To σημαντικότερο ιερό προσκύνημα της Ορθοδοξίας στην Πελοπόννησο, είναι η Ιερά Μονή του Μ. Σπηλαίου, η οποία είναι κτισμένη στη σκιά απόκρημνου βράχου σε υψόμετρο 940 μ. Πήρε το όνομά της από το κάθετο βραχώδες συγκρότημα του Χελμού. Το καθολικό της μονής σκαμμένο στον βράχο, είναι ναός σταυροειδής. Ο κύριος ναός έχει τοιχογραφίες του 1653, αξιόλογα μαρμαροθετήματα στο δάπεδο, ξυλόγλυπτο τέμπλο κ.λ.π.

Κατά το κτιτορικό της μονής, η ιστορία της αρχίζει με τον θαυμαστό τρόπο της ανεύρεσης της Ιεράς Εικόνος. Δύο αδελφοί από τη Θεσσαλονίκη, Συμεών και Θεόδωρος, διακρινόμενοι για τη μόρφωση και την ευσέβειά τους, αφού ασκήθηκαν στα όρη Ολυμπος, Οσσα και Πηλίο, έφτασαν  στο Αγιο Ορος για να γνωρίσουν φωτισμένους ησυχαστές και άνδρες της ερήμου. Από εκεί πήγαν στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσουν όλα τα μέρη που πέρασε ο Χριστός. Στα Ιεροσόλυμα έγιναν ιερείς από τον επίσκοπο της Αγίας Πόλης Μάξιμο. Εκεί ο καθένας ξεχωριστά είδε την ίδια οπτασία και έλαβαν την εντολή να μεταβούν στην Αχαΐα, να εντοπίσουν την εικόνα της Παναγίας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Υστερα από πολλές περιπλανήσεις και αποκαλυπτικά όνειρα, συνάντησαν, στην περιοχή της Ζαχλωρούς, τη βοσκοπούλα Ευφροσύνη το 362 μ.Χ. Οταν την πλησίασαν, η Ευφροσύνη τους προσκυνά με σεβασμό και αναφέρει τα ονόματά τους. Στη συνέχεια τους οδηγεί στο σπήλαιο που βρισκόταν η εικόνα, την οποία είχε ανακαλύψει  ακολουθώντας ένα  τράγο που πήγαινε στο σπήλαιο για νερό και έβγαινε με βρεγμένο το υπογένειό του. Οι δύο μοναχοί, Συμεών και Θεόδωρος, πήραν την εικόνα έξω από το σπήλαιο και το καθάρισαν από την πυκνή βλάστηση.

Οταν έκαιγαν τα κλαδιά, από τη θερμότητα ένας δράκος πετάχτηκε- σύμφωνα με την παράδοση- προς την έξοδο του σπηλαίου, όπου τον σκότωσε κεραυνός. Μέχρι τελευταία, υπήρχαν τα οστά του δράκοντα.

Μέσα στο σπήλαιο οι μοναχοί κατασκεύασαν μικρό ναό και μερικά μικρά κελλιά με τη συνδρομή των πιστών, που συνέρρεαν για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου και να ακούσουν τον Θείο Λόγο από τους Θεοκήρυκες Πατέρες Συμεών και Θεοδώρο.

Ετσι, σιγά-σιγά η Μονή απέκτησε μεγάλο αριθμό μοναχών και αίγλη. Τέσσερις φορές καταστράφηκε από πυρκαγιές, το 840, το 1400, το 1640 και το 1934, πάντοτε όμως διεσώζετο η Αγία Εικόνα με τρόπο θαυμαστό. Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, επειδή ήταν κέντρο αντίστασης κατά των κατακτητών, δέχτηκε πολλές επιθέσεις, αλλά ποτέ δεν κατακτήθηκε. Εχει περάσει στην ιστορία η απάντηση του ηγούμενου Δαμασκηνού, τον Ιούνιο του 1827, στον Ιμπραήμ. «(...) δια να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον (...) αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και μας νικήσης, δεν είναι μεγάλο κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής (...) θα είναι εντροπή σου (...)» και πραγματικά νικήθηκε μετά από επικό αγώνα και τη βοήθεια της Παναγίας. Μόνο κατά την κατοχή -Δεκέμβριος 1943- η μονή λεηλατήθηκε, ενώ οι μοναχοί πλήρωσαν τη θηριωδία των Ναζί, οι οποίοι τους σκοτώσαν. Τα εναπομείναντα κελιά από την πυρκαγιά του 1934, πυρπολήθηκαν.

 

Πνευματικοί Θησαυροί Μονής

Η εικόνα της Παναγίας Μεγαλοσπηλαιωτίσσης είναι έργο του Αποστόλου Λουκά. Πιστεύεται ότι μαζί με το Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων την εχάρισε ο Απ. Λουκάς στο πνευματικό του τέκνο, τον ηγεμόνα της Αχαΐας Θεόφιλο. Εκείνος δε, την κληροδότησε στους απογόνους του. Κατά την εποχή των διωγμών, αυτοί την έκρυψαν στο σπήλαιο. Οταν πέθαναν ή φονεύθηκαν, παρέμεινε στο σπήλαιο, μέχρι που ανακαλύφθηκε κατα τον θαυμαστό τρόπο από την Αγία Ευφροσύνη. Είναι ανάγλυφη, πάχους τριών πόντων και πλασμένη από κερί, μαστίχα και άλλες ύλες. Φέρει εσθήτα χρωματισμένη και χρυσά διαγράμματα. Από τις πολλές πυρκαγιές έχει αμαυρωθεί. Το σώμα της είναι εστραμμένο δεξιά, με κεκλιμένη την κεφαλή προς τον Υιόν της, κρατώντας τον στο δεξί χέρι (Δεξιοκρατούσα), ο οποίος με το αριστερό του χέρι κρατεί ελαφρά την αριστερή παλάμη της Μητρός Του, ενώ με το δεξιό κρατεί το Ευαγγέλιο. Δεξιά και αριστερά της κηρόπλαστης εικόνας παρίστανται, μετά φόβου άγγελοι. Στις τέσσερεις γωνιές της εικόνας δεξιά εξαπτέρυγα Σεραφείμ και αριστερά πολυόμματα Χερουβείμ.

Στο Κειμηλιαρχείο της Μονής υπάρχουν πολλά ιερά κειμήλια: σιγγίλια, χειρόγραφα με εξαίρετες μικρογραφίες, διάφοροι σταυροί ευλογίας, χαλκογραφίες, προσωπογραφίες κ.ά.