Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης στις αρχές του 2ου αιώνα. Οι γονείς του, Ελληνες ειδωλολάτρες, φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος να λάβει εξαιρετική θεολογική αλλά και φιλοσοφική μόρφωση από τις σχολές του στωικισμού, της περιπατικής, του πυθαγορισμού και του πλατωνισμού.

Σπούδασε ρητορική και φολοσοφία στις σχολές της Γάζας και των Αθηνών,η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του.

Ο Θεός, βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των αναζητήσεών του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά. Κάποια ημέρα πού ο Ιουστίνος βάδιζε κοντά στη θάλασσα, συνάντησε ένα γέροντα, ο οποίος ήταν βαθύτατα καταρτισμένος στις αλήθειες των Θείων Γραφών κι έτσι μετά τον διάλογο δίδαξε στον άγιο τη χριστιανική διδασκαλία. Οταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος, ο Ιουστίνος μετέβη στη Ρώμη, όπου παρέδωσε στον αυτοκράτορα απολογία, στην οποία εξέθετε τις βασικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού και αναιρούσε όλες τις εναντίον των χριστιανών κατηγορίες και αποδείκνυε την πλάνη των ειδώλων, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Αγία Γραφή. Δια την ενέργειά του αυτή, εκλήθη και Απολογητής.

Στη Ρώμη ίδρυσε δική του σχολή, συνδυασμένη με τη λατρευτική πράξη. Οι μαθητές του ήταν ολιγάριθμοι, κυρίως μικρασιατικής και ιδίως φρυγικής καταγωγής. Μεταξύ αυτών ήταν ο Τατιανός και πιθανώς ο Ειρηναίος.

Για τον λόγο και τη δράση του συνελήφθη και αφού βασανίστηκε, αποκεφαλίστηκε περίπου το 165 μ.Χ., επί εποχής Μάρκου Αυρηλίου. Το πιθανώτερο ήταν να συντέλεσε στη σύλληψή του ο κυνικός φιλόσοφος Κρήσκης, ο οποίος έβλεπε να αυξάνει το φιλοσοφικό κύρος του Ιουστίνου. Θεωρείται και εορτάζεται ως άγιος από την Ορθόδοξη, την Καθολική και τη Λουθηρανική Εκκλησία την 1η Ιουνίου. Στο κοιμητήριο της Πρίσκιλλας στη Ρώμη βρέθηκε η ενεπίγραφη πλάκα που κάλυπτε τον τάφο του, με την επιγραφή: Μ(άρτυς) Χ(ριστού) (Ι)ΟΥCTINOC.

Η περί σπερματικού λόγου διδασκαλία του

Κατά τον Ιουστίνο, η πλήρης και αιώνια αλήθεια είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Η χάρη του Θεού παραχώρησε σπέρμα της αλήθειας αυτής τόσο στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και στους Ελληνες φιλοσόφους. Ετσι, οτιδήποτε διατυπώθηκε από τους αρχαίους Ελληνες φιλοσόφους και δεν περιέχει αντιφάσεις, αλλά είναι αληθές, είναι χριστιανικό. Η επιλεκτική αυτή στάση καθοριζόταν από την πεποίθηση κατοχής της αλήθειας στην πληρότητά της.

Ο Ιουστίνος απένατι στην ελληνική φιλοσοφία

Η στάση του απέναντι στην ελληνική φιλοσοφία απηχεί το πνεύμα της εποχής, που χαρακτηριζόταν από έναν εκλεκτικισμό. Ετσι, αναγνωρίζει τη σπουδαία ηθική διδασκαλία των στωικών, αλλά απορρίπτει τις υλιστικές, μοιραλατρικές και πανθεϊστικές τους αντιλήψεις. Επίσης, απορρίπτει την διδασκαλία του Πλάτωνα περί αθανασίας της ψυχής από τη φύση της και όχι από τον Θεό και ότι μπορεί να μεταβεί σε άλλα σώματα.

Ο Θεός και η δημιουργία του κόσμου

Υιθετώντας τις διδασκαλίες του Πλάτωνα για τον Θεό, τον χαρακτηρίζει άρρητον, ανωνόμαστον, εν τοις επουρανίοις μένοντα, δημιούργησε τον κόσμο από άμορφη ύλη. Συγκεκριμένα, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο διά μέσου ενός άλλου, κατώτερου Θεού, μέσω του οποίου μας αποκαλύφθηκε. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από την καλοσύνη του για τους ανθρώπους.

Ανθρωπολογία

Οι άνθρωποι θα καταστούν αθάνατοι εφόσον με τα έργα τους αποδειχθούν αντάξιοι της δωρεάς του, που είναι ο κόσμος. Στην αθανασία μετέχουν και η ψυχή και το σώμα, αφού μετά τον φυσικό θάνατο θα αναστηθούν και τα ανθρώπινα σώματα. Θα υπάρξουν δύο αναστάσεις νεκρών: με τη Δευτέρα Παρουσία η πρώτη των δικαίων και μια καθολική μετά από χίλια χρόνια, οπότε θα λάβει χώρα και η τελική κρίση, ανάλογα με τις πράξεις του καθενός.

Τα έργα του

Πολλά από τα έργα του Ιουστίνου έχουν χαθεί. Τα έργα που φέρουν το όνομά του και έχουν διασωθεί έως τις ημέρες μας, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

Εκείνα που είναι αδιαμφισβήτητης γνησιότητας. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι δύο Απολογίες του. Η πρώτη απευθύνεται στον Αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή και στους δύο θετούς γιους του, τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Λεύκιο Βέρο, ενώ η δεύτερη, συνταγμένη λίγο αργότερα, απευθύνεται στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο και στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Εδώ ο Ιουστίνος, επικαλούμενος τη φωνή του δικαίου, ανασκευάζει τις κατά των χριστιανών κατηγορίες, επειδή μόνον αυτοί σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία διώκονται για τα θρησκευτικά του φρονήματα. Ταυτόχρονα, προβάλει το οικουμενικό μήνυμα της χριστιανικής διδασκαλίας. Τα έργα αυτά επηρέασαν τους Τατιανό και Αθηναγόρα, ενώ ο Ευσέβιος τα εγκωμιάζει. Επίσης,στον Προς Τρύφωνα Ιουδαίον Διάλογος, που θεωρήθηκε η αρχαιότερη χριστιανική αυτοβιογραφία, παρουσιάζεται ένας διάλογος μεταξύ του Ιουστίνου και του Ιουδαίου Τρύφωνα. Επικεντρώνεται στην υπεροχή της χριστιανικής διδασκαλίας έναντι των αρχαίων φιλοσοφικών συστημάτων και του μωσαϊκού νόμου.

Εκείνα που είναι αμφίβολης γνησιότητας. Για αυτά τα έργα υπάρχει αντιλογία μεταξύ των ερευνητών, όσον αφορά το αν είναι συγγραφέας τους ο Ιουστίνος. Εντούτοις, υπάρχει συμφωνία όσον αφορά τον χρόνο συγγραφής τους, ο οποίος πιστεύεται ότι δεν ξεπερνά τον 3ο αιώνα. Τέτοια έργα είναι τα εξής: Προς Ελληνας, Λόγος Παραινετικός Προς Ελληνας, Περί Μοναρχίας, Προς Διόγνητον, αποσπάσματα από το έργο Περί Αναστάσεως, καθώς και άλλα μικρότερα αποσπάσματα. Ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία των απαρχών της υμνογραφίας θα είχε το έργο του Ψάλτης, το οποίο θα περιείχε πιαθνώς ύμνους δικούς του.

Τα έργα που αναμφίβολα δεν γράφτηκαν από τον Ιουστίνο και θεωρούνται νόθα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα εξής: Εκθεσις της Ορθής Πίστεως (αποδίδεται στον Θεοδώρητο), Αποκρίσεις Προς τους Ορθοδόξους Περί Τινων Αναγκαίων Ζητημάτων, Ερωτήσεις Χριστιανικαί Προς τους Ελληνας, Ερωτήσεις Ελληνικαί Προς τους Χριστιανούς, Προς Ζήνα και Σερήνο και Ανατροπή Δογμάτων Τινων Αριστοτελικών. Για τα δύο τελευταία δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τον χρόνο συγγραφής τους, ενώ τα υπόλοιπα είναι βέβαιο ότι γράφτηκαν μετά τη Σύνοδο της Νίκαιας.