Του Πάνου Ευαγγέλου

Με σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η Εκκλησία της Φινλανδίας προχώρησε στην αγιοκατάταξη του Οσίου Ιωάννη της Μονής Βαλαάμ η μνήμη του οποίου τιμάται στις  5 Ιουνίου.

Ο μεγαλόσχημος ηγούμενος Ιωάννης γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1873. Καταγόταν από αγροτική οικογένεια της περιοχής Τβερ. Εμαθε τα λίγα του γράμματα στο ενοριακό σχολείο του χωριού του.

Το κοσμικό του όνομα ήταν Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Αλεξέγιεβ.

Στο μοναστήρι του Βαλαάμ ήρθε πρώτη φορά νέος, σε ηλικία μόλις 16 ετών. Πέρασε εκεί μερικά χρόνια ώσπου τον κάλεσαν να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Δεύτερη φορά γύρισε στο Βαλαάμ το 1900. Επίσημα συναριθμήθηκε στην αδελφότητα της Μονής το 1907. Το 1910 έγινε η μοναχική του κούρα, οπότε έλαβε το όνομα Υάκινθος. Πέρασε από διάφορα διακονήματα στη Μονή. Υπηρέτησε στις Σκήτες του προφήτου Ηλιού και του Αγίου Γερμανού καθώς και στο μετόχι της Μονής στην Πετρούπολη. Στο τέλος του 1921 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και ιερομόναχος και διορίστηκε ως ηγούμενος στην Ι. Μονή Πετσέγκα. Το 1932 παραιτήθηκε από το καθήκον του ηγουμένου και γύρισε πάλι στο μοναστήρι του Βαλαάμ. Εγινε προϊστάμενος της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου. Το 1933 έλαβε το μεγάλο αγγελικό σχήμα με το όνομα Ιωάννης. Το 1937 ήλθε στην κυρία Μονή, όπου πρώτα υπηρετούσε ως βοηθός του πνευματικού και από το 1938 ανέλαβε το έργο του πνευματικού της Μονής.

Ο μεγαλόσχημος ηγούμενος Ιωάννης τελείωσε ειρηνικά τη ζωή του στις 5 Ιουνίου 1958.

Σχολιάζοντας τα βιογραφικά στοιχεία του π. Ιωάννη, ο φημισμένος Σουηδο-Φινλανδός συγγραφέας TITO COLLIANDER -ο ίδιος πνευματικό τέκνο του Γέροντα- γράφει τα εξής:

«Είναι όμως γεγονός ότι αυτά τα λίγα στοιχεία δεν μας δίνουν μία ολοκληρωμένη εικόνα για το περιεχόμενο της μακράς ζωής του. Δεν μας περιγράφουν τα πρώτα του χρόνια στο μοναστήρι, που ως νέος δόκιμος έπρεπε να συνηθίσει στην αυταπάρνηση και υπομονή, τόσο αναγκαία στη μοναχική ζωή. Ούτε μας μιλούν για τα χρόνια που ως χειροτονημένος μοναχός πλέον, μέσα στα διάφορα διακονήματα και στην απάρνηση του ιδίου θελήματος δοκιμάστηκε στην υπομονή και στην πίστη. Ούτε αναφέρουν κάτι συγκεκριμένο για το τελευταίο και δυσκολότερο στάδιο των αγώνων του: τη μοναξιά της ερημικής ζωής.

Τέτοιες εμπειρίες είναι ξένες στους περισσότερους. Αλλά ακριβώς σε τούτα τα βιώματα στηρίζεται η εξέλιξη της ζωής και του χαρακτήρα του π. Ιωάννη, όχι σε ιδεολογικά κατασκευάσματα, ούτε σε αφηρημένους συλλογισμούς ή θεωρητικούς στοχασμούς περί του νοήματος της ζωής. Ολα αυτά τα απέκρουσε αρκετά κατηγορηματικά. Οδηγούν στην πλάνη, έλεγε. Ο ίδιος ο Κύριος, ο Λυτρωτής του ανθρωπίνου γένους και όλης της κτίσης, δεν καθόταν στην εξέδρα να κάνει διαλέξεις.

Δρούσε, δρούσε συνεχώς χωρίς ανάπαυση μέχρις ότου έδωσε θυσία που δεν υπάρχει μεγαλύτερή της».

Μεταπολεμικώς στο Νέο Βάλαμο ο π. Ιωάννης κατοικούσε σε ένα μεγάλο ξύλινο κτίριο, σαν παράγκα. Το απέριττο κελί του ήταν και το εξομολογητήριό του. Στην είσοδο έξω από το κελί του υπήρχε ένα παγκάκι όπου οι μοναχοί και άλλα πνευματικά του τέκνα περίμεναν τη σειρά τους. Στην πόρτα του κελιού του είχε καρφώσει μία απλή ιχνογραφία με δύο μοναχούς, που ο ένας είχε στο μάτι του ένα μικρό κλαδάκι, ενώ ό άλλος ένα ολόκληρο κούτσουρο. Με τούτον τον παραστατικό τρόπο ο π. Ιωάννης ήθελε να οδηγήσει τα πνευματικά του τέκνα στη γνώση των δικών τους σφαλμάτων και να τα διδάξει να αποφεύγουν τις κατακρίσεις. Ακόμη στο κελί του υπήρχε μία πρόχειρη βιβλιοθήκη γεμάτη από παλιές εκδόσεις πατερικών κειμένων, ανάμεσα στις οποίες δέσποζαν οι ογκώδεις τόμοι της Φιλοκαλίας· μαζί με την Αγία Γραφή που ήταν η πνευματική του τροφή, με την οποία έτρεφε και τα παιδιά του.

Μεγάλη σημασία στο πνευματικό έργο του π. Ιωάννου είχε η αλληλογραφία του. Πολλά από τα πνευματικά του παιδιά που είχαν γνωρισθεί μαζί του κυρίως στο παλιό Βαλαάμ, έμεναν τώρα σε άλλες χώρες έξω από τη Φινλανδία, ακόμη και σε άλλες ηπείρους, και δεν μπορούσαν ποτέ να έλθουν να συναντήσουν τον Γέροντά τους. Και αυτά ακόμη, πού ζούσαν στη Φινλανδία, δυσκολεύονταν με τις συγκοινωνίες εκείνου του καιρού να κάνουν συχνά το μεγάλο ταξίδι στα βάθη της χώρας, όπου βρισκόταν το Νέο Βάλαμο. Σε όλους αυτούς ο Γέροντας έγραφε επιστολές. Οταν όλα τα φώτα στο μοναστήρι έσβηναν, μόνο στο κελί του π. Ιωάννη έφεγγε η λάμπα και ο Γέροντας μέσα στη βαθιά σιωπή της νύχτας, σκυμμένος στο τραπεζάκι του, απαντούσε στα αγωνιώδη ερωτήματα των πνευματικών του τέκνων -πότε στο Παρίσι, πότε στη Νέα Υόρκη, πότε στο Ελσίνκι- δηλαδή όπου υπήρχαν Ρώσοι πρόσφυγες.