Ο άγιος Ιάκωβος γεννήθηκε το 1870 στο χωριό Βοδίνο του Αργυροκάστρου της Β. Ηπείρου, με το κοσμικό όνομα Ευάγγελος.Η οικογένειά του ήταν φτωχή και αυτό τον εμπόδισε να μάθει γράμματα.Εμαθε ωστόσο, όσα του χρειάζονταν, για να μελετά τα ιερά βιβλία.

Σε ηλικία 15 χρόνων αναζήτησε την τύχη του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήρθε σε επαφή με τον ιερέα Κωνσταντίνο Καλλίνικο.Στην Πόλη εργαζόταν ως μικροπωλητής και ταυτόχρονα παρακολουθούσε τα κηρύγματα του ιερέως, που είχε και τον ρόλο του πνευματικού του. Ο πνευματικός του τον συνέδεσε με άλλους έξι εργατικούς και ευσεβείς νέους, οι οποίοι ζούσαν κοινοβιακά. Εξομολογούντο και κοινωνούσαν τότε κάθε εβδομάδα, μετά από μεγάλη προετοιμασία.Ηταν ο Πνευματικός του Οσίου Παϊσίου -Εζνεπίδη - όταν αυτός ήταν στην Κόνιτσα ως λαϊκός και αργότερα ως μοναχός στη Μονή Στομίου.

Από την Κωνσταντινούπολη ο π. Ιάκωβος με ολόκληρη την ομάδα του ήλθαν στο Αγιον Ορος για να μονάσουν. Μερικοί μάλιστα από αυτούς, μεταξύ των οποίων και ο π. Ιάκωβος, μετά από δοκιμασία και μεγάλη άσκηση, χειροτονήθηκαν ιερείς.

Ο π. Ιάκωβος έμεινε εκεί τρία χρόνια. Θέλοντας όμως να βοηθήσει την  πατρίδα του, τη Β. Ηπειρο, πήγε στην Αλβανία και τοποθετήθηκε ως εφημέριος σ’ ένα χωριό, κοντά στο δικό του και διέμενε στην Ι. Μ. της Παναγίας της επιλεγομένης «Ζωνάρια». Εργάσθηκε πολλά χρόνια μέσα στην Αλβανία, υπερασπίζοντας την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό. Για τον λόγο αυτό κινδύνευσε επανειλημμένα.

Επειδή ήταν αδύνατη πλέον η εκεί παραμονή του, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα μέρη εκείνα και να έλθει στα Ζαγόρια το 1916, τα οποία ανήκαν τότε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως και να εγκατασταθεί κοντά στο Μονοδένδρι σ’ ένα παλαιό και έρημο μοναστηράκι, του Προφήτου Ηλιού. Το ανακαίνισε και εγκαταβίωσε εκεί. Κοντά του έπαιρνε κατά καιρούς διαφόρους νέους, με το σκοπό να γίνουν ιερείς.

Πολύς κόσμος στα Ζαγοροχώρια και στα Ιωάννινα, όταν κατέβαινε, εξομολογείτο σ’ αυτόν.

Και ο π. Ιάκωβος δοκίμασε τις δικές του θλίψεις, με τη διαφορά ότι γι’ αυτόν μερικές ήταν περισσότερο οδυνηρές. Η Μητρόπολη Ιωαννίνων, στην οποίαν υπαγόταν, το 1939 πίστεψε τις συκοφαντίες και τις ραδιουργίες μερικών και τον απέλυσε από την ενορία και τον έδιωξε και από το «μοναστηράκι» του.

Ο πνευματικός του τότε του συνέστησε να γυρίζει τα διάφορα χωριά, να διδάσκει τους Χριστιανούς, να τους νουθετεί και να τους εξομολογεί.

Αργότερα είδε το σφάλμα της η Μητρόπολη Ιωαννίνων και τον αποκατέστησε.

Μεσολάβησαν πολλά, αλλά ο Ιάκωβος συνέχιζε να ζει κοντά στους πιστούς, αλλά και το μοναστήρι του που ήταν πια ετοιμόροπο.Αν και ήταν 85 χρόνων πήγε στην Αθήνα και βρήκε τον Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα, ο οποίος είχε διατελέσει και μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο οποίος και του υποσχέθηκε  κάθε βοήθεια.

Ο Ιάκωβος,ομως, όταν επισκεύαζε το Μοναστήρι, αρρώστησε. Ο γιατρός του συνέστησε ανάπαυση, αλλά αυτός συνέχισε να εργάζεται εντατικά και έζησε γεμάτος δύναμη έως τα 90 του.

Ο π. Ιάκωβος κοιμήθηκε τις 15 Φεβρουάριου του 1960.

Ηταν άρρωστος από τον Φεβρουάριο του 1959. Επασχε από ουρία καί χρόνια ημικρανία. Αλλά τον Μάιο του 1959 έγινε θαυματουργικώς τελείως καλά. Ξαναρρώστησε πάλι τέλος του 1959. Κατέβηκε στο Νοσοκομείο του Χατζηκώστα των Ιωαννίνων.

Είχε αφήσει εντολή να ταφεί στο αγαπημένο του Μοναστήρι, στον προφήτη Ηλία του Μονοδενδρίου, όπου τελικά και ετάφη.

Ο «Απ. Ανδρέας», το περιοδικό της Κωνσταντινουπόλεως, έγραψε τά εξής επί τη εκδημία του, μεταξύ των άλλων:

«...Ζωή ασκητική, νηστεία συνεχής, βίος ανεπίληπτος, άμωμος, απρόσβλητος. Κατέστη ο σπουδαιότερος εξομολόγος της περιφερείας και ίσως ολοκλήρου της χώρας. Σ’ αυτόν τον ερημίτη τον απόκοσμο γέροντα, με την πίστη την πηγαία, πήγαιναν υπουργοί, βιομήχανοι ζάπλουτοι, καθηγηταί, πρίγκηπες, Ιεράρχαι. Χωρικοί κτυπούσαν την θύρα του φτωχού του κελιού έως αργά την νύκτα. Η μεγάλη ψυχή του αποπνευματωμένου Λευίτη σήκωναν αμαρτίας και άνοιγε την χρυσή πύλη του φωτός και της μετανοίας εις πάμπολλες βαρύθυμες συνειδήσεις, διά να αλλάσσουν τρόπον ζωής.

Προ τινων ετών ήλθεν εις τα Πατριαρχεία, νοσταλγός της παλιάς του διάβας και δοκίμασε βαθύτατη ευτυχία, όταν προσκύνησε εδώ και εις άλλας Εκκλησίας και επανεύρεν ένα παλαιόν του φίλον, τον Αίδεσ. Δημήτριον Βαλλιάνον. Τον εχαρήκαμεν όλοι και απηλαύσαμεν την διδασκαλίαν του.

Την 15ην Φεβρουάριου 1960, με πολλήν λύπην έμάθομεν ότι εις ήλικίαν 90 ετών ανεπαύθη εν Κυρίω».