Πολλοί είναι οι άγιοι οι οποίοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα και εξελίχθηκαν με τη στάση τους σε στυλοβάτες της ορθοδοξίας και του έθνους. Οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους, αρνούμενοι να ασπαστούν το μουσουλμανισμό, υποστηρίζοντας με θέρμη την πίστη τους.

Δυστυχώς για πολλούς από αυτούς δεν υπάρχουν λεπτομέρειες για τη ζωή τους και πολλά στοιχεία έχουν γίνει γνωστά σήμερα από άγραφες κυρίως μαρτυρίες. Εχουν διασωθεί όμως όλα εκείνα που επιτρέπουν σήμερα σε πιστούς και μη να έρθουν σε επαφή με το βίο και την πολιτεία τους.

Η «Κιβωτός της Ορθοδοξίας» κάθε βδομάδα θα παρουσιάζει αλφαβητικά τους αγίους οι οποίοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι στο αφιέρωμα αυτό δεν αναφέρονται άγιοι οι οποίοι γεννήθηκαν εκτός των σημερινών ορίων της Ελλάδας, έστω και αν έζησαν ή μαρτύρησαν εδώ.

Τα περισσότερα στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί από τα επίσημα στοιχεία Μητροπόλεων αλλά και βιβλίων τα οποία έχουν γραφτεί στην μνήμη τους.

Άγιος Αργύριος ο Επανομίτης

Ο Αγιος Νεομάρτυς Αργύριος γεννήθηκε το 1788 στην Επανωμή της Θεσσαλονίκης από τον Αστέριο και τη Βασιλική, το γένος Ντουγιούδη. Σε νεαρή ηλικία πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπουπροσλήφθηκε από κάποιον ράπτη ως υπηρέτης.

Κατά τις ημέρες εκείνες κάποιος Χριστιανός από τη Σοχό βρισκόταν κλεισμένος στη φυλακή του πασά της Θεσσαλονίκης για κάποιο έγκλημα που είχε κάνει. Μην έχοντας να πληρώσει τα χρήματα που του ζητούσε ο πασάς, τον απειλούσε ότι θα τον κρεμάσει. Μπροστά στην απειλή του θανάτου, ο φυλακισμένος αποφάσισε να αλλαξοπιστήσει. Το γεγονός αυτό χαροποίησε τους Αγαρηνούς, οι οποίοι αμέσως τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον πήγαν σε ένα καφενείο στην τοποθεσία Ταχτάκαλα, με σκοπό να τον μυήσουν στη μουσουλμανική θρησκεία.

Ο Αργύριος, που είχε πληροφορηθεί το γεγονός, μπήκε και αυτός στο καφενείο και άρχισε να τον ελέγχει για το παράπτωμά του και ταυτοχρόνως να τον παρακινεί για να επιστρέψει και πάλι στην Ορθόδοξη πίστη. Η στάση του αυτή προκάλεσε τόσο πολύ τους Γενίτσαρους, που όρμησαν επάνω του και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν τόσο άγρια, ώστε θα τον σκότωναν, εάν δεν ανέστελλε την οργή τους η ελπίδα μήπως και μπορέσουν να τον προσελκύσουν στη δική τους πίστη. Προσπάθησανλοιπόν, απειλώντας τον ότι θα τον σκοτώσουν, να τον αναγκάσουν να αλλαξοπιστήσει. Σαν βροντή ακούσθηκε η φωνή του Νεομάρτυρα: «Είμαι Χριστιανός και δεν αρνιέμαι την πίστη μου. Δόξα και τιμή μου ο Σταυρός του Χριστού. Επιθυμία μου είναι να αποθάνω για την πίστη και την αγάπη του Χριστού».

Οι Γενίτσαροι τότε οδήγησαν τον Αργύριο στον κριτή, ενώπιον του οποίου προσπάθησαν και πάλι να τον μεταπείσουν, μεταχειριζόμενοι πότε απειλές και πότε κολακείες και υποσχέσεις για δώρα και αξιώματα. Μετά από δύο ημέρες, οι Γενίτσαροιεπανέλαβαν και πάλι τις προσπάθειές τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ζήτησαν λοιπόν από τον κριτή να διατάξει την εκτέλεσή του. Αυτός όμως, βλέποντας ότι ο Αργύριος δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα άξιο θανάτου, προσπάθησε να κατευνάσει την οργή των εξαγριωμένων Τούρκων και να τους πείσει πως δεν είναι δίκαιο να σκοτώσουν έναν αθώο άνθρωπο. Εκείνοι ταράχθηκαν και εξαγριώθηκαν εναντίον του και έτσι ο κριτής διέταξε την διά απαγχονισμού θανάτωσή του.

Ετσι, σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, το 1806 και ημέρα Παρασκευή, ο Αγιος Νεομάρτυς Αργύριος οδηγήθηκε σε έναν τόπο λεγόμενο Καμπάν (σημερινό Καπάνι), στην κεντρική αγορά της πόλεως, όπου και απαγχονίσθηκε και επισφράγισε την ομολογία του στον Χριστό με τη θυσία του αίματός του.

 

Αριστείδης μάρτυς, ο φιλόσοφος

Γεννήθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. στην Αθήνα και προερχόταν από πλούσια οικογένεια. Σπούδασε από μικρός κλασική φιλοσοφίαστη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών, μελετώντας ιδιαιτέρως το Νεοπλατωνισμό. Παρόλο που εκείνη την περίοδο όλοι σχεδόν οι Αθηναίοι ήταν ειδωλολάτρες, ο Αριστείδης ασπάστηκε το χριστιανισμό, επηρεασμένος από τους πρώτους χριστιανούς των Αθηνών, Αγιο Ιερόθεο και Αγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, των οποίων υπήρξε και μαθητής.

Ο φιλόσοφος Αριστείδης συνέγραψε το πρώτο απολογητικό έργο με τίτλο «Περί Θεοσεβείας», με το οποίο υπερασπίστηκε τους διωγμένους χριστιανούς. Πιο συγκεκριμένα, με αυτό το έργο θέλησε να αποδείξει την ορθότητα της χριστιανικής πίστης και του Ευαγγελίου, μα και να καταδικάσει την αδικαιολόγητα σκληρή στάση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εναντίον των χριστιανών. Το κείμενο του μάρτυρα Αριστείδη, αποτέλεσε πρότυπο απολογητικού έργου και επηρέασε αρκετούς μεταγενέστερους απολογητές, οι οποίοι βασίστηκαν σ’ αυτό για να γράψουν τις δικές τους απολογίες.

Ο τότε Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, όπως ήταν φυσικό, εξοργίστηκε με την παρουσία αυτού του έργου και κάλεσε τον Αριστείδη στη Ρώμη για να απολογηθεί. Ο μάρτυς όταν γύρισε στην Αθήνα, συνέχισε να κηρύττει υπέρ του χριστιανισμού και τελικά συνελήφθη από τους Ρωμαίους, οδηγήθηκε στην αρχαία αγορά, όπου και θανατώθηκε διά απαγχονισμού στις 13 Σεπτεμβρίου το 120 μ.Χ., ή το 134 μ.Χ.. Ναοί αφιερωμένοι στον Αγιο Αριστείδη υπάρχουν στην Κρήτη, στη Ρούμελη, στο Καρπενήσι, στη Φθιώτιδα, στη Σαντορίνη και την Τήνο. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 13 Σεπτεμβρίου.