Βράχια, ρέματα, νερά, πολλά νερά, σπηλιές -ασκηταριά συνθέτουν ένα διαφορετικό περιβάλλον στο χωριό Μεσσαριά, 25 χιλιόμετρα από τη χώρα της Ανδρου, στο οποίο δεσπόζει η μονή της Παναχράντου, γνωστή και ως Αγίου Παντελεήμονα.

Πίσω από τη βαριά ξύλινη πόρτα ένας ολόκληρος κόσμος με κτίρια, θόλους, πλακόστρωτα, πηγές, διατηρεί ζωντανή την παράδοση αιώνων και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τον επιβλητικό τύπο των βυζαντινών μοναστηριών με όψη φρουρίου και μεγάλο περιβάλλοντα χώρο. Tα κτίρια είναι κτισμένα σε διάταξη παραλληλογράμμου, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους, που σου δίνει την εικόνα λαβύρινθου με στενά σοκάκια που σε οδηγούν σε κελιά αλλά και άλλους χώρους.

Η Μονή μοιάζει να αιωρείται στο κενό αν τη δεις από ψηλά, σε ένα κενό που όταν πλησιάσεις γεμίζει με πέτρες, φως και κατάνυξη.

Το 961 ο Νικηφόρος Φωκάς αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά των Κρητών. Η κακοκαιρία που επικρατούσε τον ανάγκασε να μείνει στην Ανδρο για λίγο καιρό. Οταν ζήτησε ένα μέρος να προσευχηθεί, οι κάτοικοι του υπέδειξαν το ασκητήριο όπου φυλάσσονταν η εικόνα της Παναχράντου.

Μετά τη νίκη του στην Κρήτη, ο Φωκάς επέστρεψε στην Ανδρο και πρόσφερε χρήματα στους μοναχούς, οι οποίοι έκτισαν το μοναστήρι. Από τότε και μέχρι το 1590 στοιχεία για την πορεία του δεν υπάρχουν. Αλλωστε η Ανδρος από το 1200 έως το 1566 είχε περάσει στην κατοχή των Φράγκων.

Από το 1590 όμως και μετά, όταν το νησί πέρασε στους Τούρκους, το μοναστήρι έζησε ημέρες μεγάλης ακμής.
Την περίοδο αυτή ανακαινίστηκε και το καθολικό (1602 - 1608), ενώ κτίστηκαν  νέα κτίρια, με τη μονή να παίρνει τη μορφή πού έχει μέχρι σήμερα.

Χρόνο με τον χρόνο το μοναστήρι γίνεται σημείο αναφοράς και κάποια στιγμή έφτασε να αριθμεί 360 μοναχούς, αποκτώντας παράλληλα κτηματική περιουσία στο μεγαλύτερο μέρος της Ανδρου, καθώς επίσης και μετόχια στην Κωνσταντινούπολη, τη Χίο, τη Μυτιλήνη, τη Ρόδο και τη Σμύρνη.

Οι μοναχοί ταξίδευαν σε όλες τις περιοχές όπου είχαν μετόχια και επέστρεφαν φέρνοντας μαζί τους λείψανα αγίων, τα οποία σιγα- σιγά κατέστησαν τη μονή σημείο αναφοράς. Το σημαντικότερο λείψανο που φυλάσσεται σήμερα εδώ, είναι η τιμία κάρα του Αγίου Παντελεήμονα, η οποία μεταφέρθηκε στην Ανδρο από την Κωνσταντινούπολη το 1705. Εικοσι δυο χρόνια πριν η μονή είχε γίνει  σταυροπηγιακή.

Κατά το 1821, οι μοναχοί της Παναχράντου ήταν αυτοί οι πρώτοι που κήρυξαν την επανάσταση στο νησί. Μάλιστα, ο παναχραντινός μοναχός Νικόλαος Ρούσσος ήταν αυτός που ευλόγησε τα όπλα «της εν Μολδοβλαχία αρξαμένης επαναστάσεως υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη» τον Φεβρουάριο του 1821.

Μετά την απελευθέρωση, η μονή συνδέεται άμεσα με την απόφαση του Οθωνα να περιορίσει τον αριθμό των μοναστηριών. Η Παναγία Παναχράντου δεν έκλεισε, αλλά εδώ εξορίστηκε και φυλακίστηκε σ’ ένα μικρό μέσα στο έδαφος κελί ο Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, γνωστός ως παπουλάκος.

Ο παπουλάκος (1770-1861) ήταν ένας αγράμματος χασάπης, ο οποίος έγινε σε μεγάλη ηλικία μοναχός και περιόδευε στην Πελοπόννησο καυτηριάζοντας τη στάση των Βαυαρών. Οι Βαυαροί τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στην Ανδρο,  όπου τον φυλάκισαν στη Μονή. Μάλιστα ήταν τέτοια η στάση των Βαυαρών, που επί επτά χρόνια δεν του επέτρεπαν να βγαίνει από το κελί, βάζοντας έξω από τη μικρή πόρτα χωροφύλακες να τον φυλάνε. Ο Παπουλάκος πέθανε  στις 18 Ιανουαρίου του 1861.

Κατά τη μικρασιατική καταστροφή η Μονή προσέφερε σχεδόν το σύνολο των κτημάτων της εντός και εκτός Ανδρου.

Το ιστορικό μοναστήρι μπορεί κανείς σήμερα να επισκεφθεί όλο τον χρόνο, από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, ενώ εάν θέλει, μπορεί να φιλοξενηθεί για λίγες ημέρες. Τόσο ο ηγούμενος, όσο και οι άλλοι μοναχοί, φημίζονται για τη φιλοξενία τους, αλλά και την πνευματικότητά τους.

Οι μεγαλύτερες εορτές πού γίνονται στη Μονή είναι δύο. Του Αγίου Παντελεήμονος, στις 27 Ιουλίου και στις 15 Αυγούστου, εορτή της Παναγίας της Παναχράντου.