O Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, γνωστός και ως Ιωάννης της Κλίμακος, που έζησε κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, είναι από τα πρόσωπα εκείνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που αναδείχτηκε μέσα από τις γνώσεις του και τη μελέτη των πατερικών κειμένων ως μέγας δάσκαλος του μοναχισμού. Άφησε πίσω του σημαντικό έργο, το οποίο ακόμα και σήμερα είναι επίκαιρο.

 

Περί προσπάθειας

Εκείνος που αγάπησε πραγματικά τον Κύριο και ζήτησε αληθινά να κερδίσει τη μέλλουσα βασιλεία, εκείνος που απέκτησε πραγματικό πόνο για τις αμαρτίες του και ζωντανή ενθύμηση για την κόλαση και την αιώνια κρίση, εκείνος που ξύπνησε αληθινά μέσα του τον φόβο του θανάτου, δεν θα αγαπήσει πλέον ούτε θα ενδιαφερθεί ούτε θα μεριμνήσει καθόλου για χρήματα, ή για τα κτήματα, ή για τους γονείς του, ή για την επίγεια δόξα, ή για φίλους, ή για αδελφούς ή για τίποτε το γήινο. Αλλά, αφού αποτίναξει από επάνω του και μισήσει κάθε επαφή και κάθε φροντίδα για όλα αυτά, επιπλέον, δε, και πριν από όλα, αφού μισήσει την ίδια του τη σάρκα, ακολουθεί τον Χριστό γυμνός και αμέριμνος και ακούραστος, ατενίζοντας πάντοτε στον ουρανό και αναμένοντας την εξ ύψους βοήθεια...

 

Περί υπακοής

Υπακοή σημαίνει ενταφιασμός της δικής μας θέλησης και ανάστασης της ταπεινώσεως. Υπάκουη σημαίνει να αποθέσουμε τη δική μας διάκριση στην πλούσια διάκριση του γέροντα και του πνευματικού.

Οι Πατέρες ονομάζουν την ψαλμωδία όπλο, την προσευχή τείχος, τα καθαρά δάκρυα λουτρό, ενώ τη μακάρια υπάκοη την χαρακτήρισαν μαρτύριο. Χωρίς αυτήν, κανείς από τους εμπαθείς δεν θα κατορθώσει να δει τον Κύριον.

Την ψυχή που συνηθίζει να εξομολογείται η σκέψη της εξομολόγησης τη συγκρατεί σαν χαλινάρι και δεν την αφήνει να αμαρτήσει. Αντιθέτως, τις αμαρτίες που δεν σκέπτεται κανείς να τις εξομολογηθεί συνεχώς σαν σε σκοτάδι τις διαπράττει άφοβα.

Από την υπακοή γεννιέται η ταπείνωση. Από την ταπείνωση γεννιέται η διάκρισης. Από τη διάκριση γεννιέται η διόραση και από αυτήν η προόραση...

 

Περί μνήμης θανάτου

Πριν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψης. Έτσι, η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από τη ζωή αυτή είναι συνεχής στεναγμός. Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίο οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος, όμως, του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν δείχθηκε μετάνοια. Δειλιάζει ο Χριστός μπρος στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξει καθαρά τα ιδιώματα των δύο φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης. Εκείνος που καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος που τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. Δεν είναι πάντα καλή η επιθυμία του θανάτου.

Υπάρχουν, βέβαια, εκείνοι που αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια, οι οποίοι ζητούν με ταπείνωση τον θάνατο, για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν. Υπάρχουν, όμως, και αυτοί που δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και που επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. Είναι, ακόμα, και εκείνοι που έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς και, άρα, δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου.

Η ζωηρή μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτονται με ταπείνωση τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. Η αναλγησία (σκληρότητα) της καρδίας φέρνει πώρωση στον νου και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πήγες των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθεί η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα.

 

Περί του χαροποιού πένθους

Πένθος είναι ένα χρυσό καρφί της ψυχής. Το καρφί αυτό απογυμνώθηκε από κάθε γήινη προσήλωση και σχέση και καρφώθηκε από την ευλογημένη λύπη της καρδιάς για να τη φρουρεί.

Κατάνυξη είναι ένας συνεχής βασανισμός της συνειδήσεως, ο οποίος με τη νοερά εξομολόγηση κατορθώνει να δροσίζει την φλογισμένη καρδιά.

Εξομολόγηση σημαίνει το να λησμονούμε την ίδια τη φύση μας. Κάποιος εξαιτίας της «ελησμονούσε ακόμα και να φάγει τον άρτο του» (Ψαλμός, ρα. 5).

Μετάνοια είναι το να στερηθείς κάθε σωματική παρηγοριά χωρίς καθόλου να λυπηθείς.

Χαρακτηριστικό εκείνων που προόδευσαν κάπως στο μακάριο πένθος είναι η εγκράτεια και η σιωπή των χειλέων. Εκείνων που προόδευσαν περισσότερο, η αοργησία και η αμνησικακία. Και αυτών που έφθασαν στην τελειότητα, η ταπεινοφροσύνη, η δίψα, το να μην επιζητεί κανείς τιμές, το να δέχεται ύβρεις και περιφρονήσεις, η εκούσια πείνα των ακούσιων θλίψεων, το ότι δεν κατακρίνουν τους αμαρτάνοντας και το ότι αισθάνονται υπερβολική συμπάθεια προς αυτούς.

Ευπρόσδεκτοι ενώπιον του Θεού οι πρώτοι. Αξιέπαινοι οι δεύτεροι. Μακάριοι, όμως, οι τελευταίοι, που πεινούν για θλίψη και διψούν για ατιμία. Γιατί αυτοί θα χορτάσουν από τροφή που δεν χορταίνεται.

Ο Κύριος είναι δίκαιος και όσιος. Και όποιος ασκείται κανονικά στην ησυχία ανάλογα του χαρίζει κατάνυξη. Και όποιος ασκείται στην υποταγή κανονικά, κάθε μέρα τον ευφραίνει. Όποιος, όμως, δεν ζει καθαρά και ανόθευτα τη μια από τις δυο αυτές ασκήσεις στερείται το πένθος...

 

Περί καταλαλιάς

Καταλαλιά σημαίνει γέννημα του μίσους, ασθένεια λεπτή, αλλά και πάγια.

Σημαίνει υπόκριση αγάπης, αιτία της ακαθαρσίας, αιτία του βάρους της καρδιάς, εξαφάνιση της αγνότητας.

Είδα άνθρωπο που φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετανόησε. Και αυτόν που εγώ τον κατέκρινα ως ανήθικο ο Θεός τον θεώρησε αγνό, γιατί με τη μετάνοια του Τον είχε πλήρως εξευμενίσει.

Η κρίση είναι αναιδής αρπαγή του δικαιώματος του Θεού, ενώ η κατάκριση όλεθρος της ψυχής αυτού ο οποίος κατακρίνει.

Ο καλός «ραγολόγος» τρώει τις ώριμες ρώγες των σταφυλιών και δεν πειράζει καθόλου τις άγουρες. Παρόμοια, ο καλόγνωμος και συνετός άνθρωπος όσες αρετές βλέπει στους άλλους τις σημειώνει με επιμέλεια, ενώ ο ανόητος αναζητεί τα ελαττώματα και τις κατηγορίες...

 

Περί πολυλογίας και σιωπής

Η πολυλογία είναι η καθέδρα της κενοδοξίας. Καθισμένη πάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της.

Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, θύρα της καταλαλιάς, οδηγός στα ευτράπελα, πρόξενος της ψευδολογίας, σκορπισμός της κατανύξεως. Είναι αυτή που προσκαλεί την ακηδία.

Άκουσα από κάποιον μοναχό που ήθελε να εξετάσει μαζί μου το θέμα της ησυχίας να λέει ότι η πολυλογία οπωσδήποτε γεννάται από τις εξής αιτίες: Από κακή συναναστροφή και κακή συνήθεια –αφού η γλώσσα, έλεγε, είναι μέλος του σώματος, έτσι κατά ανάγκη και θα συνηθίσει–, πάλι από κενοδοξία, πράγμα που συμβαίνει περισσότερο σε όσους έχουν πνευματικό πόλεμο, ή μερικές φορές από γαστριμαργία. Γι’ αυτό πολλοί πολλές φορές, δαμάζοντας την κοιλιά, δεσμεύουν με βία και τη γλώσσα και την καθιστούν ανίσχυρη για πολυλογία.

Αυτός που αγάπησε την ησυχία ασφάλισε το στόμα του...

 

Περί ψεύδους

Από το σίδηρο και την πέτρα γεννιέται η φωτιά και από την πολυλογία και τα ευτράπελα το ψεύδος. Το ψεύδος είναι εξαφάνιση της αγάπης και η επιορκία άρνηση του Θεού. Όπως σε όλα τα πάθη, έτσι και στο ψέμα παρατηρούμε διάφορα ως προς την πνευματική βλάβη που προξενεί. Επί παραδείγματι. Διαφορετική είναι η ενοχή ενός που ψεύδεται από τον φόβο της τιμωρίας και διαφορετική όταν δεν υπάρχει κίνδυνος. Άλλος πάλι είπε ψέματα λόγω της τρυφής, άλλος χάριν της φιληδονίας, κάποιος για να κάνει τους άλλους να γελάσουν και άλλος για να επιβουλευτεί και κακοποιήσει τον αδελφό του...

 

Περί ακηδίας

Ακηδία σημαίνει παράλυση της ψυχής και έκλυση του νου, οκνηρία και αδιαφορία μπρος στην άσκηση, μίσος προς τις μοναστικές υποθέσεις. Η ακηδία είναι, ακόμα, αυτή που μακαρίζει τους κοσμικούς, που κατηγορεί τον Θεό ότι δεν είναι ευσπλαχνικός και φιλάνθρωπος, που φέρνει ατονία την ώρα της ψαλμωδίας και αδυναμία την ώρα της προσευχής. Το κοινόβιο είναι εχθρός της ακηδίας, ενώ σε έναν ησυχαστή η ακηδία γίνεται σύζυγος αιώνιος.

 

Περί φιλαργυρίας

Η φιλαργυρία είναι προσκύνηση των ειδώλων, θυγατέρα της απιστίας, προφασίστρια νόσων, μάντις γηρατειών, υποβολεύς ανομβρίας, προμηνυτής λιμών. Φιλάργυρος είναι εκείνος που καταφρονεί τις ευαγγελικές εντολές και τις παραβαίνει ενσυνείδητα. Όποιος απέκτησε αγάπη διασκόρπισε χρήματα. Όποιος, όμως, ισχυρίζεται πως συμβιβάζει στη ζωή του και τα δύο αυταπατήθηκε.

Όποιος πενθεί για τις αμαρτίες του απαρνήθηκε και το σώμα του. Γιατί, όταν τον κάλεσε η περίσταση, ούτε αυτό λυπήθηκε.

Μην ισχυρίζεσαι ότι μαζεύεις χρήματα για τους πτωχούς. Γιατί μόνο δύο λεπτά αγόρασαν την ουράνια βασιλεία (πρβλ. Λουκά, κα 2).

Ο φιλόξενος και ο φιλάργυρος συναντήθηκαν. Και ο δεύτερος αποκαλούσε τον πρώτο αδιάκριτο και ασύνετο.

Όποιος νίκησε το πάθος αυτό έπαψε να έχει μέριμνες. Όποιος είναι δεμένος μαζί του ποτέ δεν θα κάνει καθαρά προσευχή.

Έως όταν κάποιος συγκεντρώσει τα χρήματα, κάνει ελεημοσύνες. Όταν, όμως, τα συγκεντρώσει, σφίγγουν τα χέρια του. Μέγας είναι εκείνος που απαρνείται κατά τρόπο θεάρεστο τα χρήματα. Άγιος, όμως, είναι εκείνος που απαρνείται το δικό του θέλημα.

Ο μεν πρώτος θα λάβει εκατονταπλάσια, είτε με χρήματα είτε με χαρίσματα.

Ο δεύτερος θα κληρονομήσει την αιώνιο ζωή. Δεν θα λείψουν τα κύματα από τη θάλασσα. Ούτε από τον φιλάργυρο η οργή και η λύπη.