Αναγνώριση της αγιότητας ενός προσώπου σημαίνει η «ιδιαίτερη εν Χριστώ αποδοχή και τιμή, που αυθόρμητα αποδίδει το πλήρωμα μιας τοπικής εκκλησίας σε ορισμένα αποθανόντα μέλη της, τα οποία ξεχώρισαν για την αφοσίωσή τους στον Θεό».

Τα βασικά κριτήρια για την αγιοκατάταξη είναι:

1) να έχει περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από τη ζωή και τον θάνατό του,

2) να υπάρχουν αποδείξεις για τα θαύματα που έχει κάνει κατά τη διάρκεια της ζωής του,

3) το λείψανό του να παραμένει άφθαρτο ή να ευωδιάζει και

4) να υπάρχουν μαρτυρίες για την αγιότητά του.

Στην ουσία, οι άγιοι υποδεικνύονται από τον ίδιο τον θρησκευόμενο λαό. Άλλωστε, έως τον 15ο αιώνα το μόνο κριτήριο για την ένταξή τους στα δίπτυχα της Εκκλησίας ήταν η αναγνώρισή τους από τους πιστούς, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη εκκλησιαστική διαδικασία. Άλλωστε, υπήρξαν φορές  που επέβαλλαν την άποψη τους, όπως στην αγιοποίηση του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Σε κάποιες, όμως, περιπτώσεις συνέβαινε το αντίθετο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα όσα έγιναν στην Αλεξάνδρεια, όπου οι πιστοί ακύρωσαν την αγιοκατάταξη του Αμμωνίου.

Παράλληλα, ο τοπικός μητροπολίτης συγκεντρώνει στοιχεία σχετικά με τον βίο του προσώπου και, έπειτα, με έκθεσή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εισηγείται την αγιοκατάταξη ενός προσώπου.

Μετά την αναγνώρισή του, ο άγιος μνημονεύεται στη Θεία Λειτουργία, καθορίζεται η ημερομηνία εορτασμού της μνήμης του, ενώ εκτίθενται για προσκύνημα οι εικόνες ή τα λείψανά του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για την Εκκλησία δεν αποτελεί κριτήριο ο πατριωτισμός ή οι ηρωικές πράξεις. Γι' αυτό και το 2003 είχε απορριφθεί πρόταση να αγιοκαταταχθεί ο Αθανάσιος Διάκος.