Ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322 - 1391) ήταν Βυζαντινός μυστικιστής και συγγραφέας.

Γεννήθηκε το 1322 στην πόλη της Θεσσαλονίκης, σε μια εποχή πολιτικής παρακμής του Βυζαντίου, αλλά ταυτόχρονα και σε μια εποχή πολιτιστικής ανόδου και άνθισης των θεολογικών γραμμάτων. Ειδικότερα, την εποχή εκείνη η ορθόδοξη θεολογία βρισκόταν σε πολύ μεγάλη ακμή, μέσα από τις ησυχαστικές έριδες και την ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά. Η διδασκαλία αυτή εστίαζε στη δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει κοινωνός του άκτιστου Θείου φωτός, μέσα από την ένωσή του με τον Θεό και με τις άκτιστες θείες ενέργειές Του και χάρη στην καθαρή καρδιά και την από καρδιάς προσευχή. Πρόκειται για μυστικιστική διδασκαλία, η οποία συμπύκνωνε διαχρονικά το πραγματικό νόημα της ορθόδοξης πίστης περί της θέωσης του ανθρώπου.

Τη συγκεκριμένη βυζαντινή διδασκαλία εκπροσώπησε, μεταξύ των άλλων, και ο Νικόλαος ο Καβάσιλας, ο οποίος είναι γνωστότερος και ως «ο τελευταίος των Μυστικών». Ηταν ανιψιός του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, αλλά ο Νικόλαος κράτησε τελικά το επώνυμο του αδερφού της μητέρας του. Εκανε σπουδές στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε για ένα διάστημα στο Αγιο Ορος κοντά στον Γρηγόριο τον Παλαμά (από τον οποίο διδάχτηκε και την ησυχαστική διδασκαλία) και αναμείχθηκε με την πολιτική, την οικονομία και με θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Λόγω της άριστης Παιδείας που έλαβε, υπηρέτησε την πολιτεία και την Εκκλησία. Για μια δεκαετία κατείχε σπουδαία κυβερνητική θέση, υπό την ηγεσία του Ιωάννου ΣΤ’ Καντακουζηνού και γνώριζε καλά την υπάρχουσα κοινωνική αδικία. Παρά την αριστοκρατική καταγωγή του και την υποστήριξή του προς τον Ιωάννη Καντακουζηνό, έντονα τον προβλημάτιζε ή κοινωνική αδικία και η υπόθεση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη. Μετά την απόσυρσή του στη μοναχική ζωή, ο Καβάσιλας αφοσιώθηκε στη φιλοσοφία και τη θεολογία.

Το έργο του «Η εν Χριστώ ζωή» δεν απευθυνόταν ούτε στους μοναχούς, ούτε στους διανοουμένους, αλλά στους απλούς ανθρώπους, που ήθελαν να ζήσουν χριστοκεντρικά. Η ηθική διδασκαλία του τονίζει τη σπουδαιότητα της έμπρακτης αγάπης μέσα στην κοινωνία. Θεωρούσε την ερημική και μοναστική ζωή αξιοθαύμαστη, αλλά μάλλον εγωκεντρική. Δεν είναι ανάγκη να φύγει κάνεις από τον κόσμο, προκειμένου να εκφράσει την αγάπη του προς τον Θεό, διότι εκδηλώνεται μόνον με την αγάπη και την καλοσύνη προς τα δημιουργήματα του Θεού. Η έμπρακτη αγάπη για τον Θεό και τον άνθρωπο συμβάλλει στη σωτηρία του ανθρώπου και τόνιζε πως ο άνθρωπος είναι συνεργός στον νόμο τού Θεού - και ο νόμος του Θεού είναι ο νόμος της αγάπης.

Οι ηθικές προτροπές του Καβάσιλα, είναι βασισμένες στη μυστηριακή θεολογία της Εκκλησίας και στους Μακαρισμούς του Ευαγγελίου, ωστόσο δεν απευθύνονται μόνον στους μοναχούς ασκητές, αλλά είναι προσιτές για όλους όσους θέλουν να τις ακολουθήσουν. Ο ίδιος γράφει:

Ο νόμος της αγάπης είναι ο νόμος του πνεύματος και δεν είναι κοπιώδες να εφαρμόζουμε τον νόμο αυτό, ούτε είναι απαραίτητο να υποφέρουμε ταλαιπωρίες ή να ξοδεύουμε χρήματα, μα κι ούτε είναι ταπεινωτικό για μάς... Δεν μας εμποδίζει στην άσκηση του επαγγέλματός μας. Ο στρατηγός μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του, ο αγρότης να καλλιεργεί τη γη κι ο τεχνίτης να ασχολείται με τις τέχνες του. Κανείς δεν θα χρειαστεί να απέχει από τη συνηθισμένη εργασία του εξ αιτίας αυτού του νόμου. Ούτε πάλι πρέπει να απομακρυνθεί σ’ έρημο μέρος. (...) Κι αυτός πού μένει στο σπίτι είναι δυνατόν να ασχολείται με τον νόμο του Πνεύματος.

Κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, οι Μακαρισμοί του Χριστού είναι η κλίμακα με την οποία ανεβαίνουμε στην ηθική ζωή αυτοί που πεινάνε και διψάνε τη δικαιοσύνη, οι ελεήμονες, οι αγνοί στην καρδιά, οι ειρηνοποιοί, οι διωκόμενοι ένεκεν δικαιοσύνης, αυτοί αποτελούν το συστατικό μιας καλής κοινωνίας. Το να είσαι ελεήμων, σημαίνει να μοιράζεσαι τον πόνο των άλλων, να θεωρείς τις δυστυχίες τους σαν δικές σου, να πεινάς και να διψάς για τη δικαιοσύνη σημαίνει να εργάζεσαι για την ελευθερία των σκλάβων, να εργάζεσαι ανάμεσα σε καταδικασμένους εγκληματίες, σε μελλοθανάτους και να απονέμεις σε όλους ότι είναι δίκαιο. Οι πιστοί δεν πρέπει να περιορίζουν την περί ηθικής αντίληψή τους μόνο σε θεωρητικά επίπεδα, αλλά να την πραγματώνουν με έργα, γιατί ο Χριστός δεν μοιράστηκε τον πόνο των δυστυχισμένων μόνον με τη θεωρία και την πρόθεση, αλλά με έργα.

Διάφορα περιστατικά τον οδήγησαν να κινηθεί προς τα νότια εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, έως ότου έφτασε στο «ιερόν εν τω κόσμω έδαφος» της Ηλιδας, όπως αποκαλούσε ο ίδιος αυτήν την περιοχή, όπου έμεινε μέχρι τον θάνατό του στις αρχές της δεκαετίας του 1390 (μάλλον το 1392). Η μνήμη του γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 20 Ιουνίου. Συγγράμματά του σώζονται στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού και του Αγίου Τάφου.