Πολλοί είναι οι άγιοι οι οποίοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα και εξελίχθηκαν με τη στάση τους σε στυλοβάτες της ορθοδοξίας και του έθνους. Οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους, αρνούμενοι να ασπαστούν το μουσουλμανισμό, υποστηρίζοντας με θέρμη την πίστη τους.

Δυστυχώς για πολλούς από αυτούς δεν υπάρχουν λεπτομέρειες για τη ζωή τους και πολλά στοιχεία έχουν γίνει γνωστά σήμερα από άγραφες κυρίως μαρτυρίες. Εχουν διασωθεί όμως όλα εκείνα που επιτρέπουν σήμερα σε πιστούς και μη να έρθουν σε επαφή με τον βίο και την πολιτεία τους.

Η «Κιβωτός της Ορθοδοξίας» κάθε βδομάδα θα παρουσιάζει αλφαβητικά  τους αγίους οι οποίοι  γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι στο αφιέρωμα αυτό δεν αναφέρονται άγιοι οι οποίοι γεννήθηκαν εκτός των σημερινών ορίων της Ελλάδας, έστω και αν έζησαν ή μαρτύρησαν εδώ.

Τα περρισότερα στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί από τα επίσημα στοιχεία  Μητροπόλεων αλλά και βιβλίων τα οποία έχουν γραφτεί στη μνήμη τους.

 

1. Οσιος Ακάκιος Ασβεστοχωρίου

Ο Αγιος Οσιομάρτυρας Ακάκιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, καταγόταν από το Νεοχώρι, σημερινό Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης και γεννήθηκε το 1792 μ.Χ. Οι γονείς του είχαν αναγκαστεί για βιοποριστικούς λόγους να μετακομίσουν το 1805 μ.Χ. στις Σέρρες, όπου παρέδωσαν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό, για να του διδάξει την τέχνη του. Ομως η σκληρή συμπεριφορά του και η κακομεταχείριση, εξώθησαν τον Αθανάσιο σε άρνηση της πίστης του, για να απαλλαγεί από τα βάσανα. Στην πράξη του αυτή τον προέτρεψαν και δύο Οθωμανές, οι οποίες παρακολουθούσαν την απάνθρωπη συμπεριφορά του αφεντικού του και υποσχόμενες μια καλύτερη ζωή στον μικρό Αθανάσιο, τον έπεισαν την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής να αλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός πλέον, ο Αθανάσιος δέχθηκε την πονηρή επίθεση της μητριάς του, η οποία, καθώς έβλεπε τον Αθανάσιο να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, τον ερωτεύτηκε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη ερωτεύτηκε τον Ιωσήφ η γυναίκα του Πετεφρή. Επειδή όμως αυτός δεν υποχώρησε και δεν υπέκυψε στο πάθος της μητριάς του, συκοφαντήθηκε από αυτήν στον θετό πατέρα του, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από αυτόν. Εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη κοντά στους γονείς του, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν την αρνησιθρησκεία του.

Στη συνέχεια, ακολουθώντας τις συμβουλές των γονέων του, μετέβη στο Αγιον Ορος, όπου, αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, κατέληξε τελικά στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στη συνοδεία του Γέροντα Νικηφόρου, ο οποίος τον παρέδωσε ως υποτακτικό στον Γέροντα Ακάκιο, για να τον προετοιμάσει για το μαρτύριο, όπως είχε κάνει και προηγουμένως με τους Οσιομάρτυρες Ευθύμιο και Ιγνάτιο.

Μετά από ένα διάστημα συνεχούς ασκήσεως και αδιάλειπτης προσευχής ο Αθανάσιος, ο οποίος εκάρη μοναχός και μετονομάσθηκε Ακάκιος, έχοντας τις ευλογίες των λοιπών γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος από το μοναχό Γρηγόριο, ο οποίος είχε συνοδεύσει νωρίτερα και τους δύο παραπάνω Οσιομάρτυρες, για την Κωνσταντινούπολη στις 10 Απριλίου. Ο Αγιος βάδιζε με χαρά προς το μαρτύριο.

Λίγο πριν την αναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Αγίου, έγραψε την ακόλουθη επιστολή προς τον γέροντα και τους αδελφούς μοναχούς:

«Πανοσιώτατε μοι και πνευματικέ μου πάτερ δουλικώς σου προσκυνώ και την αγίαν δεξιάν σου ασπάζομαι.

Το παρόν μου ταπεινό γράμμα δεν ειν’ εις άλλο τι, ει μη εις το να ζητήσω την ευχήν σας και διά να μάθετε και το καλό μας κατευώδιο με την χάριν του Αγίου Θεού και με τις εδικές σας αγίες ευχές. Κατευωδωθήκαμεν εις την βασιλεύουσαν την 24η του Απριλίου μηνός (και εμπήκαμεν μαζί με τον γέροντά μου εις τα εργαστήρια τα χαβιαρτζίδικα, όπου και άλλην φορά εμπήκεν ο γέροντάς μου), και ελπίζω με την χάριν του Αγίου Θεού και της Κυρίας μου Βασίλισσας και με τις εδικές σου θερμές δεήσεις προς τον Κύριον και των συναδέλφων μου να λάβη τέλος κι η υπόθεσίς μας.

Τους συναδέλφους μου πολύ τους παρακαλώ και τους χαιρετώ, να μην με λησμονήσουν και ακούγοντας το μακάριόν μου τέλος να ευχαριστήσετε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και την Κυρίαν μου Βασίλισσα και να δοξολογήσετε και να καταλύσετε όλη την εβδομάδα εν χαρά και αγαλλιάσει ψυχής. Διά τους κόπους που εδοκιμάσατε δι’ εμέ μέχρι σήμερα εγώ δεν είμαι ικανός να σας ευχαριστήσω, μόνον ο επουράνιος βασιλεύς μου να σας αντιβραβεύση εν τη βασιλεία των ουρανών και να μας αξιώση ο Κύριος να συγκατοικήσουμε ομού. Και όσοι ακόμη συνέδραμαν και βοήθησαν εις αυτό το έργο ας λάβουν τον μισθό τους από τον επουράνιον βασιλέα μου.

Ακόμη όλους τους αγίους πατέρας της ιεράς σκήτεώς μας ευλαβώς τους προσκυνώ, τον διδάσκαλό μου, τον γέροντα Ονούφριον τον ασπάζομαι, και τους συναδέλφους μου γέροντες, Ακάκιον, Ιάκωβον και Καλλίνικον. Χαιρετίσματα και εις τον διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα και εις τον παπά Αγαθάγγελον, ασπάζομαι την δεξιάν του. Τον παπά Δοσίθεον μετά του γέροντός του και της συνοδείας του προσκυνώ, ως και τον γείτονά μας τον Νεόφυτον με την συνοδεία του. Ασπάζομαι ομοίως και τον γέροντα Μιχαήλ και την συνοδείαν του. Ταύτα γράφω εν συντομία γέροντά μου και πνευματικέ μου. Αύριο λοιπόν Παρασκευή 28 Απριλίου μέλλω να κινήσω εις τον δρόμον της αθλήσεως και είθε οι άγιες ευχές σας να με βοηθήσουν. Αμήν».

Ο πλοίαρχος, άνθρωπος ευλαβής, όταν έμαθε το σκοπό του ταξιδιού του Ακακίου, υποσχέθηκε στον Γρηγόριο να μεριμνήσει για την εξαγορά του λειψάνου του μετά το μαρτυρικό του τέλος και να το επανακομίσει ο ίδιος στο Αγιον Ορος. Υστερα από δεκατρείς ημέρες έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενήθηκαν από κάποιον παντοπώλη, γνώριμο του Γρηγορίου. Το Σάββατο 29 Απριλίου, ο Αγιος Ακάκιος, αφού προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα Αχραντα Μυστήρια, ενδύθηκε με ρούχα τουρκικά και με την καθοδήγηση του αδελφού του καπετάνιου έφθασε στο κριτήριο, όπου ομολόγησε ενώπιον όλων των παρισταμένων την επάνοδό του στην πατρώα πίστη. Εξαιτίας αυτής του της ομολογίας κλείσθηκε φυλακή. Καθ’ όλη την διάρκεια της φυλακίσεώς του προσπάθησαν επανειλημμένα είτε με κολακείες και υποσχέσεις, είτε με βασανιστήρια και εκφοβισμούς να τον μεταπείσουν. Ολα αυτά όμως δεν κατάφεραν να τον κλονίσουν. Ιδιαίτερα μάλιστα ενισχύθηκε και προετοιμάσθηκε για να αντιμετωπίσει το μαρτύριο, όταν έλαβε τη Θεία Κοινωνία που του μετέφερε κρυφά στη φυλακή ο αδελφός του καπετάνιου με την ευλογία του μοναχού Γρηγορίου από το ναό της Παναγίας της Καταφιανής. Οι Τούρκοι προύχοντες, βλέποντας το σταθερό φρόνημα του Ακακίου, κατάλαβαν πως μάταια κοπιάζουν, γι’ αυτό και αποφάσισαν τη θανάτωσή του.

Ετσι,«εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ο Αγιος Νεομάρτυρας Ακάκιος παρέδωσε το πνεύμα του διά του ξίφους το 1816 μ.Χ. Την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια, ο μοναχός Γρηγόριος εξαγόρασε το λείψανο του Μάρτυρος με χρήματα που συγκέντρωσε από τους παντοπώλες του Γαλατά και το μετέφερε στη νήσο Πρίγκηπο, όπου επιβιβάστηκαν στο πλοίο με το οποίο είχαν έλθει στην Κωνσταντινούπολη, με προορισμό το Αγιον Ορος. Στις 9 Μαΐου αποβιβάσθηκαν στο λιμενίσκο της μονής Ιβήρων και από εκεί μετέφεραν το τίμιο λείψανο στην Καλύβη του Αγίου Νικολάου, όπου το ενταφίασαν στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, σύμφωνα με την επιθυμία του Οσιομάρτυρα.

Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Καισαρείας Μελέτιος. Ακολουθία κοινή με τους συνασκητές του Αγίου, δηλαδή τον Ευθύμιο από τη Δημητσάνα και τον Ιγνάτιο από την παλαιά Ζαγορά, που μαρτύρησαν στην Κωνσταντινούπολη το 1814 μ.Χ., συνέγραψε ο Ιβηρίτης Ονούφριος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1862 μ.Χ. Η μνήμη των τριών αυτών Νεομαρτύρων τιμάται στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου την 1η Μαΐου.

 

2. Ακυλίνα

Η Αγία Ακυλίνα καταγόταν από το χωριό Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης και ανατράφηκε από γονείς ευσεβείς. Ο πατέρας της όμως, σκότωσε έναν Τούρκο, μετά από φιλονικία μαζί του. Για ν’ αποφύγει την τιμωρία του θανάτου, δέχτηκε το μουσουλμανισμό. Αλλά η μητέρα της έμεινε σταθερή στον Χριστό και κάθε μέρα δίδασκε στην Ακυλίνα την αρετή και την πίστη. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του πατέρα της και τις απειλές των Τούρκων, η Ακυλίνα δεν αρνήθηκε τον Χριστό. Οταν την οδηγούσαν στο μαρτύριο, την ακολουθούσε και η μητέρα της, που την παρότρυνε σ’ αυτό. Η Ακυλίνα ήλεγχε με θάρρος τους Τούρκους και τη θρησκεία τους, με αποτέλεσμα να πεθάνει μαρτυρικά, μετά από πολυήμερο ραβδισμό, στις 27 Σεπτεμβρίου 1764 μ.Χ. σε ηλικία 19 ετών.

Κανείς δεν γνωρίζει που εναπόθεσαν οι συντοπίτες της το τίμιο λείψανό της. Λέγεται πως οι Τούρκοι θέλησαν ακόμη και νεκρή να την κάνουν δική τους , γι’ αυτό και διέταξαν να τη θάψουν στο τούρκικο νεκροταφείο, που ήταν κοντά στο τζαμί για να ικανοποιήσουν έτσι τον άσβεστο εγωισμό τους. Ετσι κι έγινε. Το θεόσταλτο όμως φώς, που σαν άστρο κατέβηκε από τον ουρανό και στάθηκε πάνω από τον τάφο της, ήταν το σημείο που υποχρέωσε τους χριστιανούς συμπατριώτες της να κλέψουν το σώμα της και να το ενταφιάσουν κάπου όπου θα ήταν ασφαλές. Κατά την παράδοση, τα ονόματα των τολμηρών αυτών ανθρώπων ήταν Τσόπλας, Καλημέρης και Μπούκλας, οι οποίοι λέγεται πως έκαναν όρκο να μην μαρτυρήσουν ποτέ σε κανέναν το μυστικό, γιατί θα υπήρχε ο φόβος να βρεθεί το άγιο λείψανό της στα χέρια των Τούρκων. Χριστιανοί πολλοί έχουν φύγει έκτοτε από τη ζωή με τον καημό να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανά της. Σήμερα έχει χτιστεί προς τιμήν της περικαλλής και μεγαλοπρεπής Ιερός Ναός, ο οποίος όμως, παραμένει ελλιπής χωρίς την ευλογία των αγίων της λειψάνων.

Η μνήμη της Αγίας Ακυλίνας τιμάται από το 1957 μ.Χ. στις 27 Σεπτεμβρίου, ημέρα της τελειώσεώς της. Μέχρι τότε η Ακυλίνα εορταζόταν στις 24 Απριλίου. Αιτία αυτής της εορτολογικής μετατοπίσεως ήταν το ότι οι κάτοικοι του Ζαγκλιβερίου ήθελαν να συνδέσουν τις δύο μεγάλες πανηγύρεις του χωριού τους, του Αγίου Γεωργίου, στο όνομα του οποίου τιμώνταν ο κεντρικός ναός του χωριού, και της Αγίας τους. Από το 1957 όμως, η Ακυλίνα άρχισε να εορτάζεται πλέον στις 27 Σεπτεμβρίου, ενώ από το 1984 μ.Χ. και μετά, που συστήθηκε και δεύτερη ενορία στο χωριό, της Αγίας Ακυλίνας και άρχισε η ανοικοδόμηση μεγαλοπρεπέστατου ναού προς τιμήν της, η μνήμη της και η εορτή της μετατοπίσθηκαν επισήμως την 27η Σεπτεμβρίου.

Σε κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Ζαγκλιβέρι υπάρχει μία πρόσφατη Ακολουθία πρός τιμήν της Ακυλίνας, που ψαλλόταν μέχρι το 1969 μ.Χ.. Η Ακολουθία, ως κάτοχος της οποίας φέρεται ο μοναχός Πολύκαρπος Αθ. Γιακούδης Παντοκρατορινός και της οποίας ο συνθέτης είναι άγνωστος, περιλαμβάνει την Ακολουθία του Εσπερινού, του Ορθρου, τη Λειτουργία, το βίο και το Μαρτύριο της Αγίας. Το Σεπτέμβριο του 1969 ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, συνέθεσε Ακολουθία προς τιμήν της, η οποία ψάλλεται από τότε στην εορτὴ της Αγίας. Μέχρι σήμερα ακολούθησαν αρκετές εκδόσεις της ίδιας Ακολουθίας, ενώ το 1980 μ.Χ. προστέθηκαν και Χαιρετισμοί και Εγκώμια στην παρθενομάρτυρα από τον ίδιο υμνογράφο.

Η πρώτη εικονογράφηση της νεομάρτυρος χρονολογείται το 1858 μ.Χ. σε κάποιο έργο του ιεροδιακόνου Ιεροθέου της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας και μετέπειτα επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, όπου εικονίζονται όλοι οι μετά την Αλωση νεομάρτυρες. Σ’ αυτήν απεικονίζεται και η Ακυλίνα μαζὶ με την Κυράννα (βλέπε 28 Φεβρουαρίου) και την Αργυρη.

Επίσης στον κεντρικό ναό του Ζαγκλιβερίου, τον Αγιο Γεώργιο, βρίσκονται τρεις από τις παλαιότερες εικόνες της Αγίας. Η πρώτη χρονολογείται το 1903 μ.Χ. και παρουσιάζει ολόσωμη την Αγία· κάτω αριστερά και δεξιά περιέχονται δύο σκηνές από το βίο της, η μαστίγωση και η κοίμησή της, ενώ επάνω αριστερά παριστάνεται ο Χριστός να ευλογεί την Αγία. Η δεύτερη εικόνα που παρουσιάζει επίσης ολόσωμη την Ακυλίνα φέρεται ως δέηση του «Πολυκάρπου Αθανασίου Γιαγκούδη Ζαγκλιβερινώ Παντοκρατορινώ εν Αγίῳ Ορει τη 1 Σεπτεμβρίου 1904», είναι δηλαδὴ προσφορά του ιδίου προσώπου, δαπάνη του οποίου έγινε και η πρώτη Ακολουθία προς τιμήν της νεομάρτυρος. Τέλος, η τρίτη εικόνα είναι δέηση του Παναγιώτη Αναγνώστου το 1913 μ.Χ. και εικονίζονται η Αγία Ακυλίνα μαζὶ με την Αγία Κυράννα. Και οι τρεις εικόνες έχουν αγιορείτικη προέλευση.

Το σπίτι της Αγίας όπου και ο τόπος του μαρτυρίου της, σώζεται μέχρι σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση. Ενα καντήλι που καίει νύχτα μέρα δηλώνει το σεβασμό των Ζαγκλιβερινών στην Αγία Ακυλίνα την οποία τιμούν κατά τη διάρκεια των Ακυλίνειων.

 

3. Αλέξανδρος ο εν Πύδνη

Ο Αγιος Αλέξανδρος, στην αρχή βρισκόταν στο σκοτάδι της πλάνης. Αργότερα όμως, όλα άλλαξαν μετά την ομολογία του στον Χριστό, διότι έκανε δριμύτατο έλεγχο στην πλάνη των ειδωλολατρών και καταπλήγωσε με τα λόγια του τον νοητό διάβολο. Οπότε οι πλανεμένοι ειδωλολάτρες, μη μπορώντας να υποφέρουν το θάρρος και τη δύναμη του Αγίου, προσπάθησαν να νικήσουν τη μεγαλοψυχία του με διάφορους τρόπους και κολακείες. Επειδή όμως δεν μπόρεσαν, τον αποκεφάλισαν. Τα λείψανά του αποδείχτηκαν θεραπευτικά και για το λόγο αυτό όλοι μιλούν πλέον για   ιαματικό χάρισμα...

 

4. Αγιος Ιερομόναχος Αλκίσων

Στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Αναστασίου Α’ (491-516) στη μητρόπολη της αποστολικής Εκκλησίας της Νικοπόλεως (Πρέβεζα) αρχιεράτευε ο Αλκίσων, ένας από τους πλέον διακεκριμένους ιεράρχες της εποχής. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν στολισμένος με τις χάριτες του Αγίου Πνεύματος και ποίμαινε τους χριστιανούς του με μοναδικό γνώμονα την εν Χριστώ σωτηρία τους. Στα πλαίσια αυτά μερίμνησε και για την ανέγερση μεγάλης βασιλικής (ναού) που μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του.

Δυστυχώς όμως επρόκειτο να δοκιμαστεί στη ζωή του. Διότι ο αυτοκράτορας Αναστάσιος, παρά τις άλλες ικανότητές του, παρέκλινε από την ορθόδοξη Πίστη, ακολουθώντας τους αντιχαλκηδονίους αποσχιστές Σεβήρο και Φιλόξενο. Με το διάταγμά του (γνωστό στην εκκλησιαστική Ιστορία ως «Τύπος του Αναστασίου») δεν δεχόταν την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (481) και εξαπέλυε διωγμό εναντίον των ορθοδόξων επισκόπων. Μεταξύ εκείνων πού υποτάχθηκαν στα κελεύσματα του «Τύπου» ήταν και ο Θεσσαλονίκης Δωρόθεος, έξαρχος του Ιλλυρικού και εκκλησιαστικός προϊστάμενος και του Αλκίσωνος. Ετσι ο μητροπολίτης Νικοπόλεως κλήθηκε εκ των πραγμάτων να αντιμετωπίσει τις απειλές του βασιλιά και τις «συστάσεις» του Θεσσαλονίκης. Ανέλαβε λοιπόν πρωτοβουλίες για την προάσπιση της ορθοδόξου πίστεως με συμμάχους μερικούς επισκόπους του Ιλλυρικού και τον πάπα Ρώμης Ορμίσδα (που όμως ήταν υπόδουλος στους Γότθους και λίγα πράγματα μπορούσε να κάνει).

Συγκάλεσε λοιπόν στη Νικόπολη (το 512) Σύνοδο, στην οποία έλαβαν μέρος 40 επίσκοποι του Ιλλυρικού και με αποφασιστικότητα καταδίκασαν τον «Τύπο του Αναστασίου», μη λαμβάνοντας υπόψη τις απειλές του ιδίου και του Θεσσαλονίκης Δωρόθεου. Η στάση του Αλκίσωνα έδωσε θάρρος σε πολλούς ορθόδοξους ποιμένες και μοναχούς σε όλη την αχανή αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα να αξιώσουν από τον αυτοκράτορα τη σύγκληση νέας Συνόδου για να βρεθεί λύση. Αυτή συγκλήθηκε το έτος 516 στην Ηράκλεια της Θράκης παρουσία περισσότερων των 200 αρχιερέων, με διακρινόμενο και εκεί τον Αλκίσωνα. Πλην όμως ο βασιλιάς, φοβούμενος τις αποφάσεις της, όχι μόνο δεν επέτρεψε να συνεδριάσουν, αλλά συνέλαβε τους αρχιερείς και τους υπέβαλε σε κακουχίες, εκδηλώνοντας εντονότερη την οργή του κατά του Αλκίσωνος, τον οποίο φυλάκισε στην Κωνσταντινούπολη επί πέντε μήνες. Εκεί δοκίμασε ποικίλες πιέσεις, βασανισμούς, μαστιγώσεις, δείχνοντας υπομονή και καρτερία. Αλλά λόγω  της μεγάλης του ηλικίας δεν άντεξε περισσότερο. Και το επόμενο έτος (517) παρέδωσε στη φυλακή το πνεύμα του αναδειχθείς, σύμφωνα με τους βιογράφους του, φλογερός ομολογητής της ορθοδόξου Πίστεως και μέγας αγωνιστής. Αμέσως μετά την κοίμησή του οι επίσκοποι και ιερείς της Μητροπόλεώς του τον ονόμασαν «εν αγίοις πατέρα» τους σε επιστολή προς τον πάπα Ρώμης.

 

5. Αμμούν ο διάκονος και οι 40 μαθήτριες

Οι Αγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της, τις συγκέντρωσε όλες στο σπίτι της μαζί με το διδάσκαλό τους, διάκονο Αγιο Αμμούν, για να ενισχύσει την πίστη τους. Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. Υστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού διά του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».

Οταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους, σύμφωνα με την παράδοση, συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Αγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.

Επειδή ο άγιος παρέμεινε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας. Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».

Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Ετσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίσθηκαν μαζί με τον δάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.

Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (ή Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (ή Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (ή Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (ή Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Αννα (ή Ανθούσα).

Ωστόσο, στην ασματική Ακολουθία και σε νεότερους Συναξαριστές απαντώνται τα εξής ονόματα: Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάιδω και Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανίτου, Εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, εκδ. Δ , 1997, σελ. 23 υποσ.).