Η απώλεια της Πόλης στις 29 Μαΐου του 1453 ακόμη και σήμερα αποτελεί ένα από εκείνα τα θέματα τα οποία «εμπνέουν»επώνυμους και ανώνυμους δημιουργούς, οι οποίοι αποτυπώνουν άλλοτε τη θλίψη και άλλοτε την ελπίδα, με έναν τρόπο που κρατάει ζωντανές τις εικόνες μιας μαύρης εποχής, η οποία δεν ξεπεράστηκε ποτέ.

Πρώτος ο λαός, μέσα από το δημοτικό τραγούδι «της Αγιά Σοφιάς», επικαλείται,μάλλον ως άλλοθι, το θέλημα του θεού η «Πόλη να Τουρκέψει»,ενώ κρατάει ζωντανή την ελπίδα μέσα από την υπόσχεση στην Παναγιά:  «Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι».

Την ίδια στιγμή ωστόσο, ο ανώμυνος ποιητής περιγράφει τα όσα ακολούθησαν της Αλωσης: «Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης, της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης, έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν, και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα, δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα, δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας…».

Οι Ελληνες του Πόντου, μέσα από το δημοτικό τραγούδι το οποίο και σήμερα τραγουδιέται, το «Πάρθεν η Ρωμανία», παρουσιάζουν την καταστροφή και αποθεώνουν την ελπίδα:

Εναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην,

ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,

επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον.

Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,

εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,

Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης,

έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.

Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.

«Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»

Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια

κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,

-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι

-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν.

-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Πέραν των ανώνυμων ποιητών και στη νεοελληνική λογοτεχνία εμπνέει η Αλωση.

Ο Γεώργιος Βιζυηνός στο ποίημά του «Ο τελευταίος Παλαιολόγος», το 1882, αναφερόμενος στον αυτοκράτορα μέσα από τον διάλογο γιαγιάς και εγγονού, κρατάει ζωντανό τον θρύλο της κόκκινης μηλιάς. Ο Παλαιολόγος κοιμάται και μέρα θα ξυπνήσει, μόλις η νεολαία και ο εγγονός δώσουν τον όρκο της ελευθερίας. Ολοι μαζί θα πολεμήσουν τους Τούρκους και θα τους διώξουν πέρα από την Κόκκινη Μηλιά. Ο ποιητής αξιοποιεί δύο από τους πιο γνωστούς θρύλους, του μαρμαρωμένου βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς:

Ο τελευταίος Παλαιολόγος

 

Γεώργιος Βιζυηνός (1882)

– Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα,

ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,

σαν παραμύθι τάχα;

– Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,

Πα να γενώ εκατό χρονών κι ακόμα το θυμούμαι

σαν νάταν χθες μονάχα.

– Απέθανε, γιαγιά;

– Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται.

– Και τώρα πια δεν ημπορεί

γιαγιάκα να ξυπνήση;

– Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς,

σηκώνει το κεφάλι,

και βλεπ’ αν ήρθεν η στιγμή,

πόχει ο Θεός ορίσει.

– Πότε, γιαγιά μου, πότε;

– Οταν τρανέψης, γιόκα μου,

να αρματωθείς, και κάμης,

τον όρκο στην Ελευθεριά,

συ κι όλη η νεολαία,

θα σώσετε την χώρα.

Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί

τον Τούρκο να χτυπήση.

Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα

πίσω στην κόκκινη μηλιά,

και πίσω από τον ήλιο,

που πια να μη γυρίση!

 

Ο αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, στα ποιήματά του «Πάρθεν», το 1921, αναφέρεται στο δημοτικό τραγούδι του Πόντου, «Πάρθεν η Ρωμανία», ενώ το 1923 στο «Θεόφιλος Παλαιολόγος» περιγράφει τον θάνατο του αυτοκράτορα, δίνοντας έμφαση στα τραγικά λόγια του ξαδέρφου του Κωνσταντίνου, Θεόφιλου, ο οποίος μονολόγησε: «Θέλω θανείν μάλλον η ζην»,όταν ο Κωνσταντίνος είπε σ’ αυτούς που τον περιέβαλαν πριν την τελική επίθεση των Οθωμανών:«Οποιος θέλει και μπορεί να σώσει τον εαυτό του, ας το κάνει και όποιος είναι έτοιμος να αντικρύσει τον θάνατο, ας με ακολουθήσει».

Ο Κώστας Καρυωτάκης, στο ποίημά του «Μαρμαρωμένε Βασιλιά», αναφέρεται στον ένδοξο θάνατο του Παλαιολόγου, του Τρανού, όπως ο ίδιος τον ονομάζει και επισημαίνει πως ο θρήνος δεν ταιριάζει στο πρόσωπό του. Στην τελευταία στροφή, απευθύνεται στον ίδιο και του υπενθυμίζει πως δε θα αργήσει η μέρα της λευτεριάς, αναφερόμενος στον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά και στην ελπίδα επιστροφής των χαμένων εδαφών:

 

Μαρμαρωμένε Βασιλιά

Και ρίχτηκε με τ’ άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,

το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,

και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,

εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

 

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ’ αγνό το μέτωπό του,

θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ’ αγκαλιάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε τον χαμό του.

Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

 

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,

ένας Τιτάν π’ ακόμα χτες εστόλιζ’ ένα θρόνο,

κι εσφάλισε –οϊμένανε!– για πάντ’ αυτό το στόμα,

που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν’ ελπίδες μόνο,

 

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.

Ενα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα

θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,

ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

 

Η Αγιά Σοφιά, το σύμβολο του Βυζαντίου, κυριαρχεί στις αναφορές του λαού για την άλωση:

 

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα, κι εξηνταδυό καμπάνες.

Κάθε καμπάνα και Παπάς, κάθε Παπάς και Διάκος.

Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,

κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.

Nα μπούνε στο Χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας.

φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:

«Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ’ Αγια,

παπάδες πάρτε τα ιερά, και σεις κεριά σβηστείτε,

γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.

Μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά να ‘ρθουνε τρία καράβια,

τό ‘να να πάρει το Σταυρό, και τ’ άλλο το Ευαγγέλιο,

το τρίτο το καλύτερο την Αγια Τράπεζά μας,

μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν».

H Δέσποινα εταράχτηκε, και δάκρυσαν οι εικόνες.

-Σώπασε Κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις,

πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι.

 

Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει για τον θάνατο και την ανάσταση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου:

 

Ι

Ετσι καθώς εστέκοντανορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες

στη λύπη του

 

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου. Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον

είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ –κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα.

 

Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπουςκι έβγανε απ’ όλους. Εναν που του χαμογελούσετονΑληθινόνπου ο χάρος δεν τον έπιανε

 

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια. Κι η ερημιά πολλή που να χωρά οΘεόςκι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει.

 

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν

και να φεύγουν. Και μια νύχταθυμάταισ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθημα δεν έστερξε να του σταθεί

 

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

 

II

Θεέ μου και τώρα τι. Που ‘χε με χίλιους να παλέψειχώρια με τη

μοναξιά τουποιοςαυτός που ‘ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσειτι

 

Που όλα του τα ‘χαν πάρει. Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το

τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι

 

Και μια φούχτα λουίζαπου την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού    μεσάνυχτανα το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)

 

Μεσημέρι από νύχτα. Και μήτ’ ένας πλάι του. Μονάχα οι λέξεις

του οι πιστές που ‘σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μες στο

 χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

 

Και αντίκρυσ’ όλο των τειχών το μάκροςμυρμηκιά οι χυμένεςμες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

 

«Μεσημέρι από νύχτα –όλ’ η ζωή μια λάμψη!»φώναξε κι όρμησε

μες στο σωρόσύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

 

Και αμέσως ένιωσεξεκινημένη από μακριάη στερνή χλωμάδα να τον κυριε

 

III

Τώρακαθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγοραοι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια

 

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρώνπιο μακρινώντο εικόνισμα

 

Κόρες παρθένεςφέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο    τα κλωνάρια

 

Του ‘φερναν. Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγεστη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονταιπλώρες μαύρων καραβιώντ’ αρχαία και καπνισμένα ξύλαόθεμε στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε

 

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατασωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα    θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα

 

Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστηκε ιτάμενος

 

Αυτός

ο τελευταίος Ελληνας!