«Το Φανάρι είναι πάντοτε πηγή φωτός και ελπίδος. Και δεν σβήνει με τους ανέμους , ούτε με τους ανέμους που φυσούσαν τότε από ανατολήν και δύσιν, ούτε με τους ανέμους που φυσούν παγεροί σήμερα, από τις στέπες του Βορρά». Αυτό τόνισε ο Παναγιώτατος, κατά την εορτή των ονομαστηρίων του, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος και του Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας.

“Η αλήθεια διά την Ουκρανίαν, διά την Εκκλησίαν της, διά τα περί αυτήν γενόμενα, θα διαλάμψη και θα κατισχύση”, υπογράμμισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Στην ομιλία του ο κ. Βαρθολομαίος αναφερόμενος στην παρουσία του κ. Ιερωνύμου τόνισε: «…Και έχομεν την χαράν και την τιμήν της παρουσίας του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρίου Ιερωνύμου, όστις ηθέλησε να προσθέση τοιουτοτρόπως έναν ακόμη κρίκον εις την αλυσίδα η οποία συνδέει τας δύο Εκκλησίας ημών και να επαυξήση την αγαλλίασιν της επετείου των ονομαστηρίων ημών. Μακαριώτατε, ευχαριστούμεν ευγνωμόνως Υμάς και την τιμίαν και προσφιλεστάτην συνοδείαν Σας και, καθώς τα υψηλά καθήκοντά Σας επιτάσσουν την εντός ολίγου επιστροφήν Σας εις τα ίδια, Σας προπέμπομεν μετά πλείστης τιμής και φιλαδελφίας, ευχόμενοι ταχείαν επανασυνάντησιν. Επιτρέψατε ημίν να Σας χαιρετίσωμεν και να Σας αποχαιρετίσωμεν με τους επιγραμματικούς λόγους Μαξίμου του Ομολογητού»: “αργείτω τα γηράσαντα και ανθείτω τα νέα”.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης καλωσόρισε ιδιαιτέρως και όλους όσοι ταξίδεψαν από το εξωτερικό προκειμένου να του ευχηθούν για την ονομαστική του εορτή.

“Καλώς ήλθετε εις την «Μητρόπολιν του Γένους που λέγεται Κωνσταντινούπολις». Ηλθετε εκ σεβασμού και αγάπης προς τον εορτάζοντα Πατριάρχην, αλλά ήλθετε και διά να αποτίσετε το οφειλόμενον από όλους ημάς, ανεξαιρέτως, χρέος τιμής, σεβασμού, αφοσιώσεως, ευλαβείας, αγάπης και ευγνωμοσύνης προς «ό,τι επιγράφεται Κωνσταντινούπολις, ο εμός έρως» (Δοσίθεος Τατάρνης), προς αυτήν την πόλιν, την οποίαν κατά ένα ριζίτικο της Κρήτης, την εθεμελίωσαν οι άγγελοι «που τ’ Αγιον Ορος το νερό κι απού τη Χιό το χώμα, κι απού την Αντριανούπολη παίρνουν τα κεραμίδια». Και συνεχίζει ένας σύγχρονος Κρητικός αυτοσχεδίως το ριζίτικο: «Πέρασαν χρόνοι και καιροί κι εθέριεψεν η Πόλη και άπλωσε τα φώτα τζη σ’ ούλη την οικουμένη. Μ’ ανέμοι τη φυσήξανε π’ ανατολή και δύση κι απού βοριά κι απού νοτιά, να σβήσουν, ν’ αφανίσουν. Ενα Φανάρι μοναχό, τρεμόσβηνε το δόλιο, … και το Φανάρι άστραψε, μαζί και η ελπίδα!».

Ναι, αδελφοί και φίλοι, τέκνα και συνεργάται! Το Φανάρι είναι πάντοτε πηγή φωτός και ελπίδος. Και δεν σβήνει, ούτε με τους ανέμους που φυσούσαν τότε από ανατολήν και δύσιν, ούτε με τους ανέμους που φυσούν παγεροί σήμερα από τις στέπες του Βορρά, αλλά μένει φωτεινόν, εδραίον και αμετακίνητον και αντέχει! «Τεθεμελίωται γαρ επί την πέτραν της πίστεως. Η δύναμίς του εν ασθενεία τελειούται. Χριστώ συνεσταύρωται». Και «απογεγυμνωμένον πλέον πάσης έξωθεν προνομίας και κοσμικής εξουσίας» πορεύεται διά μέσου της ιστορίας, «ευεργετούν και ιώμενον»”.