ το 535, όταν ίδρυσε στην πατρίδα του, στο σημερινό Τσαρίτσιν Γραντ (μεταξύ Σκοπίων και Νις/Ναϊσσού) την Αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής, υπαγόμενη στον αυτοκράτορα, όπως ίσχυε ήδη με την Κύπρο. Τον 6ο αιώνα υπήρχαν έκτακτες ανάγκες στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, τον μεσαίο χώρο που συνέδεε την Ανατολή και Δύση του ρωμαϊκού κράτους, λόγω προωθήσεως βαρβαρικών λαών.

Ο τίτλος που δόθηκε επί Βασιλείου Β’ήταν: «Αρχιεπισκοπή Αχριδών «Πρώτης Ιουστινιανής», «Βουλγαρίας».

Η λέξη «Βουλγαρία» εδώ δεν ελήφθη κυριολεκτικά, όπως ακριβώς έλεγαν και τότε «Θεσσαλία» την περιοχή Θεσσαλονίκης. Οι Βυζαντινοί, όπως πληροφορεί π.χ. ο νομικός Νείλος Δοξαπατρής (12ος αιώνας), είχαν απόλυτη συνείδηση επ’αυτού, ότι ηνέα Αρχιεπισκοπή δεν είχε σχέση με το παλαιότερο (επί τιμή) βουλγαρικό πατριαρχείο (934/35-971),καλύπτον περίπου τη σημερινή Βουλγαρία, αλλά καταργήθηκε από τον Τσιμισκή. Το δικαιολόγησαν ότι εδώ κατέφυγαν οι επαναστάτες το 976.

Αλλο ερωτηματικό κι αυτό. Ηταν ο Σαμουήλ Βούλγαρος; Αν ναι, τι σήμαινε τότε Βούλγαρος; Αναγορευθείς όμως από το 996/97 αυτοκράτορας, σημαίνει ότι δεν επόπτευε μόνον Βουλγάρους, αλλά και άλλους λαούς, κυρίως Ρωμαίους. Στόχευε σε μία «Ρωμαϊκή αυτοκρατορία του σλαβικού έθνους».Σε αντίθεση με το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο, οι πρώτοι Βούλγαροι που ήλθαν από τον Βόλγα με δική τους δυναστεία, μιλούσαν τουρκικά αλλά σταδιακά έμαθαν τα σλαβικά. Επειδή πρώτοι σχημάτισαν κράτος «Βουλγαρία»,συνέβη οι σλαβόφωνοι πλέον πολίτες να λέγονται «Βούλγαροι» (πολίτες της Βουλγαρίας). Ολοι οι Σλαβόφωνοι,από Δούναβη μέχρι το Ταίναρο,μπορούσαν να λέγονται Βούλγαροι.Οπότε κατανοεί κανείς το άτοπο του εγχειρήματος, ηγεμόνες όπως ο Συμεών (893-927) και μετά ο Σαμουήλ (976 κ.ε.), να θέλουν να δημιουργήσουν δική τους ρωμαϊκή αυτοκρατορία (!), ενώνοντας όλους τους Σλαβόφωνους (λατινόφωνους, Βλάχους). Οι Βυζαντινοί τους δέχτηκαν στα εδάφη τους να επιβιώσουν, όντας τότε σε επίπεδο νεολιθικής ζωής, κι εκείνοι ήθελαν αν μπορούσαν να καταλάβουν και την Κων/πολη, όπου θα βασίλευε η δυναστεία τους ή θα ενωνόταν με τη βυζαντινή.

Οτι άλλο σημαίνει «Βούλγαρος» στην παλαιά Βουλγαρία και άλλο στη Νέα Βουλγαρία της Αχρίδας, κατανοούν απόλυτα σήμερα στα Σκόπια, και ίσως δίκαια δεν θέλουν να αισθάνονται Βούλγαροι, αφού οι Σλάβοι πρόγονοί τους κατάγονται από την Κεντρική Ευρώπη. Αλλά για να αποφύγουν τον «βουλγαρισμό»,κόλλησαν στον «μακεδονισμό», λίγο αρχαιότητα, λίγο μεσαίωνα.Ακριβώς γιατί ο όρος «Μακεδονία» πουλάει, έχει οικονομικά οφέλη, όπως πουλάει ο όρος «Ελλάδα» και οι συνημμένες έννοιες. Π.χ. η «Ολυμπιακή» ήταν η πιο αναγνωρισμένη πατέντα διεθνώς. Δυστυχώς την κλείσαμε. Εμείς όμως δίνουμε βάση στο θυμικό του νοικοκύρη που τον κλέβουν,τονίζοντας την αδικία, αναξιοπρέπεια, κι όχι την οικονομικήζημιά.Αποτέλεσμα.Δεν πείθουμε πέρα από τον εαυτό μας μια Δύση, όπου το υποκειμενικό συμφέρον προηγείται της αλήθειας.

Θα τους αρκούσε μόνον ότι η Αχρίδα, χάρη στον άγιο Κλήμη, υπήρξε ένα από τα λίκνα του νέου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η περιοχή της με έναν μεικτό πληθυσμό, που περιελάμβανε σλαβόφωνους, λατινόφωνους, και ελληνόφωνους, Αλβανούς, Βουλγάρους, Αρμενίους, Σέρβους και αργότερα Τούρκους, υπήρξε πρότυπο ειρηνικής συμβίωσης.

Για την αρχιεπισκοπή Αχρίδος, η ελληνική βιβλιογραφία κατέχει ένα όντως μεγάλο σύγχρονο έργο, της Αγγελικής Δεληκάρη (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), «Η Αρχιεπισκοπή Αχριδών κατά τον Μεσαίωνα», έκδοση Studio University Press, Θεσσαλονίκη 2014. Κι ένα ερώτημα στο Υπουργείο Παιδείας: Γιατί ένα τόσο σημαντικό βιβλίο δεν το ενίσχυσε, όπως θα έκαναν στα Σκόπια, να μεταφραστεί σε νέα αγγλική έκδοση, ώστε να δει όλος ο κόσμος τι σημαίνει μια “άλλη” μορφή του ελληνόφωνου πολιτισμού, συνυπάρχοντας αρμονικά μεταξύ των βαλκανικών λαών;