Γράφει η Βιργινία Δ. Χαμουδοπούλου - Κωνσταντινίδου

Iστορικός

Mετά την ευλογημένη συνάντηση και σύζευξη του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, στα πλαίσια της Ανατολικής Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, της Ρωμανίας/Βυζαντίου (4ος-15ος αιών) η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα Μοναστήρια διέσωσαν το υπόδουλο στους Οθωμανούς Ελληνικό Γένος, όπως είχαν δοξάσει τον Ελληνισμό και μετά την Αλωση της Πόλης από τους Φράγκους της τέταρτης Σταυροφορίας, τον Απρίλιο του 1204. Ο τότε Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Βατάτζης (12221254), ο «ελεήμων» χριστιανός και πατριώτης, τον οποίον η εκκλησία κατέταξε μεταξύ των Αγίων, για τη βαθυτάτη πίστη του και την ελεήμονα κοινωνική δράση του, έγραψε μια αξιοπρεπεστάτη επιστολή προς τον πανίσχυρο τότε Πάπα Γρηγόριο Θ’, τονίζοντας τη ρωμαίϊκη, ως Αυτοκράτορος, υποχρέωσή του να διεκδικεί την αλωθείσα από τους Φράγκους Βασιλεύουσα, βάσει «της ελληνικής συνειδήσεώς του, ταυτισμένης με την Ορθοδοξία».

Το κείμενο αυτής της επιστολής διαφωτίζει την ελληνορθόδοξη συνείδηση των Ρωμαίων έκπτωτων από τους Φράγκους βασιλέων. (βλ. Απ. Βακαλόπουλου, «Πηγές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού», σσ. 50-53). Αλλωστε είναι γνωστό ότι ο πεθερός του Βατάτζη, Θεόδωρος Λάσκαρης, συνέθεσε τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Από το 1261, οπότε οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες ανακατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, έως το 1453, η Αυτοκρατορία της Ρωμανίας/Βυζαντίου παρήκμασε πολιτικά, αποδυναμώθηκε και συρρικνώθηκε, εξ αιτίας της επεκτατικής πορείας των Οθωμανών στην Χερσόνησο του Αίμου, και έγινε θέατρο εμφυλίων πολέμων (14ος αι.). Επίσης οι θεολογικές αντιθέσεις μεταξύ των Ενωτικών και Ανθενωτικών επέφεραν ένα τραγικό ρήγμα στο σώμα του Γένους των Ορθοδόξων.

Η Ορθοδοξία δεν αντιμετώπιζε τότε μόνο τον βίαιο εξισλαμισμό, το παιδομάζωμα και την Τουρκοποίηση των χριστιανών. Στις παραμονές της Αλώσεως είχε δημιουργηθεί το ζήτημα των «ενωτικών» πολιτικών και διανοουμένων που ήλπιζαν στη βοήθεια του Πάπα στην επέλαση των Τούρκων, δεχόμενοι το παπικό πρωτείο και στην Ανατολή. Αντίθετα οι «Ανθενωτικοί» ενέμεναν στην Ορθόδοξη Αλήθεια και Ακεραιότητα της Ανατολικής-Ορθόδοξης Εκκλησίας και του, επί χιλιετία, αναπτυχθέντος στα μέρη αυτά ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Αλλωστε τον 14ο αι. η ενίσχυση του ασκητικού ησυχασμού, που αποτελεί την πεμπτουσία της ορθοδόξου σωτηριολογικής παραδόσεως, με κύριο εκπρόσωπο τον Αγιο Γρηγόριο Παλαμά, συνέβαλε αποφασιστικά στην ενίσχυση της ορθόδοξης πίστεως, που έσωσε κυριολεκτικά το ελληνικό γένος των Ρωμηών κατά την Τουρκοκρατία. Λίγο πριν από την Αλωση έγινε στη Φερράρα και στη Φλωρεντία (1438-39) η γνωστή Σύνοδος για την ένωση των εκκλησιών. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος, ελπίζοντας σε στρατιωτική βοήθεια από τον Πάπα, υποχρέωσε τους Ορθοδόξους απεσταλμένους του να υπογράψουν την Ενωση. Οι Παπικοί υπέβαλαν τους Ορθοδόξους απεσταλμένους σε ταπεινώσεις, ώστε να πάρουν την υπογραφή τους. Τελικά δύο δεν υπέγραψαν: Ο επίσκοπος Εφέσου Μάρκος Ευγενικός και ο Πλατωνιστής φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός. Πάντως η Ενωση κατέρρευσε κάτω από τη λαϊκή οργή στην Κωνσταντινούπολη, που διέσωσε την ακεραιότητα της Ανατολικής εκκλησίας και μαζί της τον υπερχιλιετή  ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Ο Αγγλος Βυζαντινολόγος Σερ Στήβεν Ράνσιμαν, στο μνημειώδες έργο του «Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία» γράφει ότι «Η ακεραιότητα της εκκλησίας διαφυλάχθηκε και μαζί με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού». (Κ. Χολέβα, «Εκκλησία και Ελληνική Διάρκεια», εκδ. Σταμπούλης, 200 σ.σ. 114-118).

Η Διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών κληροδοτήθηκε στους υποδουλωμένους Ρωμηούς και μετά την Αλωση. Το φιλοδυτικό πνεύμα ποτισμένο και από τους Αρχαιολάτρεις Ελληνες Λογίους, εισέβαλε στους κύκλους επιφανών διανοουμένων Ρωμηών σε αντίθεση με τον Λαό που συνέχισε να συνιστά το πλήρωμα της Εκκλησίας, του μόνου θεσμού ο οποίος συνέχισε άθικτος τη λειτουργία του και μετά την Αλωση. Η Εκκλησία και τα μοναστήρια αναδείχθηκαν σε Κιβωτό του Γένους, υπό την προστασία της Εθναρχίας (του Οικουμενικού Πατριαρχείου). Μετά την πτώση της Πόλης το Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, που θα εμπόδιζε την αλλοτρίωσή του και θα εξασφάλιζε την ανάκαμψη και την επιβίωσή του. Αυτή την αποστολή ανέλαβε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Εθναρχία, ως ηγεσία του εκκλησιαστικού σώματος. Ετσι ο ρωμαίικος βίος και πολιτισμός συνέχισαν να υπάρχουν, παρά τις αρπαγές, τις λεηλασίες και τους εξευτελισμούς. Ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωση, ο Γεννάδιος  Σχολάριος ανακηρύχθηκε Εθνάρχης (μιλλέτ μπασί) των ρουμ (Ρωμιών ορθοδόξων) ως ανωτάτη γι’ αυτούς εκκλησιαστική και πολιτική αρχή. Η Εθναρχία, σε καιρό δουλείας, έδωσε στη Ρωμηοσύνη χριστιανική ενότητα και συνοχή απαραίτητη στις απαντήσεις της Ανατολής προς τους δυτικόφρονες «Ενωτικούς».

Η εθναρχική εξουσία του κλήρου στη δουλεία δεν αιφνιδίασε τους Ρωμηούς. Στο «Βυζάντιο» η συμμετοχή κληρικών, και μάλιστα επισκόπων, σε κρατικές υπηρεσίες ήταν συχνή. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις κληρικοί ανέλαβαν υψηλά κρατικά λειτουργήματα. Οι πατριάρχες Νικόλαος Α’, Μυστικός (10ος αι.) και Μιχαήλ Κηρουλάριος (11ος αι.) έγιναν αντιβασιλείς σε κρίσιμες περιπτώσεις. Για τούτο οι υπόδουλοι Ρωμηοί, αν έμεναν έξω από την Εθναρχία, θα ήσαν θρησκευτικά και πολιτικά ακέφαλοι, απροσανατόλιστοι στις απαιτήσεις των Δυτικοφρόνων ενωτικών. Μέσα στον ζόφο των δεινών ο Πατριάρχης Γεννάδιος (ως μοναχός), ο Γεώργιος Σχολάριος, κάτοχος μεγάλης παιδείας διέκρινε την ελπίδα της Ανάστασης. Η Μεγάλη Ιδέα γεννημένη μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους(1204) έγινε η βασική ιδεολογία του κλήρου και του λαού κατά την Τουρκοκρατία. Στην εξωπραγματική αποδοχή του πρωτείου του Πάπα, η Ορθοδοξία απαντούσε με την πνευματική αλήθεια της «μυστικής» ενότητας όλων των ορθοδόξων εκκλησιών ελληνοφώνων, σλαβοφώνων, αραβοφώνων κ.ο.κ. Η πανορθόδοξη πνευματική ενότητα μπορεί να θεωρηθεί ως ο ουσιαστικότερος παράγοντας ενότητας και συνοχής μεταξύ των υπόδουλων στους Οθωμανούς εθνών. Ομως το βάρος διατηρήσεως αυτής της συνοχής έπεφτε μοιραία στο Γένος των Ελλήνων αφού η «Μία, Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», ενωμένη, επί χίλια χρόνια, με τον ελληνισμό και την ελληνική γλώσσα είχε διατηρήσει ζωντανή τη δογματική και λειτουργική ενότητά της ως «σώμα Χριστού», που δεχόταν τις Οικουμενικές Συνόδους ως ανώτατο όργανο και κρατούσε τα Μέλη της με την Πίστη, τη Λατρεία και τη συμμετοχή στα ίδια Μυστήρια. Αλλωστε ο θεσμός της εθναρχίας και τα προνόμιά της αποδείχθηκαν ευεργετικά για το Γένος.

   

Ετσι διαμορφώθηκε το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο» κατά τον Ν.Γιόργκα. Ο Ελληνισμός διαμορφώθηκε ως μία εθνική δύναμη ανάμεσα στις άλλες ορθόδοξες εθνότητες της Βαλκανικής. Εκτός από την Εκκλησία και τα Μοναστήρια φωτισμένοι ιεροκήρυκες βοηθούσαν, με το κήρυγμά τους, στην καθιέρωση του ελληνικού τρόπου σκέψης και έκφρασης ως υπόθεσης σύνολης της Ορθοδοξίας, κυρίως όμως ενδυνάμωναν τη λαϊκή ελληνική ψυχή που διαφύλαξε την «άπαξ τοις Αγίοις παραδοθείσαν πίστιν». Οι 11 προσπάθειες της Δύσεως για την Ενωση των εκκλησιών (11ος-15ος αι.) απέτυχαν ακριβώς διότι αποδοκιμάσθηκαν από το ορθόδοξο πλήρωμα που παρέμενε πιστό στην αντίσταση του Ορθοδόξου Κλήρου και των Μοναχών. Ο Λαός, με εμπιστοσύνη στο θέλημα του θεού και τη δική του συλλογική δύναμη, διατήρησε μέχρι σήμερα την αρχή που έθεσε η «Απάντησις της εν Κων/πόλει Συνόδου», το 1895, προς τον Πάπα Λέοντα ΙΓ’ και η οποία έλεγε το εξής: «Η φυσικοτέρα οδός προς την Ενωσιν εστίν η επάνοδος της Δυτικής Εκκλησίας προς το αρχαίον δογματικόν και διοικητικόν καθεστώς». Ας μη λησμονούμε ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πριν από την εκφράγκευση της Ευρώπης, δεν υπήρχαν δογματικές διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Ας μας επιτραπεί να εμβαθύνουμε λίγο στο πνευματικό περιεχόμενο της εκκλησιαστικής Λατρείας και των Μοναστηριών με βάση τα φωτισμένα συγγράμματα του Διδασκάλου του Γένους  πατρός Γ. Μεταλληνού και του καταξιωμένου σε θέματα της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, κ. Κωνσταντίνου Χολέβα. Στη λατρεία της Εκκλησίας μας ανανοηματοδοτείται, με κέντρο τον Χριστό, σύνολη η ζωή του ανθρώπου «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».

Οι πιστοί λουσμένοι μέσα στο φως καλούνται πνευματικά, μέσα από την Αγία Τράπεζα, σε μία αγιασμένη κοινωνία που λειτουργεί σωστικά για τον άνθρωπο. Γιατί ο μόνος και αληθινός λειτουργός αλλά και απεσταλμένος από τον Θεό είναι ο Χριστός, ο οποίος στο πρόσωπό Του εισάγει στην ιστορία ένα νέο είδος θεανθρώπινης ιεροσύνης. Ο Χριστός είναι ο μόνος αυθεντικός Αρχιερέας που προσφέρει την τέλεια θυσία, δηλαδή τον θεανθρώπινο εαυτό  Του. Η θυσία Του στη λατρεία της Εκκλησίας είναι αναίμακτη και πνευματική και τελικά ο Χριστός είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος. Στη χριστιανική λατρεία υπάρχει μία διπλή κίνηση: του ανθρώπου προς τον Θεό, που δέχεται την ανθρώπινη δοξολογία, και του Θεού προς τον άνθρωπο, που αγιάζεται από τη θεϊκή χάρη. Ετσι ο Χριστός ενώνεται, διά της Θείας Κοινωνίας, «ασύγχυτα και αδιαίρετα» με το «κοινωνικό» σώμα του, τους πιστούς Του, που με ελεύθερη βούληση προσεγγίζουν τα Ιερά Μυστήρια. Στους χαλεπούς καιρούς της δουλείας το ελεύθερο φρόνημα πλανιόταν μέσα στην εκκλησιαστική λατρεία, που δεν έπεσε ποτέ σε μαρασμό. Η Ορθόδοξη εκκλησία, βλέποντας την ελευθερία ως φυσικό κλίμα αναπτύξεως του ανθρωπίνου προσώπου σε όλους τους τομείς της ζωής του, πρωτοστατούσε και πρωτοστατεί στους απελευθερωτικούς αγώνες, στα πλαίσια του θείου θελήματος.

Η συμμετοχή του Κλήρου σ’ αυτούς τους αγώνες σχετιζόταν πάντοτε με την αποκατάσταση του Γένους των Ελλήνων. Ο αείμνηστος Σερ Στήβεν Ράνσιμαν γράφει στον πρόλογο του μνημειώδους έργου του «Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία»: «Η ορθοδοξία διεφύλαξε τον ελληνισμό κατά τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων. Αλλά και χωρίς την ηθική δύναμη του ελληνισμού η ίδια η Ορθοδοξία πιθανόν να είχε μαραζώσει». Ο Ορθόδοξος Ελληνας, μετά το τέλος της λειτουργίας, μπορούσε να αναπτύξει υψηλό φρόνημα, εσωτερική δύναμη ακαταμάχητη και να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες ως κατά χάριν θεός, γιατί στην εκκλησιαστική λατρεία όλα  διαδραματίζονται με την παρουσία σ’ αυτήν του Αγίου Πνεύματος. Επίσης τα Μοναστήρια έπαιξαν και παίζουν ουσιαστικό  ρόλο στη διαμόρφωση και θεραπευτική λειτουργία της ορθόδοξης λατρείας γιατί, όπως τονίζει ο π. Μεταλληνός, ο Μοναχισμός συνιστά την αυθεντική συνέχεια της εκκλησιαστικής κοινωνίας αφού ο Μοναχισμός, με την άσκησή του, και την αδιάλειπτη προσευχή καθιστά όλη τη ζωή ως λατρεία αποτρέποντας την εκκοσμίκευση. Μετά το τέλος της Εικονομαχίας (9ο αι.) καλλιεργήθηκαν στις μονές τα κύρια δομικά στοιχεία της ορθόδοξης λατρείας: Η υμνογραφία και η μουσική που αποτελούν το κέντρο της Ορθοδοξίας και την πηγή του αγιασμού όλων των πτυχών της εν Χριστώ ζωής  μας.

Η ζωή του Μοναχού είναι αυθεντική σπουδή μετάνοιας, αφού η μετάνοια είναι η ουσιαστική επανάσταση που ο Χριστός εισήγαγε στον κόσμο για τη συνεχή ανανέωσή του. Ο πνευματικός αγώνας των Μοναχών, παράλληλα με το πολυεπίπεδο ενδιαφέρον τους για τον εξαγιασμό και την ψυχοσωματική ανακούφιση των πιστών, ήταν και είναι η μεγαλύτερη ευλογία για το εκκλησιαστικό σώμα, που, υπό την προστασία της εθναρχίας, έσωσε στην κυριολεξία τον Ελληνισμό κατά την Τουρκοκρατία. Τα Μοναστήρια ήσαν κέντρα φύλαξης πολεμικού υλικού, καταφύγια πολεμιστών και πολιτών, αλλά και χώροι λειτουργίας των κρυφών σχολείων, τουλάχιστον κατά τα 200 πρώτα χρόνια της δουλείας, όπου οι Τούρκοι τοπικοί άρχοντες εμπόδιζαν τη σύσταση Σχολείων.

Στην καθημερινή τους ζωή οι Μοναχοί, από τον 4ο αι., είχαν συνδέσει άμεσα την εκκλησιαστική τους λατρεία με την πειθαρχημένη άσκηση μέσα από τις γονυκλισίες, τη συντριβή, την αυτομεμψία, την υποταγή στον Θεό. Με οργανωτή τον Μέγα Βασίλειο, το μοναστικό κοινόβιο συνέστησε μία μοναστική ενορία όπου η ζωή των Μοναχών εκφράζεται ως λειτουργική δοξολογία, παράλληλα με διακονήματα που καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες. Οι προτεραιότητες των Μοναχών υπενθυμίζουν στους πιστούς ότι, αν η Θεία Λειτουργία και Λατρεία δεν ξαναγίνουν το κέντρο της ζωής, ο κόσμος μας δεν έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τη διάσπαση, το κενό και κυρίως τον θάνατο, παρά τα φιλότιμα ανθρωπιστικά συστήματα και προγράμματα βελτιώσεως της ανθρώπινης ζωής. Στις Μονές οι πιστοί δέχονται αυθεντική πνευματική καθοδήγηση. Για τούτο σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές πνευματικοί ηγέτες αναδείχθηκαν όχι πατριάρχες και επίσκοποι, αλλά μεγάλοι Γέροντες και Ασκητές. Ο συνεχής αναβαπτισμός των υπόδουλων Ελλήνων στη μοναστική ασκητική και λειτουργική πράξη συνετέλεσε αποφασιστικά στη σωτηρία του Γένους μας μέσα στα Μοναστήρια (κυρίως του Αγίου Ορους), από τα οποία αναδύθηκαν μεγάλες προσωπικότητες Πατέρων, Διδασκάλων του Γένους, αλλά και Νεομαρτύρων.

Η ανάληψη αξιωμάτων στην Οθωμανική Διοίκηση από Ελληνες Φαναριώτες βοήθησε την Εθναρχία να γίνει χώρος ανάπτυξης και πολιτικής ζωής, δεδομένου ότι οι Λόγιοι αυτοί Ελληνες συνέβαλαν τα μέγιστα στην πορεία προς την πολιτική και πνευματική ζωή του Γένους. Στα πλαίσια κάποιας πολιτικής οργάνωσης πρωτοστάτησε ο θεσμός των Κοινοτήτων, όπου πάλι το κέντρο της παντοειδούς συλλογικής ζωής των υποδούλων ήταν ο Ορθόδοξος Ναός. Το κοινοτικό σύστημα είχε ήδη λειτουργήσει από τη «βυζαντινή» περίοδο, ενώ, συνυφασμένο με την ορθόδοξη παράδοση, αναπτύχθηκε τα μέγιστα στα χρόνια της δουλείας με κέντρο την εκκλησία. Η κοινοτική ζωή και η συσσωμάτωση των πιστών στα Ιερά Μυστήρια υπήρξε η έκφραση του φιλαδέλφου και φιλανθρώπου πνεύματος της Ορθοδοξίας που χαρακτήριζε τις κοινότητες. Με γνώμονα την από τον 4ο αι. κοινοβιακή ζωή των Μοναστηρίων η Ενορία έμεινε στην ενωμένη Ρωμηοσύνη το κέντρο όλης της ζωής, αφού ήταν ο χώρος επίλυσης όχι μόνο θρησκευτικών, αλλά και κοινωνικών δράσεων. Αλλωστε η ελευθερία που επικρατούσε στις τοπικές επισκοπές, κάτω από την πανενωτική δύναμη των Ιερών Συνόδων, αποτελούσε ένα λαμπρό παράδειγμα για το κοινοτικό σύστημα. Κάθε ορθόδοξος ναός γινόταν κέντρο κοινοτικής ζωής, στην οποία η διάσταση ανάμεσα στη θρησκευτική, κοινωνική και πολιτική ζωή ήταν αδιανόητη, παρ’ όλο που οι εξουσίες των ασκούντων πολιτική εξουσία και οι αρμοδιότητες των κληρικών ήσαν διακριτές. Ωστόσο ο Κλήρος, μέσα στην Κοινότητα, είχε και δικαστική δικαιοδοσία σε υποθέσεις αστικού Δικαίου(διαθήκες, γάμοι κ.ά).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε κοινότητα αποτελούσε μία μικρή «βυζαντινή» αυτοκρατορία, αφού και στις κοινότητες της Τουρκοκρατίας οι φορείς της πολιτικής εξουσίας δεσμεύονταν συχνά από την παράδοση, τη γνώμη του Λαού και τη συνεργασία τους με τον Ιερό Κλήρο, όπως συνέβαινε και στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ο υπέρμαχος του θεσμού των κοινοτήτων Ιων Δραγούμης έγραψε, στις αρχές του 20ου αι., για τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού ότι, όταν βρεθούν 10 Ρωμιοί, φτιάχνουν κοινότητα κτίζοντας πρώτα την εκκλησία και ύστερα το σχολείο. Μελετώντας κανείς τα καταστατικά των κοινοτήτων και των συντεχνιών της Τουρκοκρατίας διαπιστώνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο των κληρικών, καθώς και τη συνεχή αναφορά στο πνεύμα της Καινής Διαθήκης και των Πατερικών κειμένων. Το καταστατικό της συντεχνίας των Αμπελακίων της Θεσσαλίας συνετάγη από τον επίσκοπο Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονύσιο. Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη εκκλησία διέσωσε το Γένος και την εθνική μας ταυτότητα, με τις θυσίες των κληρικών, αλλά και τη δημιουργία φανερών ή κρυφών σχολείων. Ο υπόδουλος ελληνισμός δεν βυθίστηκε ποτέ στο πνευματικό σκοτάδι. Η έλλειψη παιδείας αφορούσε μόνο το πλατύ στρώμα του λαού, που αρχικά δεν είχε τη δυνατότητα σχολικής παιδείας. Αλλωστε και πριν από την Αλωση η κατάσταση για τον λαό δεν ήταν καλύτερη. Θεωρείται βέβαιο ότι κατά την Τουρκοκρατία στα μεγάλα κέντρα λειτουργούσαν «κοινά σχολεία» (δημοτικά) με λίγους μαθητές, και δασκάλους αμοιβόμενους από τις εύπορες οικογένειες.

Τα πρώτα 150 χρόνια της δουλείας δημιουργήθηκε ρήγμα στην πολιτιστική παράδοση του έθνους εξ αιτίας της μη οργανωμένης παιδείας, της φυγής Λογίων στη Δύση και της οικονομικής δυσχέρειας. Οπωσδήποτε δεν υπήρξε συστηματική δίωξη της παιδείας εκ μέρους των Τούρκων. Ωστόσο πολλές φορές οι διώξεις γίνονταν από ορισμένους, κατά τόπους Τούρκους αξιωματούχους. Το αρχαιότερο εκπαιδευτικό, ανώτερης παιδείας, ίδρυμα της Εκκλησίας ήταν η Πατριαρχική Σχολή στην Πόλη (1454) που ίδρυσε ο Γεώργιος Σχολάριος. Σπουδαία επίσης υπήρξε η απόφαση Συνόδου υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β’ (1593) προς τους Μητροπολίτες για την ίδρυση σχολείων και την υποστήριξη της παιδείας στις επαρχίες τους, «ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι». Ετσι τα σχολεία άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ενώ μεγάλες μορφές Διδασκάλων του Γένους άρχισαν να εμφανίζονται. Πρωτοπόρος στάθηκε ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης (1572-1638), που έφερε το πρώτο τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη. Γνήσιος εκπρόσωπος του πατερικού πνεύματος και  μεγάλος Διδάσκαλος του Γένους υπήρξε ο Αγιος Ευγένιος ο Αιτωλός (15951682), πρόδρομος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Επίσης κορυφαία προσφορά προς την ελληνική παιδεία στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα ήταν η λειτουργία των κρυφών σχολείων στους νάρθηκες των Ναών και στα Μοναστήρια, με κύρια βοηθήματα το ψαλτήρι και την οκτώηχο. Ηταν τα περίφημα «κολλυβογράμματα». Η συνήθεια αυτή ξεκίνησε από τη «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία και συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας, ιδίως τους δυο πρώτους αιώνες της δουλείας έως τα μέσα του 17ου αιώνα, οπότε οι Τούρκοι άρχισαν να γίνονται πιο ανεκτικοί στα θέματα της παιδείας.

Τον 18ο με 19ο αι. άρχισαν να ευδοκιμούν πολλά φανερά Σχολεία, στα μέρη όπου ζούσαν Ελληνες, αλλά και σ’ αυτήν την προσπάθεια πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισαν τα Μοναστήρια και οι Κληρικοί. Ορισμένοι διανοητές και ερευνητές αμφισβήτησαν κατά καιρούς την ύπαρξη των Κρυφών Σχολείων, νομίζοντας ότι έτσι μειώνουν τον ιστορικό ρόλο που έπαιξε η εκκλησία μας στη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας και της ελληνικής γλώσσας (λογίας και δημώδους), που κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό ως ηγήτορα και της μεταβυζαντινής περιόδου. Το κρυφό σχολειό λειτούργησε ακόμα και τον 18ο-19ο αι., όταν κάποιοι τοπικοί Οθωμανοί διοικητές έδειχναν καταπιεστική συμπεριφορά, αλλά και όταν παράλληλα με τα φανερά σχολεία, έπρεπε να διδαχθεί ευρύτερα η Ιστορία μας, ώστε να καλλιεργηθεί εθνικό φρόνημα. Αλλωστε τα γεγονότα μιλούν μόνα τους και δεν είναι τυχαίο ότι, κατά την Τουρκοκρατία, θανατώθηκαν από τους Τούρκους 16 Πατριάρχες, 100 Επίσκοποι και αναρίθμητοι απλοί κληρικοί και μοναχοί. Ως προς τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, τη γλώσσα της Ορθοδοξίας, η εκκλησία έδωσε μία σοφή λύση. Στη λατρεία διατήρησε τη λόγια μορφή της γλώσσας των ιερών κειμένων, ενώ στο κήρυγμα χρησιμοποιήθηκε η δημώδης. Ο Μελέτιος Πηγάς, ο Μάξιμος Μαργούνιος, ο Κύριλλος Λούκαρης και ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, όλοι κληρικοί  του 17ου αι. πρωτοστάτησαν στην εκλαΐκευση του κηρύγματος φανερώνοντας στη δημώδη γλώσσα τη σύλληψη του μηνύματος των καιρών τους.

Αναφορικά με τη σπουδαιότητα του κηρύγματος ο πατερικός π. Μεταλληνός γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «Στη διάρκεια της μακραίωνης δουλείας ο άμβωνας, το πνευματικό παιδευτήριο του “Λαού του Θεού” δεν εσίγησε… Και στην ατελεστάτη ακόμα πραγμάτωση της  λειτουργικής σύναξης το θείο κήρυγμα ενεργεί πάντοτε σωστικά… Στο Γένος δεν έλειψαν ποτέ ιεροκήρυκες σοφοί και φωτισμένοι, οι οποίοι διοχέτευαν το κηρυγματικό μήνυμά τους στο Λαό, είτε ζωντανά, είτε μέσω των ομιλητικών, γραπτών έργων τους… Υπήρξαν συλλογές κηρυγμάτων που άγγιξαν την ψυχή του Λαού διαχρονικά με επανεκδόσεις και ανατυπώσεις… Τον 16ο αι. διαδόθηκε ταχύτατα το βιβλίο “Θησαυρός” του Δαμασκηνού Στουδίτου. Τον 18ο αι. δημοσιεύθηκαν “Οι Διδαχές” του Ηλία Μηνιάτη και τότε πρωτοακούσθηκε το κήρυγμα (“Διδαχές”), του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Τα έργα αυτά έθρεψαν και τρέφουν γενεές κληρικών και λαϊκών μέχρι σήμερα… Η ρωμαίικη γλώσσα τους κατόρθωσε να μεταφέρει θεμελιώδη στοιχεία της πατερικής-λογίας θεολογικής παράδοσης στα λαϊκά στρώματα…

Κοινό γνώρισμά τους είναι ο συνδυασμός θεολογικών θέσεων με στοιχεία της αρχαίας ελληνικής σοφίας ως ανανέωση του παραδείγματος των μεγάλων πατέρων του 4ου αι.» (Μ. Βασιλείου-Ιωάνν. Χρυσοστόμου-Γρηγορίου του Θεολόγου), π. Γ. Μεταλληνού «Ο Λαός του Θεού», εκδ. ΑΡΜΟΣ, 2015, σ.σ. 85-117). Στην προσπάθεια της Εκκλησίας, των Μοναστηριών, των Σχολείων και του Ιερού Κηρύγματος για τη διάσωση του Ορθοδόξου ήθους προσθέτουμε την ευλογημένη παρουσία των Νεομαρτύρων σε κάθε σχεδόν γωνιά της ελληνικής γής. Οι Νεομάρτυρες ήσαν Νεαροί συνήθως Ελληνες, αγρότες, ναυτικοί ή υπάλληλοι που αρνούνταν τον εξισλαμισμό ή τον απέβαλλαν, παρά τα σκληρά εις βάρος τους βασανιστήρια. Αυτή η εμπράγματη θεολογία του Μαρτυρίου συντήρησε την εκκλησιαστική συνείδηση στους Αιώνες της Τουρκοκρατίας.

Οι Νεομάρτυρες, αμέσως μετά το μαρτύριο, αναγνωρίζονταν ως Αγιοι από τον Λαό, πριν από την επίσημη ανακήρυξή τους από το Πατριαρχείο. Γιατί η αξιότητα για τους Ρωμηούς της Τουρκοκρατίας ήταν πάνω από την ανθρώπινη σοφία. Αλλωστε οι Αγιοι είχαν ολοκληρώσει τον ρόλο των σοφών της ελληνικής Αρχαιότητας. Οι βίοι των Νεομαρτύρων διαβάζονταν είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε ως συναξάρια στις εκκλησίες. Ο μέγας υμνητής τους ο Αγιος Νικόδημος Αγιορείτης τους απεκάλεσε «ανακαινισμόν όλης της Ορθοδόξου Πίστεως» (Αγ. Νικ, Αγιορ., Νέον Μαρτυρολόγιον εκδ. Βενετία 1794, σ.σ. 98-101). Κορυφαίος ανάμεσα στους Νεομάρτυρες, ανακηρυγμένος Αγιος από την εκκλησία και καθολικά αναγνωρισμένος από τους ερευνητές και ιστορικούς είναι ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Πατροκοσμάς (1714-1779). Ηταν θέλημα Θεού να συγκεντρωθούν στο πρόσωπό του ανωτάτη θεολογική μόρφωση, εμπειρική-ησυχαστική ζωή, που τον οδήγησε στην Αγιότητα, προορατικό χάρισμα, φιλοπατρία και βαθιά φιλανθρωπία, σεβασμός στην Αρχαία ελληνική κληρονομιά, όπως και ικανότητα μεταφοράς των Μυστηρίων της Θείας Αποκαλύψεως στην απλή γλώσσα του Λαού.

Ο Αγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο Μέγα Δένδρο της Αιτωλοακαρνανίας από πτωχούς, αλλά ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε από τον ιεροκήρυκα Ανανία και ύστερα φοίτησε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Ορους κοντά σε ονομαστούς διδασκάλους, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης. Ολοκλήρωσε τις γνώσεις του στο ασκητικό κελλί του στη Μονή Φιλοθέου, όπου έμεινε επί 17 χρόνια. Στο τέλος του 1760 πήγε στην Πόλη, όπου ζήτησε την άδεια του Πατριάρχου Σεραφείμ Β’, (17571761) προκειμένου να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο «επειδή το Γένος μας έπεσε στην αμάθεια» Περιόδευσε όλη την Ηπειρωτική Ελλάδα, πήγε στις Κυκλάδες, στα Εφτάνησα και επέμεινε στην Ηπειρο και τη Δυτική Μακεδονία, όπου υπήρχαν πολλά κρούσματα αλλαξοπιστίας και εγκατάλειψης της ελληνικής γλώσσας. Πολεμώντας τον δυτικό ηθικισμό μετέδιδε με τις «Διδαχές» του την αποκάλυψη του ευαγγελίου ως μοναδικού και  διαχρονικού τρόπου υπάρξεως στην καθημερινή ζωή.

Ο Χριστός είναι για τον Πατροκοσμά ο Θεός, αλλά και ο γλυκύτατος αυθέντης και Δεσπότης που διδάσκει (σε αντίθεση με τους ανθρώπους) την ταπείνωση, την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχωρητικότητα. Μετέφερε στον Λαό την αποκτημένη από τον ίδιο κοινοβιακή εμπειρία στο Αγιο Ορος «Χριστός και ψυχή σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο, όλος ο κόσμος να πέση, δεν μπορεί κανείς να σας τα πάρει, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας». Σε γλώσσα απλή και χυμώδη μετέφερε και στον πιο αγράμματο πολίτη τα πρωταρχικά στοιχεία της χριστιανικής εμπειρίας, με κέντρο πάντα τον Χριστό. Ο Αγιος Κοσμάς υπήρξε και θαυματουργός. Συχνά θαυμαστά γεγονότα ακολουθούσαν τους λόγους του. Διαβάζοντας τις «Διδαχές» του διαπιστώνει κανείς ότι δύο ήσαν οι κεντρικοί άξονες του λόγου του: Ο Χριστός και η Ελλάδα. Στην θρησκευτική και πατριωτική συνείδηση έβλεπε τη μελλοντική ανύψωση του Γένους: «Να φτιαχτεί το Ρωμαίικο». Οπως ακριβώς το οραματίστηκε ο Ρήγας. Γι’ αυτό, μετά την Ορθοδοξία, ο δεύτερος βαθμός του κηρύγματός του είναι εθνικός, με την καλλιέργεια του εθνισμού διά των γραμμάτων και της ελληνορθόδοξης παιδείας. Ιδρυσε 247 Σχολεία σε ορισμένα από τα οποία διδάσκονταν τα Αρχαία Ελληνικά, και 1100 κατώτερα σχολεία. Πίστευε ότι το σχολείο ανοίγει εκκλησίες, αφού τα γράμματα που μάθαιναν τότε τα παιδιά ήταν ποτισμένα με το πνεύμα της Χριστιανοσύνης: «Χωρίς τα σχολεία περιπατούμεν εις το σκότος».

Επίσης έδινε μεγάλη σημασία στο βάπτισμα και κυρίως στο σωστό τελετουργικό του βαπτίσματος με τις τρεις καταδύσεις του νεοφώτιστου μέσα στην κολυμβήθρα. Εντυπωσιακό είναι το προορατικό του (προφητικό) χάρισμα, ορισμένες δε από τις 122 προφητείες του ανταποκρίνονται και σε σημερινά εθνικά και πνευματικά δεδομένα: «Θα έρθη καιρός που οι Ρωμηοί θα τρώγονται μεταξύ τους», «Το κακό θα σας έρθει από τους διαβασμένους». «Θα έρθει καιρός που δεν θα υπάρχη αυτή η αρμονία που είναι σήμερα μεταξύ λαού και κλήρου». «Οι κληρικοί θα γίνουν οι χειρότεροι και οι ασεβέστεροι των όλων». Ως προς τη σημερινή εποχή θα θέλαμε όλοι οι κληρικοί μας ενωμένοι να πολεμήσουν τη διείσδυση της Πανθρησκείας στα πλαίσια της οικουμενιστικής -Νέας εποχής που αντιστρατεύεται την ορθόδοξη εν Χριστώ σωτηριολογική οικουμενικότητα.

Η ζωή του Αγίου Κοσμά σφραγίστηκε με το μαρτύριο. Οι Τούρκοι, με τη φανατισμένη παρακίνηση των Εβραίων τον κρέμασαν έξω από το χωριό Καλικόντασι, δίπλα στον ποταμό Αψο, στις 24 Απριλίου 1779. Ο Αγιος, έχοντας ολοκληρώσει το κατά δύναμιν ιερό του έργο, λίγο πριν, αλλά και κατά το μαρτύριό του, ευχαριστούσε με θερμές προσευχές τον θεό που θα τον δεχόταν κοντά Του. Η Αγία μορφή του Πατροκοσμά αποτελεί οδηγητικό ορόσημο και στον σημερινό μας αγώνα για την εθνική μας ταυτότητα, δηλαδή την ιστορική επιβίωση και συνέχειά μας. Δίκαια χαρακτηρίστηκε ως «ο μεγαλύτερος από την Αλωση Ελληνας» και ως «Πατέρας του Νεώτερου Ελληνισμού». Στους Ελληνες Ρωμηούς της Τουρκοκρατίας οφείλουμε απέραντη ευγνωμοσύνη. Το «Γένος των Ρωμαίων» στα χρόνια της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας συμπεριελάμβανε όλους τους ορθοδόξους υπηκόους της ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής. Ομως, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η φράση το «Γένος των Ρωμαίων» χαρακτήριζε κυρίως τους υποδουλωμένους στους Οθωμανούς Ελληνες ή Γραικούς αδιάφορο, διότι αυτοί κυρίως συνέχισαν την ελληνορθόδοξη πορεία της Ρωμανίας αφού, με οδηγό τον Ανώτερο και Κατώτερο Ορθόδοξο Κλήρο, προσπάθησαν να αντισταθούν σοβαρά όχι μόνο στην Οθωμανική λαίλαπα, αλλά και στη βίαιη διείσδυση του ευρωπαϊκού ορθολογισμού, όπως και στη, δια της Ουνίας, παρεμβολή του Βατικανού στα εδάφη της πρώην Ελληνορθόδοξης Αυτοκρατορίας.

Τη Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018 ζήσαμε συγκλονισμένοι την απίστευτη τραγωδία των δεκάδων νεκρών, τραυματιών και ξεσπιτωμένων συνανθρώπων μας, εξ αιτίας της πυρκαγιάς στην Ανατολική Αττική. Για μία ακόμη φορά το αναπάντητο «Γιατί;». Για μία ακόμα φορά ο αβάσταχτος πόνος, η απελπισία, η σταύρωση χωρίς ελπίδα εξ αιτίας εγκληματικών ανθρωπίνων λαθών και παραλείψεων. Ωστόσο την ίδια μέρα γιορτάστηκε, όπως κάθε χρόνο, στην Τήνο η επέτειος  του αποκαλυπτικού οράματος της Μοναχής, μετέπειτα Οσίας Πελαγίας, στο ορθόδοξο Μοναστήρι του Κεχροβουνίου, αφιερωμένου στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Στις 23/7/1822 η Πελαγία είδε ολοζώντανη στο κελλί της την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία την παρότρυνε να κοινοποιήσει στους αρμόδιους φορείς την επιθυμία της για την εύρεση εικόνας Της, που ήταν θαμμένη επί εκατοντάδες χρόνια στο χωράφι του Αντωνίου Δοξαρά και να οικοδομηθεί Ιερός Ναός επί του χώρου της ευρέσεως.

Η Θεοτόκος, στην παράκληση της Μοναχής να της φανερώσει την Ταυτότητά Της απάντησε «Ευαγγελίζου Γη χαράν μεγάλην» υποδηλώνοντας ότι η διά της εικόνας του Ευαγγελισμού Παρουσία και Σκέπη Της θα απευθυνθεί προς όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής, Εθνους ή φύλου. Το Ακτιστο κατέβηκε στον κόσμο του Κτιστού για να παρηγορήσει, να χαρίσει ελπίδα, να φωτίσει μεσούσης της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αντίστοιχα η συγκλονισμένη μοναχή Πελαγία απάντησε στην Παναγία μας:   «Αινείτε ουρανοί Θεού την Δόξαν». Από τον κόσμο του Κτιστού, η ευσεβεστάτη Μοναχή, έξω από κάθε γήινο, ατομικό βίωμα ανοίχθηκε προς τα Ουράνια. Στον «διάλογο» αυτό εμφαίνεται ο Οικουμενικός χαρακτήρας της Ορθοδοξίας. Η πάνσεπτος εικόνα βρέθηκε, μετά από πολύμηνες προσπάθειες, στις 30/1/1823. Το 1836 ο περικαλής Ναός της Μεγαλόχαρης  ήταν ήδη έτοιμος, ως το Πρώτο μνημείο του νεοσύστατου από το 1830 Ελληνικού Κράτους, συγκεντρώνοντας πιστούς από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, προκειμένου να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα.

«Το θαύμα και το τάμα, ανέφερε σε κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου και Τήνου κ. Δωρόθεος Β’, δύο έννοιες που συγκλονίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη έλαβαν, από  τη στιγμή της ευρέσεως, την καταξίωση και την πληρότητά τους στην ευλογημένη Τήνο». Ομως τη χαρμόσυνη, την αναστάσιμη αυτή επέτειο τη σκέπασε, μετά  από  196 χρόνια το εθνικό πένθος της 23ης Ιουλίου 2018. Συγκλονισμένοι από την ταχύτατη και ουσιαστική βοήθεια από τους εθελοντές και αλληλέγγυους συμπολίτες μας προς τους πυρόπληκτους, ευχόμαστε και προσευχόμαστε η ημέρα πένθους και απελπισίας να μεταβληθεί, με το πέρασμα του χρόνου, σε ημέρα αναγέννησης και ελπίδας. Η ενεργός και πολυσχιδής βοήθεια της εκκλησίας μας προς αυτή την κατεύθυνση έχει παραμείνει, ως συνήθως, στο σκοτάδι, παρά την ενεργό κινητοποίηση σχεδόν όλων των Μητροπόλεων της πατρίδας μας. Ομως η Ορθοδοξία περικλείει μέσα της δύο αναπόσπαστα βιώματα. Το σταυρώσιμο και το αναστάσιμο. Το πένθος, τη λύπη, την οδύνη, αλλά και τη χαρά, τη μεταμόρφωση, τη λύτρωση. Γι’ αυτό, κράτησε το Γένος ζωντανό, όπως ήδη παραπάνω τονίσαμε. Ο θάνατος και ο πόνος μέσα στην εκκλησία μας δεν είναι παρά γήινα επεισόδια. «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται» (Ιω.ια’ 25) βροντοφώνησε ο αρχηγός της ζωής, ο Χριστός. Γιατί η Ορθοδοξία ενώνει το ορατό με το αόρατο, το κτιστό με το Ακτιστο. Τη γη με τον ουρανό, την αιωνιότητα. Δεν είναι τυχαίο που η Ορθοδοξία κράτησε και ολοκλήρωσε τον ελληνισμό επί 1500 χρόνια (Ρωμανία/Βυζάντιο-Τουρκοκρατία).

Η Ορθοδοξία δεν αποβλέπει στην απλή ηθική καλυτέρευση του ανθρώπου. Δεν είναι ένα από τα φιλοσοφικά και κοινωνικά συστήματα. Σκοπεύει στην οντολογική, την αιώνια ανακαίνιση του ανθρώπου και όλης της Κτίσης. Τα 7 μυστήρια της εκκλησίας μας απηχούν γεγονότα από τη Γήινη ζωή του Χριστού (ο γάμος στην Κανά, το Βάπτισμα στον Ιορδάνη, ο Μυστικός Δείπνος κ.ο.κ.), και είναι ανοικτά για κάθε άνθρωπο. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει μυστικισμός ή μασονισμός. Η συμμετοχή του πιστού στα μυστήρια γίνεται με την ελεύθερη βούλησή του για τη Θεία Χάρη. Γιατί εδώ η Χάρη του Θεού και η ανθρώπινη ελευθερία συμπορεύονται. Τα μυστήρια δεν είναι κάτι μαγικό. Ενεργοποιούνται μόνο με την πίστη και την ελεύθερη συμμετοχή μας.

Ο Στήβεν Ράνσιμαν, σε συνέντευξή του το 1994 στο Βρετανικό ΒΒC, τόνισε ότι από τις μεγάλες ιστορικές εκκλησίες (ΚαθολικήΠροτεσταντική) θα επιβιώσει μόνον η Ορθόδοξη, γιατί πιστεύει στο θείο μυστήριο και δεν έχει αποτινάξει την ιδέα ότι δεν μπορούν να δοθούν όλες οι απαντήσεις μόνο από το ανθρώπινο μυαλό. Ομως το πρόβλημα στον τόπο μας είναι ότι οι υπεύθυνοι της κρατικής μηχανής είτε δεν γνωρίζουν, είτε παραποιούν την ιστορία μας, βλέποντας την Ορθοδοξία περίπου ως ένα αναγκαστικό καθήκον και όχι ως αναπόσπαστο από τον ελληνισμό δομικό στοιχείο του πολιτισμού μας. Ο ελληνισμός και η ορθοδοξία διασώζουν την καθολική Αλήθεια. Διασώζουν τέλεια το ανθρώπινο και το θείο. Το πάν. Οσο για τον ανθρώπινο πόνο, παρ’ ότι πολλές φορές είναι αβάσταχτος, αφυπνίζει τον άνθρωπο, αν δεν τον καταβάλλει, και τον βοηθάει να αναζητήσει τον χαμένο παράδεισό του. Κατά τον Αγιο Ειρηναίο, 
επίσκοπο Λουγδούνου, ο πόνος αποβαίνει ευεργετικός. Χωρίς αυτόν, όπως ομολογεί ο Ν. Μπερντάγιεφ, ο άνθρωπος δεν θα ανακάλυπτε το βάθος και την ουσία της ζωής του. Ακούσαμε ότι μία γυναίκα από τους πυρόπληκτους θέλησε να αυτοκτονήσει επειδή έχασε τους δικούς της. Με βαθειά ταπείνωση προσευχόμαστε στο Πανάγιο Πρόσωπο της Θεοτόκου να φωτίσει τους απελπισμένους συνανθρώπους μας χαρίζοντάς τους τη λύτρωση από τον αβάσταχτο πόνο και την ελπίδα ότι κάποτε θα ξαναζήσουν, όπως και την επίγνωση του μηνύματος της Αναστάσεως του Κυρίου μας.

Ευγνωμονούμε τους Ελληνες της Τουρκοκρατίας που, ξεπερνώντας τα βαρύτατα προβλήματά τους, μας παρέδωσαν θεωρητικά και εμπειρικά τους θησαυρούς της Ορθοδοξίας μας, φθάνοντας στον «Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» αγώνα του 1821. Ευχόμαστε από τα βάθη της καρδιάς μας η 23η Ιουλίου 2019 να έλθει για τους σοβαρότατα δοκιμασθέντες συμπατριώτες μας όχι μόνο ως ημέρα πένθους, αλλά και ως ημέρα Αναστάσεως. Την ημέρα εκείνη η θαυματουργή Εικόνα στην Τήνο θα ανέβει, όπως κάθε χρόνο, στο Μοναστήρι του Κεχροβουνίου και γυρίζοντας το βράδυ στον Ιερό Ναό της Μεγαλόχαρης, θα περάσει πάνω από τους πιστούς που γονατιστοί θα ζητήσουν τη βοήθεια της Παναγίας μας. Της Μητέρας όλων μας, η οποία είναι και θα είναι πάντα εκεί για να μας παρηγορεί και να μας προστατεύει υπό την Θεία Σκέπη της. Γένοιτο.