Tης Παρασκευής Κ. Οικονόμου

Θεολόγου, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στο Κανονικό Δίκαιο Α.Π.Θ.

Μέσα σε ένα πανέμορφο τοπίο, κοντά σε δύο ιστορικούς τόπους της πόλεως του Άστρους και του χωριού των Κάτω Δολιανών της Β.Α. Κυνουρίας, βρίσκεται η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, γνωστή με την προσωνυμία Μονή Λουκούς.

Από ανασκαφικά ευρήματα, παλαιότερα και νεότερα, αποδεικνύεται ότι η μονή είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας πόλης Εύας, μια από τις πόλεις της αρχαίας Θηρέας με τον γνωστό σε όλους μας σπουδαίο πολιτισμό, όπου ευρίσκετο και το ιερό του διάσημου ιατρού της αρχαιότητας Πολεμοκράτους, τον οποίο οι αρχαίοι Ελληνες τιμούσαν ως τοπικό ήρωα-θεραπευτή.

Κατά τον 2ο αι. μ.χ. στον ίδιο χώρο είχε την έπαυλή του ο σοφιστής, ρήτορας και συγγραφέας Ηρώδης ο Αττικός, ο οποίος ερχόταν τα καλοκαίρια μαζί με τους σοφούς εκείνης της εποχής και έδινε τα περίφημα συμπόσιά του.

Οταν η Χριστιανική Αποκάλυψη κατήργησε την πλάνη των ειδώλων, οι Χριστιανοί έχτισαν, τον 5ο αι. μ.X. τον πρώτο τους ναό. Αξιόλογα λείψανα και διακοσμητικά του παλαιοχριστιανικού εκείνου ναού σώζονται έως σήμερα στο μοναστήρι.

Σχετικά με τη σημασία και την προέλευση της προσωνυμίας «Λουκού», έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις. Αγνωστο είναι από πότε χρησιμοποιείται. Η παλαιότερη γνωστή γραπτή αναφορά γίνεται  σε πατριαρχικό σιγγίλιο (1607) του Νεοφύτου Β’. Αν και δόθηκαν πολλές ερμηνείες, επικρατέστερη φαίνεται εκείνη που την αποδίδει στη λατινική λέξη lucus, που σημαίνει ιερό άλσος. Η ερμηνεία αυτής της προσωνυμίας ανταποκρίνεται στο φυσικό περιβάλλον και τα ιστορικά δεδομένα του τόπου. Αν είναι ορθή η άποψη ότι η προσωνυμία «Λουκού» είναι λατινογενής, είναι πιθανόν να είχε αποδοθεί κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όταν δεν είχε ακόμα σβήσει ο απόηχος της λατινικής γλώσσας στην περιοχή.

Το κέντρο του εσωτερικού περιβόλου καταλαμβάνει το επιβλητικό Καθολικό της μονής. Οι δύο πλάκες με το έτος ίδρυσης και τα κτηριακά στοιχεία του ναού, οι οποίες ήταν εντοιχισμένες ψηλά, στη νότια πλευρά του, δυστυχώς έχουν χαθεί στο διάστημα της Β’ Ενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685-1715). Οι μοναχοί του τάγματος των Καπουτσίνων, που είχαν εγκατασταθεί στη μονή, κατά την αποχώρησή τους άρπαξαν τις δύο ιδρυτικές πλάκες του ναού. Πάντως, σύμφωνα με την προφορική παράδοση και την αμυδρά χαραγμένη χρονολογία σε αρμό του νοτίου τοίχου του ναού, ως έτος ίδρυσής του θεωρείται το 1117.

Ως προς τον αρχιτεκτονικό του τύπο είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος σύνθετος τετρακιόνιος ναός με οκταγωνικό τρούλο, ο οποίος στηρίζεται σε 4 κίονες. Το δάπεδο του Καθολικού καλύπτεται με έγχρωμες εναλλασσόμενες πλάκες. Στον κεντρικό του χώρο, κάτω από τον τρούλο, υπάρχει (κατά τη συνήθεια που άρχισε στον Μυστρά τον 13ο αιώνα και γενικεύτηκε μετά την Αλωση) ένθετη κυκλική πλάκα από λευκό μάρμαρο με εγχάρακτο δικέφαλο αετό.

Στον ναό σώζονται ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες αγνώστου αγιογράφου του 17ου αι., ο οποίος ακολουθεί την αυστηρή παράδοση της Κρητικής Σχολής, με αποκλίσεις προς τη λαϊκή ζωγραφική στα θέματα και στην τεχνοτροπία. Δυστυχώς οι μορφές κάποιων Αγίων έχουν «πληγωθεί» από μανιώδεις σπαθισμούς των αλλόθρησκων στα χρόνια της δουλείας. Επίσης η διάβρωση και η συσσώρευση αλάτων προκάλεσαν αναπόφευκτα φθορές και εξάλειψαν τις μορφές κάποιων Αγίων. Ουσιαστική απώλεια είναι η σχεδόν πλήρης καταστροφή του Παντοκράτορα στον τρούλο.

Σε πολύ καλή κατάσταση διατηρούνται οι εικόνες του Τέμπλου και του Ιερού: η εικόνα της Μεταμορφώσεως, της Αναλήψεως, του Τιμίου Προδρόμου κ.α.

Εντυπωσιακός είναι ο εξωτερικός διάκοσμος του Καθολικού, κυρίως του τρούλου και της νότιας πλευράς , στην οποία ήταν και η κεντρική είσοδος μέχρι τις αρχές του 17ου αι. Βασίζεται στον συνδυασμό των πλίθινων διακοσμήσεων με τον εντοιχισμό τμημάτων μαρμάρινων γλυπτών, προερχόμενων, κυρίως από τον παλαιοχριστιανικό ναό του 5ου αι. (που βρισκόταν στην ίδια θέση), αλλά και από αρχαιότερα κτίσματα.

Πριν τη Επανάσταση του 1821 υπήρχαν δυο παρεκκλήσια, τα οποία εφάπτονταν στο Καθολικό: του Αγίου Παντελεήμονος στο δυτικό τμήμα της νότιας πλευράς και του Αγίου Χαραλάμπους στο αντίστοιχο της βόρειας πλευράς. Και τα δύο παρεκκλήσια του ναού, ήταν θολωτά (με ημικυλινδρική οροφή) και εικονογραφημένα.

Οι ιστορικές περιπέτειες του τόπου μετά την Φραγκοκρατία του 1204, επηρέασαν την πορεία της σταυροπηγιακής μονής (υπαγόταν δηλαδή κατευθείαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο), η οποία ερημώθηκε μετά την Αλωση (1453). Γρήγορα όμως ανασυγκροτήθηκε και άρχισε να διανύει λαμπρή περίοδο της ιστορίας της με ανανεωμένο το σταυροπηγιακό της προνόμιο.

Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, οι μοναχοί συνέβαλαν στη διατήρηση της παιδείας των υπόδουλων στη γύρω περιοχή. Με πατριαρχικό σιγγίλιο (1765) εγκρίθηκε και δόθηκε από τη Μονή Λουκούς το μετόχι της του Αγίου Δημητρίου για τις ανάγκες της λειτουργίας του Σχολείου Ελληνικών Γραμμάτων.

Το 1826 η Μονή γνώρισε την καταστροφική μανία των ορδών του Ιμπραήμ. Από την παραμονή και ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (6 Αυγούστου) το μοναστήρι ήταν τυλιγμένο στις φλόγες. Οι μοναχοί κατάφεραν να απομακρύνουν από το Καθολικό το ξύλινο τέμπλο, τα στασίδια και ό,τι  άλλο μπόρεσαν και να τα κρύψουν στις γύρω χαράδρες.

Μετά από λίγα χρόνια η μονή ανασυγκροτείται και ανακαινίζεται από τους μοναχούς και τον ηγούμενο Κωνσταντίνο Κοράλλη. Δυστυχώς όμως δεν  άργησε να γνωρίσει ποικίλες περιπέτειες, όπως και πολλά άλλα μοναστήρια του νεοσύστατου κράτους. Το 1834 διαλύθηκε επειδή δεν υπήρχε ο απαιτούμενος αριθμός μοναχών.

Ακολούθησε η καταστροφή με την ερήμωσή της και τη λεηλασία των πραγμάτων της και των γλυπτών της αρχαίας κληρονομιάς, που με πολλή φροντίδα είχαν διαφυλάξει μέχρι τότε οι μοναχοί.

Μετά από πολύχρονη παρακμή, η μονή μετατράπηκε σε γυναικεία (1946) από τον Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας Γερμανό και παραδόθηκε στη νέα Αδελφότητα με επικεφαλής τη Γερόντισσα ΧριστονύμφηΚάρτσωνα.

Η εγκατάσταση και ο χρόνος της παραλαβής ήταν μια πράξη θυσίας και τόλμης. Η μονή ήταν ερειπωμένη, χωρίς υλική, πνευματική δύναμη και κύρος μετά τα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του εμφύλιου διχασμού που ακολούθησε.

Η Αδελφότητα, στην κρίσιμη αυτή συγκυρία, επιδόθηκε στο έργο της ανασυγκρότησης του μοναστηριού, της συντήρησης των παλαιών κτισμάτων, της προσθήκης νέων και της διακονίας των ταλαιπωρημένων ανθρώπων.

Το 1957 επάνω από τη καμάρα της κύριας εισόδου, στην αυλή, κτίστηκε το παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων και το 1962 διαμορφώθηκε σε παρεκκλήσι της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου θολωτό κτίσμα της ανατολικής πλευράς.

Η μονή διαθέτει πλούσια βιβλιοθήκη με 350 τόμους, χειρόγραφα, κώδικες κ.λ.π. Επίσης διαθέτει βιβλία της ιστορίας και του μοναστικού βίου της Πελοποννήσου, κυρίως, και άλλων ελληνικών περιοχών.

Σήμερα η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Λουκούς) αγωνίζεται να ζει μια πνευματική ζωή, που θα είναι συνέχεια στην Ορθόδοξη παράδοση του Ανατολικού Μοναχισμού. Στην εποχή του άκριτου ατομισμού η μονή αποτελεί πνευματική όαση. Στη συνείδηση των ανθρώπων έχει διακριθεί για τη φιλανθρωπία και τη φιλοξενία της, σύμφωνα με τις αρχές της Ορθόδοξης ζωής.

Η προσφορά αυτή στις σημερινές συνθήκες αποκτά μια ουσιαστικότατη διάσταση, ως σεβασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας και ως παρηγοριά του σύγχρονου ανθρώπου, του οποίου τα βήματα μπορεί για διαφορετικούς λόγους να οδηγήθηκαν στη μονή. Ισως η θέα, ίσως η ιστορία της… Διαβαίνοντας όμως τη φιλόξενη πύλη του μοναστηριού, ο επισκέπτης βρίσκεται σε έναν χώρο όπου όλα αρχίζουν και καταλήγουν στον Θεό. Αποχωρώντας, λίγο αργότερα, ο απλός επισκέπτης νιώθει ταπεινός προσκυνητής που ανακάλυψε ένα από  τα πολλά μοναστήρια της Αρκαδίας, η οποία έχει χαρακτηριστεί «ΑγιοΟρος της Πελοποννήσου».

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ) ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΘΗΡΕΑΣ (Ανάτυπον από την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ τ.β’) ΑΘΗΝΑ 2002, σελ 1107-156.

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ «ΝΕΑ ΔΟΜΗ», τ. 20, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΗ, ΑΘΗΝΑ 1996, λήμμα «ΛΟΥΚΟΥΣ, ΜΟΝΗ», σελ. 221-225.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τ. 8, ΑΘΗΝΑΙ 1996, λήμμα «ΛΟΥΚΟΥΣ, ΜΟΝΗ» σελ.401-405.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ (ΛΟΥΚΟΥΣ), ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΛΟΥΚΟΥΣ.

ΛΟΥΣΚΟΥ ΚΑΛΗ, ΝΙΚΟΛΙΔΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΛΟΥΚΟΥΣ, ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΛΗΤΟΣ 2009.