Η ιστορική μονή είναι αφιερωμένη στον Μεγαλομάρτυρα Αγιο Δημήτριο και είναι κτισμένη σε δύσβατη χαράδρα, στα υψώματα του Στεφανίου στην Κόρινθο.

Το αρχικό κτίσμα της μονής με το τετράπλευρο σχήμα, αποτελείτο από μια μικρή εσωτερική αυλή, που γύρω της αναπτύσσονταν σε δύο ορόφους οι αποθήκες και τα κελιά, ενώ στην ανατολική πλευρά βρισκόταν ο καθολικός ναός του μοναστηρίου. Από τις πολεμίστρες οι ιστορικοί συμπεραίνουν ότι -εκτός των άλλων- αποστολή της ήταν η άμυνα και η φύλαξη των μοναχών αλλά και των χωριών της γύρω περιοχής από εχθρικές επιδρομές.

Στη διάρκεια της λειτουργίας του, το μοναστήρι πέρασε πολλές περιπέτειες και η ιστορία του έχει συνδεθεί με την τύχη της ευρύτερης περιοχής. Τα ελληνικά και τούρκικα έγγραφα, που σήμερα εκθέτονται στο εκκλησιαστικό μουσείου Κορίνθου μαζί με τα ιερά κειμήλια και το υπόλοιπο αρχειακό υλικό, αποτελούν ιστορικό θησαυρό, καθώς είναι τα μοναδικά χειρόγραφα της περιοχής που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία και δίνουν σαφή εικόνα για τη ζωή των ανθρώπων εκείνη την εποχή. Τα έγγραφα αυτά το 1963 μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας στη Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου, επειδή η Μονή Αγίου Δημητρίου εκείνη την εποχή υπολειτουργούσε. 

Επί Τουρκοκρατίας απέκτησε σημαντική περιουσία. Εκτός από τις αφιερώσεις κτημάτων από Ελληνες κτηματίες, για την αποφυγή καταπατήσεων από τους Τούρκους, η μονή άρχισε στα μέσα του 18ου αιώνα να αγοράζει γη, κατά εκατοντάδες στρέμματα, από μικρούς καλλιεργητές και από Ελληνες και Τούρκους μεγαλοκτηματίες, κυρίως στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου. Το 1787 αγόρασε από τον Νικολή της γνωστής οικογένειας Νοταρά από τα Τρίκαλα, 600 στρέμματα γης στην περιοχή Αζίζι (Αζιζλέρ). Εκεί έχτισε και μετόχι για την πιο αποτελεσματική διαχείριση και καλλιέργεια των κτημάτων. Επιπλέον το μοναστήρι είχε εκτάσεις στο Στεφάνι, το Μπερμπάτι, το Γυμνό, το Ανιφί, το Χαρβάτι (Μυκήνες) και αλλού. Στην καταγραφή περιουσιακών στοιχείων του 1828 -μετά την Επανάσταση- αναφέρονται συνολικά 1.450 στρέμματα γης, χωρίς να υπολογίζουμε την περιουσία της σε ακίνητα όπως σπίτια, νερόμυλοι κλπ.

Το μοναστήρι έδωσε το «παρών» του στην Ελληνική Επανάσταση. Σύμφωνα με έγγραφα που υπάρχουν, διατέθηκαν για τον αγώνα 5.000 γρόσια για πολεμοφόδια. Δυναμική υπήρξε και η υποστήριξη των στρατευμάτων του Νικηταρά στη μάχη κατά του Δράμαλη το τριήμερο 26-28 Ιουλίου του 1822. Το στρατόπεδο του Νικηταρά, των Φλεσσαίων και άλλων οπλαρχηγών βρισκόταν στο Στεφάνι. Κατά την σύγκρουση ανάμεσα στον Νικηταρά και τον Δράμαλη, που έγινε στις 28.07.1822 στην τοποθεσία «Μεγαμνό», στον λόφο ανατολικά του μοναστηρίου, η μονή δέχτηκε οβίδα από κανονιά των Τούρκων. Η οβίδα αυτή σφηνώθηκε κάτω χαμηλά του καθολικού ναού και αποτέλεσε κειμήλιο της Επανάστασης στους αιώνες που ακολούθησαν.

Τη συμμετοχή του στην καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη όμως, την πλήρωσε το μοναστήρι λίγους μήνες αργότερα, όταν τον Αύγουστο του 1822 ο Τούρκος Διοικητής Μαχμούτ Πασάς επιτέθηκε κατ' εντολή του Δράμαλη, καταστρέφοντας τμήμα του ναού του Αγίου Δημητρίου. Ο ναός επισκευάστηκε το 1831.

Μετά την απελευθέρωση, η μονή παραχώρησε βοσκότοπους και καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε ακτήμονες και ποιμένες. Το 1838 με βασιλικό διάταγμα, κηρύχθηκε μετόχι της Μονής Φανερωμένης Χιλιομοδίου, αλλά το 1843 η ανεξαρτησία της μονής αποκαταστάθηκε. Στις αρχές του 20ού αιώνα με τη Μονή Στεφανίου συγχωνεύτηκαν η Μονή Καλών Νήσων (1915) και το 1919 οι μονές Λεχόβου και Βράχου.

Την εποχή της Ιταλογερμανικής κατοχής, το 1941-44, η μονή έζησε τραγικές ημέρες, με την απώλεια πολύτιμων κειμηλίων, ιερών βιβλίων, εγγράφων, αλλά κυρίως τη δολοφονία του ηγούμενου Θεοστήρικτου Ριζόγιαννη τον Ιούνιο του 1944. Ακολουθούσε η παρακμή του μοναστηρίου.

Το 1952 παραχώρησε συνολικά 1093 στρέμματα γης σε ακτήμονες και μικρούς κτηνοτρόφους του Στεφανίου και του Αγίου Βασιλείου. Το 1963 μεταφέρθηκαν τα έγγραφα και ιερά κειμήλια στη Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου για λόγους ασφαλείας.

Το 1973 ιδρύθηκε τελικά η ανεξάρτητη Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Αγίου Δημητρίου.

Τρία είναι τα παρεκκλήσια της Μονής: Ο Αγιος Φανούριος, που χτίστηκε πρόσφατα δίπλα στον ανατολικό περίβολο του μοναστηρίου και τα δύο παρεκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και των Εσοδίων της Θεοτόκου, που βρίσκονται εντός της μονής και φυλάνε μεγάλο μέρος των εικόνων της παλιάς μονής, που χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου, αρχές 19ου αιώνα.