Ο άγιος των Αθηνών, ο Νικόλαος Πλανάς, ο οποίος συγκίνηση με τη δράση του τον… άγιο των γραμμάτων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, γεννήθηκε το 1851 στη Νάξο. Ο μικρός Νικόλαος βρέθηκε κοντά στην Εκκλησία λόγω του παππού του Γεωργίου Μελισσουργού, που ήταν ιερέας. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας απεβίωσε ο πατέρας του, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί για βιοποριστικούς λόγους να μετακομίσει οικογενειακώς στην Αθήνα. Θέλοντας να ικανοποιήσει την επιθυμία της μητέρας του, παντρεύτηκε πριν χειροτονηθεί διάκονος το έτος 1879 μ.Χ.. Ομως πολύ σύντομα και συγκεκριμένα κατά την επόμενη χρονιά κατά τη γέννηση του υιού του, Ιωάννη, έμεινε χήρος.

Στις 2 Μαρτίου 1884 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι, στο οποίο έψαλλε κάθε Κυριακή ο  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Μετά τη χειροτονία του μοίρασε εξ’ ολοκλήρου το μερίδιο που του αναλογούσε από την πατρική περιουσία στους φτωχούς, προκειμένου να αφιερωθεί πλήρως στο ποιμαντικό του έργο.

Αρχικά τοποθετήθηκε εφημέριος στον Αγιο Παντελεήμονα Ιλισσού και στη συνέχεια μετακινήθηκε δυσμενώς στο μικρό εκκλησάκι τότε του Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού επί της οδού Βουλιαγμένης.

Στις 2 Μαρτίου 1932 παρέδωσε το πνεύμα του και το γεγονός της κοιμήσεώς του διαδόθηκε ταχύτατα σε όλη την Αθήνα και χιλιάδες πιστοί προσήλθαν στον Αγιο Ιωάννη για να προσκυνήσουν τη σορό του Αγίου. Ενταφιάστηκε στον περίβολο του Ιερού Ναού, με τον τάφο του να προσελκύει καθημερινά πλήθος πιστών. Το 1992 κατά την ανακήρυξη της Αγιοκατατάξεως του ιερέως Νικολάου Πλανά στα Αγιολόγια της Εκκλησίας μας, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων των, τα οποία έκτοτε βρίσκονται σε ασημένια λάρνακα μέσα στον νέο περικαλλή νέο Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου επί της οδού Βουλιαγμένης.

Στο διήγημά του «Ιερείς των πόλεων και ιερείς των χωρίων» που δημοσιεύτηκε στο λεύκωμα «Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας τού 1896», ο Αλέαξνδρος Παπαδιαμάντης γράφει: ... «Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία. Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνώσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πως να διδάσκωσι το ποίμνιον.

Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν ή πενήντα λεπτά ή μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί ολόκληρον παννύχιον ακολουθίαν. Απόδειπνον, Εσπερινόν, Ορθρον, Ωρας, Λειτουργίαν. Το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν του δώσης μόνον δύο δραχμάς, δεν παραπονείται.

Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα, δι’ είκοσι λεπτά τα οποία του έδωκες εισάπαξ. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ’ αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού, από πρόσφορα η αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

Μίαν φοράν έτυχε να χρεωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πληρώση, είχε δέκα η δεκαπέντε δραχμάς, όλα εις χαλκόν, επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσε και δεν ημπορούσε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος, εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και του τα εμέτρησεν.

Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος, και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσοτέρας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον τας περισσοτέρας εσφαλμένας. Θα ειπήτε, διατί η αντίθεσις αυτή; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ’ εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν του Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ ή δις ή, το πολύ, τρις του έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά αλλ’ ατάκτως επανερχομένων, ως εις τους Αγιασμούς και τας Παρακλήσεις.

Τα λάθη, όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά. Και όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου του εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθίσαμεν, και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος του πρώτου των Μακαρισμών του Σωτήρος.

Τώρα, υποθέσατε δύο υποθέσεις, μίαν αδύνατον, και μίαν δυνατήν, υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχεν εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν η νέον· θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασσαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσότερον οίησιν και αξιώσεις. Θα ήτο διά τούτο καλύτερος;...».

Επίσης ο Παπαδιαμάντης αναφέρεται στον παπα-Νικόλα και στο διήγημά του, «Τα τραγούδια του Θεού» (1908), αυτή τη φορά ονομαστικώς. Γράφει ότι η μικρή Κούλα Μπούκη πέθανε και οι ψάλτες μαζί με τους ιερείς έψαλλον το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» και συνεχίζει χαρακτηριστικώς: «Μόνος ο παπα-Νικόλας από τον Αη-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι επίανε χωριστήν ακολουθίαν, εμουρμούριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. “Τι μουρμουρίζεις παπά;”, του είπα από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει. “Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου”, είπεν ο παπα-Νικόλας. Εις αυτό το άκακον αρμόζει η ακολουθία των νηπίων».