Του Πανοσιολογιοτάτου αρχμ. π. Δαμασκηνού Δαμιανάκη

Η ονομασία λιβάνι αποτελεί παραφθορά της αραβικής λέξης lubban, που σημαίνει γάλα, και τούτο επειδή το λιβάνι, όταν στάζει από τις χαραγμένες τομές των κορμών των δέντρων, μοιάζει με σταγόνες γάλακτος. Παγκοσμίως υπάρχουν πάνω από 20 ποικιλίες δέντρων λιβανιού, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στη Βόρεια Αφρική, τη Νότια Αραβία και την Ινδία. Η πλέον καλύτερη ποικιλία θεωρείται η Boswellia sacra, που φύεται στο Ομάν και την Υεμένη της αραβικής χερσονήσου, αλλά και στη Σομαλία.

Από τις αρχαιότερες αναίμακτες θυσίες του ανθρώπου προς το Θεό, θεωρείται το λιβάνι. Η αρωματική αυτή ρητίνη στο διάβα των αιώνων αποτέλεσε πολύτιμο συστατικό στη ζωή του π. Χ και μ. Χ. ανθρώπου, συνδεόμενη με τις σημαντικότερες στιγμές της επίγειας πορείας του. Κυρίως χρησιμοποιήθηκε ως θυσία στη λατρεία του Θεού, ως πολύτιμο δώρο σε βασιλείς και εξέχοντα θρησκευτικά πρόσωπα, ως εξαγνιστικό μέσο διαφόρων ιερών λατρευτικών και μη τόπων, ως θεραπευτικό συστατικό στην ιατρική, καθώς και ως τιμή στο νεκρό κατά την τελετουργία της ταφής. Η ρητίνη του δέντρου του λιβανιού εθεωρείτο ήδη στην αρχαία Αίγυπτο, από το 1600 π. Χ, ότι διέθετε θεραπευτικές ιδιότητες, όπως εξάλλου αποδεικνύει και ο ιατρικού περιεχομένου χρονολογημένος πάπυρος του Ebers. Ο Ιπποκράτης, μάλιστα, συγκαταλέγει το λιβάνι μεταξύ των 147 φυτικών δρογών που διαδραμάτιζαν βασικό ρόλο στη θεραπεία των ασθενών του, ενώ το αιθέριο έλαιό του το χρησιμοποίησε ως μέσο για την επούλωση πληγών του σώματος. Παράλληλα με όλες αυτές τις χρήσεις εκμεταλλεύτηκε και τις καλλυντικές ιδιότητες του λιβανιού.

Ο Ηρόδοτος στο έργο «ΙΣΤΟΡΙΑΙ» περιγράφει  τον τόπο όπου φύονται τα δέντρα αυτά, παραδίδοντας μάλιστα λεπτομέρειες για τη συγκομιδή του λιβανιού. Συγκεκριμένα διαβάζουμε: «Από την άλλη, η Αραβία είναι η μακρινότερη από τις κατοικημένες χώρες προς τα νότια, και εκεί είναι ο μόνος από όλους τους τόπους όπου φυτρώνουν ο λιβανωτός, η σμύρνα, η κάσια, η κανέλα και το λάδανο. Ολα αυτά, εκτός από τη σμύρνα, οι Αραβες τα μαζεύουν με δυσκολία. Τον λιβανωτό πάντως τον μαζεύουν καίγοντας θυμίαμα από μοσχολίβανο, αυτό που οι Φοίνικες εξάγουν στην Ελλάδα· με αυτό το θυμίαμα παίρνουν τον λιβανωτό· γιατί τα δέντρα αυτά που βγάζουν τον λιβανωτό τα φυλάνε φίδια, μικρά στο μέγεθος, με ποικιλόχρωμη εμφάνιση, και γύρω στο κάθε δέντρο φυλάνε μεγάλο πλήθος από αυτά, και είναι τα ίδια αυτά που ξεκινούν για να εισβάλουν στην Αίγυπτο. Και με κανέναν άλλον τρόπο δεν μπορεί κανείς να τα διώξει από τα δέντρα παρά μόνο με τον καπνό από μοσχολίβανο». Από το παραπάνω χωρίο μαθαίνουμε για την εισαγωγή του μοσχολίβανου στην αρχαία Ελλάδα από τους Φοίνικες.

Σημαντική για το λιβάνι και τη χρήση του από τους αρχαίους θεωρείται και η πληροφορία του Πλούταρχου στο έργο «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ», μετά από την κατάκτηση της Γάζας από το μεγάλο στρατηλάτη: «Στέλνοντας πολλά λάφυρα στην Ολυμπιάδα, στην Κλεοπάτρα και στους φίλους του, έστειλε και στον Λεωνίδα τον παιδαγωγό του πεντακόσια τάλαντα λιβάνι και εκατό σμύρνα, επειδή θυμήθηκε κάποιαν υποχρέωση των παιδικών του χρόνων». Σε άλλο χωρίο διαβάζουμε για κάποια θυσία, όπου ο Αλέξανδρος άρπαξε με τα δύο χέρια το θυμίαμα και το έριξε στο θυσιαστήριο, οπότε τότε ο Λεωνίδας του αποκρίθηκε: «Αλέξανδρε, όταν γίνεις κύριος χώρας πλούσιας σε αρώματα, τότε να ρίχνεις τόσο πολύ θυμίαμα· τώρα όμως να χρησιμοποιείς με φειδώ αυτά που έχεις». Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος του απάντησε: «Σου έχουμε στείλει άφθονο λιβάνι και σμύρνα, για να πάψεις να φέρεσαι με μικροπρέπεια προς τους θεούς».

Η εμπορική αξία του λιβανιού, κατά τα αρχαία χρόνια, ισούταν με αυτή του χρυσού και για το λόγο αυτό η χρήση του γινόταν με φειδώ. Το λιβάνι στη λατρευτική ζωή των αρχαίων δεν αποτελούσε αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του ιερατείου, αλλά μπορούσε ο κάθε απλός πολίτης να προσφέρει  θυμίαμα σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας σε καθορισμένους βωμούς. Στα αρχαία συγγράμματα διαβάζουμε ότι ακόμα και οι στρατηγοί συνήθιζαν πριν τη μάχη να προσφέρουν θυμίαμα, για να κατευνάσουν το Θεό, αλλά και μετά τη μάχη, για να τον ευχαριστήσουν. Η καύση του θυμιάματος γινόταν δίχως προσμίξεις αρωματικών ελαίων, αλλά με ποικιλίες αρωματικών ρητινών, κάθε μια από τις οποίες είχε το δικό της ιδιαίτερο άρωμα. Για το λόγο αυτό συχνά αναμιγνύονταν δύο ή και περισσότερες ποικιλίες.

Ο ΘΕΟΪΔΡΥΤΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑΤΟΣ

Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας γίνεται αναφορά στον τρόπο παρασκευής θυμιάματος με περισσότερα του ενός αρωματικά στοιχεία. Στην Παλαιά Διαθήκη, και συγκεκριμένα στην Εξοδο, ο ίδιος ο Θεός παραδίδει στον Μωυσή τα υλικά και τη δοσολογία για την παρασκευή θυμιάματος. «Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάβε σεαυτώ ηδύσματα, στακτήν, όνυχα, χαλβάνην ηδυσμού και λίβανον διαφανή, ίσον ίσω έσται· και ποιήσουσιν εν αυτώ θυμίαμα, μυρεψικόν έργον μυρεψού, μεμιγμένον, καθαρόν έργον άγιον. και συγκόψεις εκ τούτων λεπτόν και θήσεις απέναντι των μαρτυρίων εν τη σκηνή του μαρτυρίου, όθεν γνωσθήσομαί σοι εκείθεν· άγιον των αγίων έσται υμίν θυμίαμα. κατά την σύνθεσιν ταύτην ου ποιήσετε υμίν εαυτοίς· αγίασμα έσται υμίν Κυρίω· ος αν ποιήση ωσαύτως ως τε οσφραίνεσθαι εν αυτώ, απολείται εκ του λαού αυτού». Πλέον η διαδικασία της παρασκευής θυμιάματος χαρακτηρίζεται ως έργον άγιο. «Χαλβάνη» είναι το ρητινώδες φυτό με δυνατό και ευχάριστο άρωμα το οποίο φυτρώνει κυρίως στην Ινδία και τη Συρία. Ο «όνυχας» είναι ένα αρωματικό κοχύλι και αποτελούσε ένα από τα βασικά συστατικά του θυμιάματος, το οποίο προοριζόταν αποκλειστικά για χρήση στο αγιαστήριο. «Στακτήν» είναι το αιθέριο έλαιο του θάμνου της σμύρνας ή αλλιώς μύρρας. Η λεγόμενη στακτή, ένα εξόχως ακριβό λάδι, προερχόταν από την Ανατολή και ήταν ιδιαιτέρως γνωστή στους Ελληνες της Μικράς Ασίας, από όπου πέρασε και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η ευρεία χρήση της οδήγησε σε κατάχρησή της, με αποτέλεσμα να απαγορευτεί με νόμο στην αρχαία Αθήνα κατά τα χρόνια του Σόλωνα το 594 π.Χ. Το τέταρτο συστατικό είναι το λιβάνι, για αυτό το λόγο και οι έννοιες θυμίαμα και λιβάνι δεν πρέπει να ταυτίζονται.

Πολλές είναι οι αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη για το θυμίαμα και τη χρήση του. Στο βιβλίο του Ησαΐα χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα πολύτιμο προϊόν μαζί με το χρυσό: «πάντες εκ Σαβά ήξουσι φέροντες χρυσίον και λίβανον οίσουσί σοι και λίθον τίμιον και το σωτήριον Κυρίου ευαγγελιούνται». Στο Ναό του Σολομώντα διαβάζουμε για την ύπαρξη θυσιαστηρίου, στο οποίο θυμίαζε κάθε ημέρα ένας ιερεύς, ο οποίος εθεωρείτο ότι αξιωνόταν για αυτό το λόγο μεγάλης τιμής. Τούτο συνέβη και στο Ζαχαρία, πατέρα του τιμίου Προδρόμου, ο οποίος την ώρα που θυμιάτιζε, δέχθηκε από τον Αγγελο την πληροφορία ότι θα γεννήσει σε αυτή την προχωρημένη ηλικία τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Η σκηνή του Μαρτυρίου περιείχε, εκτός των άλλων, και το χρυσούν θυμιατήριον εντός του οποίου καίγονταν κάρβουνα, με τον ιερέα να εναποθέτει αρκετό θυμίαμα. Αντίθετα, στην Καινή Διαθήκη συναντούμε το λιβάνι να συγκαταλέγεται μεταξύ των δώρων που προσέφεραν οι τρεις Μάγοι κατά τη γέννηση του Χριστού ως δώρο, συμβολίζοντας τη θεϊκή φύση του θείου βρέφους. Την περίοδο αυτή, σύμφωνα με τον Ιώσηπο, παρασκευαζόταν με δεκατρείς ευώδεις ουσίες.

 

ΤΟ ΛΙΒΑΝΙ ΣΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Από την Ιουδαϊκή θρησκεία παρέλαβε η Εκκλησία τη χρήση του θυμιάματος, αν και κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είχε απαγορευτεί η χρήση του λόγω της σύνδεσής του με τις ειδωλολατρικές θρησκείες. Κυρίως λόγοι υγιεινής, αφού στις κατακόμβες κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια τόσο οι αναθυμιάσεις από τους τάφους όσο και η υγρασία από τους τοίχους των υπόγειων κρυπτών, επέβαλαν τη χρήση του ώστε να μετριάζεται ο μολυσμένος αέρας με τις αντισηπτικές ιδιότητές του. Τον 3ο αιώνα μ. Χ, οπότε και οι κίνδυνοι από τις ειδωλολατρικές θρησκείες παρήλθαν, το θυμίαμα καθιερώνεται με τον τρίτο Αποστολικό κανόνα, ο οποίος το καθιστά μαζί με το λάδι ως τα μόνα επιτρεπτά κατά την τέλεση των ιερών ακολουθιών. Πλέον η Εκκλησία το εισήγαγε στην τελετουργία, προσδίδοντάς του πολλούς συμβολισμούς.

Το θυμίαμα, εν πρώτοις, συμβολίζει την προσευχή η οποία ανεβαίνει στο θρόνο του Θεού «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου». Ταυτόχρονα συμβολίζει και τη ζέουσα επιθυμία του ανθρώπου να γίνει η προσευχή του δεκτή «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής», αλλά συμβολίζει ακόμα και την ορμή της ψυχής προς τα άνω. Ο Ιερός Χρυσόστομος γράφει: «Ωσπερ το θυμίαμα και καθ’ εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δε μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τω πυρί. Ούτω δε και η ευχή καλή μεν καθ’ εαυτήν, καλλίων δε και ευωδεστέρα γίνεται όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πυρ ανάπτη σφοδρόν». Για αυτό και πρέπει να διδάσκουμε το λαό ότι, όταν προσεύχεται, καλό είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.

Το θυμίαμα συμβολίζει ακόμη και τις γλώσσες του πυρός κατά την Αγία Πεντηκοστή, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιό Του Πνεύμα «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Στην ευχή του ιερέα, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Αγία Πρόθεση αναφέρει, «Θυμίαμά Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος». Με το θυμίαμα, δηλαδή, ζητούμε από τον Κύριο να μας στείλει την αγιοπνευματική Του χάρη. Γι’ αυτό και οι πιστοί, όταν τούς θυμιάζει ο ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή τους ως δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο Αγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής τη σημασία του θυμιάματος: «Δηλοί την απ' ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τω κόσμω διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι' αυτού αναχθείσαν».

Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει και τον αίνο που απευθύνουν οι πιστοί στο Θεό. Η καύση του θυμιάματος υπηρετεί τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε ολόκληρο τον χώρο του Ι. Ναού, σηματοδοτεί την πλήρωση της καρδιάς των πιστών από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς το Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδίαν Χριστού».

Το θυμιατήριο, όπου καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει τη μήτρα της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάχνα της σωματικώς τη Θεότητα χωρίς να υποστεί φθορά ή αλλοίωση και η οποία κατά τους πατέρες χαρακτηρίζεται «πυρ καταναλίσκον». Κατά τον Αγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πυρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην». Και αλλού: «Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν εν ω κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα». Με άλλα λόγια και ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτό το συμβολισμό λέγοντας: «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Οπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος δέχθηκε τον Χριστό και δεν κάηκε, αλλά φωτίσθηκε».

 

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑΤΟΣ

Η Εκκλησία εισήγαγε το θυμίαμα με νέους συμβολισμούς στη θεία λατρεία από την αρχή. Ο δε Ιουστινιανός δώρισε στην Αγία Σοφία 36 χρυσά θυμιατήρια με πολύτιμους λίθους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου στο έργο του De Ceremoniis, οι αυτοκράτορες όταν εισέρχονταν στην εκκλησία προσέφεραν θυμίαμα στα ειδικά θυμιατήρια, τα επονομαζόμενα «καπνιστά».

Το θυμίαμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, κατά την έναρξή τους, και στα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας. Η Βάπτιση πρέπει να αρχίζει με τη χρήση θυμιάματος, όπως και το Ευχέλαιο. Ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία τελούνται σήμερα επίσης με τη χρήση θυμιάματος. Το θυμίαμα το προσφέρει ο Αρχιερέας, όταν λειτουργεί, ή ο Ιερέας, οπότε τοποθετεί ο ίδιος το λιβάνι μέσα στο θυμιατό. Η παραπάνω χειρονομία είναι βέβαια συμβολική, εντασσόμενη και αυτή μέσα στους πολλούς συμβολισμούς που υπάρχουν στη λατρεία μας.

Θυμίαμα προσφέρεται και κατά την έναρξη της Θείας Λειτουργίας κατά το ψάλσιμο του Απολυτίκιου, πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου, κατά τον Χερουβικό ύμνο, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων αλλά και μετά από το «Ορθοί, μεταλαβόντες...».

 

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑΤΟΣ

«Θυμίαμά σοι προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών, εις οσμήν ευωδίας πνευματικής· ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου σου Πνεύματος». Αυτή την ευχή προσφωνεί ο ιερέας κατά τη διάρκεια της θυσιαστικής προσφοράς. Οι παλαιοί ιερείς κατά την ώρα αυτή συνήθιζαν να υψώνουν το θυμιατό, κρατώντας με το αριστερό τους χέρι το επάνω μέρος του, ενώ με το δεξί ευλογούσαν το θυμίαμα κατά το τέλος της ευχής.

 

Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΘΥΜΙΑΜΑΤΟΣ

Η μορφή του θυμιάματος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, διαμορφώθηκε πριν από περίπου 60 χρόνια. Οι πατέρες στα μοναστήρια, κυρίως του Αγίου Ορους, μάζευαν ανθούς από λουλούδια, λεμονιές, τριανταφυλλιές, φύλλα από λεβάντα και άλλα φυτά, θρυμμάτιζαν σε μπρούτζινα γουδιά το λιβάνι, πολτοποιούσαν τους ανθούς και τοιουτοτρόπως δημιουργούσαν μια μάζα λιβανιού που τη χρησιμοποιούσαν σε μεγάλες εορτές. Αργότερα έφτιαξαν χάλκινους αποστακτήρες και με τις κατάλληλες επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες, λάμβαναν το έλαιο από τους ανθούς, δημιουργώντας το ευωδιαστό θυμίαμα.

Υπάρχουν αρκετοί τρόποι παρασκευής θυμιάματος και ειδικά στις ημέρες μας έχει απλουστευτεί η διαδικασία. Ο παλαιότερος τρόπος θεωρείται από πολλούς και ο σωστότερος.

Ρώτησα κάποια στιγμή την υπέργηρη γερόντισσα Λαυρεντία της Ι. Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνας, η οποία έφτιαχνε το λιβάνι της μονής, γιατί δεν απλουστεύει τον τρόπο παρασκευής. Και αυτή μου απάντησε: «Το λιβάνι, παιδί μου, είναι έργο ιερό και άγιο. Εμείς μάθαμε  από τους Πατέρες, που υπήρξαν πριν από εμάς, πως το λιβάνι για να είναι σωστό πρέπει να γίνει με τη συνεργασία και των τεσσάρων στοιχείων της φύσης, τη φωτιά, το νερό, τον αέρα και το χώμα. Βάζουμε μια κατσαρόλα νερό στη φωτιά και εντός της τοποθετούμε το δοχείο με το λιβάνι καθώς και το άρωμα, ανακατεύοντάς τα μέχρι να δέσουν. Με απορία τη ρώτησα: «Ολα τα κατάλαβα, όμως το χώμα ποιο ρόλο έχει;» Και εκείνη μου απαντά: «Τον κυριότερο! Το χώμα είναι ο άνθρωπος που το φτιάχνει». Αφού λοιπόν δέσει το λιβάνι, το αφαιρούμε τμηματικά από το δοχείο, όσο είναι ζεστό, το πλάθουμε σε μακαρόνια, έχοντας βάλει μαγνησία (λευκή σκόνη) για να μην κολλάει, και το κόβουμε σε μικρά κομματάκια, τοποθετώντας τα σε δοχεία. Πλέον το λιβάνι είναι έτοιμο για χρήση. Αυτή είναι η παλαιά τεχνική παρασκευής θυμιάματος της γερόντισσας Λαυρεντίας, όπως την παρέλαβε και εκείνη από τους Πατέρες της μονής.

ΥΛΙΚΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΘΥΜΙΑΜΑΤΟΣ

Τα υλικά που χρειαζόμαστε είναι 1 κιλό λιβάνι τριμμένο αρίστης ποιότητας, 100 γραμμάρια αρώματος, ειδικό για θυμίαμα, και μαγνησία. Αφού βάλουμε ένα μεταλλικό δοχείο με νερό στη φωτιά για να βράσει, τοποθετούμε το λιβάνι, ρίχνοντάς του λίγο αγιασμό μέσα σε αυτό και προσθέτουμε το άρωμα. Ανακατεύουμε το μείγμα αρκετά για να ποτιστεί με το άρωμα και τοποθετούμε το δοχείο με το μείγμα μέσα στο βρασμένο νερό, περιμένοντας να μαλακώσει. Μόλις το μείγμα αρχίσει να ενοποιείται και να αλλάζει χρώμα, σβήνουμε τη φωτιά, παίρνουμε μικρές ποσότητες και τις πλάθουμε πάνω σε ένα κομμάτι μάρμαρο, στο οποίο έχουμε ρίξει αρκετή μαγνησία, σε μορφή μακαρονιών, αφήνουμε λίγο να στεγνώσουν και μετά τα κόβουμε σε μικρά κομματάκια, ή με ψαλίδι ή με μαχαίρι. Το θυμίαμα για να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα πρέπει η πρώτη ύλη, δηλαδή το λιβάνι, να είναι αρίστης ποιότητας. Τα αρώματα πρέπει να είναι κατάλληλα για κάψιμο. Πολλά από τα αρώματα που χρησιμοποιούνται προέρχονται από αιθέρια έλαια για κολόνιες και γενικά για καλλυντική χρήση, με αποτέλεσμα μόλις το θυμίαμα έρθει σε επαφή με το κάρβουνο να αναδύεται ένα δυσάρεστο άρωμα.

Μπορούμε να φτιάξουμε όποιο άρωμα εμείς επιθυμούμε. Η εκκλησία χρησιμοποιεί πολλά αρώματα κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών. Ιδιαίτερα στις θεομητορικές εορτές ή στους χαιρετισμούς της Θεοτόκου, οι Πατέρες φρόντιζαν να διαθέτουν θυμίαμα από λευκά λουλούδια, γαρδένια, κρίνο, γιασεμί, φούλι, λεμονανθό, λευκό τριαντάφυλλο και ό,τι άλλο συμβολίζει την καθαρότητα και την παρθενία της Θεοτόκου. Για τις Δεσποτικές εορτές φρόντιζαν να υπάρχει ρόδο, γαζία, νάρδος, κυπαρίσσι, μόσχος, βιολέτα και άλλα σχετιζόμενα με την περίοδο και την εορτή της ημέρας.

Σε έκτακτες περιστάσεις, όπως λ.χ. η επίσκεψη ενός υψηλά ιστάμενου προσώπου ή λόγω της επετείου κάποιου σημαντικού γεγονότος, φρόντιζαν να ετοιμάσουν ένα ξεχωριστό θυμίαμα σε συνδυασμό δύο ή και τριών αρωμάτων. Αυτοί οι συνδυασμοί με τις κατάλληλες δοσολογίες χαρακτηρίζονται ως μυστικές και ικανές να προσδώσουν μεγάλη φήμη σε μια Μόνη ή σε κάποιον που τις κατέχει, ως τον καλύτερο κατασκευαστή θυμιάματος. Τέτοιες θεωρούνται οι Ιερές Μονές του Αγίου Ορους, η Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου στα Μέγαρα -η οποία πρώτη έφτιαξε το περίφημο βυζαντινό από συνδυασμό εννέα αρωμάτων σε απόλυτη αρμονία και ισορροπία- και άλλες. Πολλοί πλέον ναοί και μονές παρασκευάζουν εξαιρετικό θυμίαμα με νέα αρώματα και συνθέσεις. Οι παλαιότερες πάντως, κατά τη γνώμη μου, παραμένουν διαχρονικές και αξεπέραστες.