Με μία αποκαλυπτική συνέντευξη στην εφημερίδα «Πολίτικα» του Βερλιγραδίου ο Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ανεφέρεται στα σύγχρονα εκκλησιαστικά θέματα του κόσμου της Ορθοδοξίας με επίκεντρο το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, το σκοπιανό εκκλησιαστικό ζήτημα και ιδιαίτερα τις σχέσεις μεταξύ αδελφής Εκκλησίας Σερβίας και Μητρός Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

 

Για τη θέση της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο αναφέρει:

Η θέση της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο δεν είναι διαφορετική από αυτήν που ήταν κατά τα προηγούμενα χρόνια, αρχής γενομένης από το υπερώο της Πεντηκοστής. Μπορεί σήμερα να έχουμε νέα δεδομένα, κοινωνικά, επιστημονικά κ.λπ., αλλά ο προορισμός και η αποστολή της Εκκλησίας δεν άλλαξαν. Η Εκκλησία είναι η Κιβωτός της σωτηρίας και της αληθείας, όπως την απεκάλυψε ο Τριαδικός Θεός στον κόσμο. Είναι ο χώρος όπου τελεσιουργείται η μεταμόρφωση του ανθρώπου και επιτυγχάνεται η ένωσή του με τον Θεό.

Η Εκκλησία δηλαδή, είναι «η Βασιλεία του Θεού» στον κόσμο. Ολα τα άλλα που βλέπουμε σήμερα, τα οποία μπορεί να εντυπωσιάζουν και να προκαλούν θαυμασμό, όπως έργα φιλανθρωπίας, πολιτισμού, κοινωνικά, ακαδημαϊκά ή και αναπτυξιακά, όσο σημαντικά κι αν φαίνονται, δεν παύουν να είναι παρεπόμενα του βασικού σκοπού και προορισμού της Εκκλησίας. Και φυσικά δεν μπορούν με τίποτα να αντικαταστήσουν τον κυρίαρχο και πρωταρχικό μυστηριακό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

Οσον αφορά τώρα στον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον κόσμο και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα προτιμούσα, αντί να αναπτύξω μία απάντηση, να προτρέψω όλους τους καλούς σας αναγνώστες να ανατρέξουν στην εκκλησιαστική ιστορία, στους Ιερούς Κανόνες, στην Πατερική μας διδασκαλία και στην Ιερά Παράδοση και εκεί θα διαπιστώσουν ποιος είναι ο ρόλος και η ευθύνη του Οικουμενικού και Αποστολικού Θρόνου. Εμείς, ως ταπεινοί διάκονοι και συνεχιστές του Αποστόλου Ανδρέα, δεν κάνουμε τίποτε παραπάνω από αυτό που οι Ιεροί Κανόνες μας κληροδότησαν.

Η φράση αυτή του γνωστού Σέρβου θεολόγου Stojan Gosevic επαληθεύεται από την πράξη των Οικουμενικών Συνόδων και την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο,τι είναι και ό,τι έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οφείλει στην Εκκλησία. Δεν είμαστε μία αυτοδημιούργητη οντότητα αλλά μία ύπαρξη που προέκυψε αγιοπνευματικώς.

 

Ειδική αναφορά έκανε ο κ. Βαρθολομαίος για το φαινόμενο της Παγκοσμιοποίησης:

Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα φαινόμενο που οι σύγχρονοι μελετητές το ταυτίζουν κυρίως με τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη. Κάποιοι θεολόγοι το ταυτίζουν και με την εκκοσμίκευση.

Πρόκειται ουσιαστικά για την απελευθέρωση όλων των σύγχρονων κοινωνικών παραμέτρων, όπως για παράδειγμα της οικονομίας, της επικοινωνίας, του πολιτισμού, του εμπορίου, τα οποία αναπάντεχα και ασύδοτα διαχέονται εκτός συνόρων. Οταν όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στον τόπο που τα δημιούργησε ή τα αφομοίωσε με τον δικό του τρόπο, τότε μιλούμε για ταυτότητα λαών, όταν όμως όλα αυτά προβάλλονται ως ιδανικά και επιχειρείται η επιβολή τους σε άλλους λαούς, τότε μιλούμε για παγκοσμιοποίηση.

Η παγκοσμιοποίηση μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνεται σε οικουμενικότητα εν Χριστώ. Οπως είπαμε, ενώ η παγκοσμιοποίηση φαίνεται να είναι μία τάση που ομαδοποιεί τα πάντα, η οικουμενικότητα, αντίθετα, σέβεται και τιμά την ταυτότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε λαού αλλά και κάθε προσώπου χωριστά και συγκεκριμένα. Ετσι η Ορθόδοξη Εκκλησία γενικώς, και το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο ειδικώς, δεν επιδιώκουν να μετατρέψουν την ποικιλία των χαρισμάτων των λαών της οικουμένης σε κάτι ομοιογενές και ομοιόμορφο, το οποίο θα διοικείται από μία αρχή, θα διέπεται από μία νοοτροπία και θα ακολουθεί συγκεκριμένη πολιτισμική και εθνική γραμμή.

Η Εκκλησία μας κινείται επί τη βάσει της ελευθερίας, της αγάπης και της ενότητας, εν τη ποικιλία των χαρισμάτων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών. Ωστόσο, αυτό που δημιουργεί πρόβλημα στην Εκκλησία αλλά και στην προσωπική μας ζωή είναι η εκκοσμίκευση που προέρχεται από την παγκοσμιοποίηση. Η σύγχρονη τάση εκκοσμικεύσεως δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μορφή παγκοσμιοποιήσεως, που επιδιώκει όλα να τα ρευστοποιήσει και να τα προσαρμόσει σε συγκεκριμένες εθνικές ή πολιτισμικές ιδεολογίες.

Οταν αυτό συμβαίνει στον χώρο της Εκκλησίας, τότε επηρεάζεται η συνοχή της αλλά όχι η υπόστασή της. Αλλο είναι η προσοικείωση ενός έθνους προς την Ορθοδοξία και άλλο η αντίληψη ότι η Εκκλησία αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία κάποιου έθνους ή ορισμένων εθνών. Ο σεβασμός και η διατήρηση της ταυτότητάς μας είναι φυσικό και αναγκαίο. Το να περιορίζουμε όμως τον Χριστό σε συγκεκριμένα εθνικά πλαίσια, αυτό καταλήγει τελικώς στην άρνησή Του.

Το να προτάσσουμε, επίσης, το έθνος έναντι της Εκκλησίας, μοιραία οδηγεί στην άρνηση της υπόστασης της Εκκλησίας και του οικουμενικού της χαρακτήρα. Οταν επομένως, ξεφεύγουμε από τα όριά μας, όπως τα έχουν καθορίσει οι Πατέρες της Εκκλησίας και προσπαθούμε να επιβάλουμε παντού το δικό μας, δηλαδή τα δικά μας χαρακτηριστικά και τη δική μας ταυτότητα, τότε δυστυχώς δημιουργούμε μιας μορφής «γκέτο», όπως λέτε.

 

Για το ουκρανικό υποστηρίζει:

Οπως πολύ σωστά το λέτε, το ζήτημα της αυτοκεφαλίας βασάνιζε την Ουκρανία για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν πάμε δε παλαιότερα, θα διαπιστώσουμε ότι υπήρχαν έντονες και συντονισμένες προσπάθειες ανεξαρτητοποιήσεως του Κιεβινού λαού, του κλήρου, των μοναχών και της τοπικής Ιεραρχίας από την εκκλησιαστική χειραγώγηση του Πατριαρχείου Μόσχας.

Αυτές οι προσπάθειες ξεκίνησαν ήδη από το 1325, τότε δηλαδή που μεταφέρθηκε μόνιμα η έδρα της Μητροπόλεως Κιέβου στη Μόσχα, οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στην ιστορία και πλέον δεν αμφισβητούνται. Υπήρξαν ακόμη αρκετές προσπάθειες αυτοκεφαλίας κατά το παρελθόν, οι οποίες τελικώς δεν ευοδώθηκαν. Πιστεύουμε ότι ο Θεός το κάθε πράγμα το οικονομεί στην ώρα του.

Ετσι και για την Ουκρανία ήρθε η ώρα του Θεού. Σχετικά με το αν η δοθείσα αυτοκεφαλία τελικώς θα βοηθήσει στο θέμα της ενότητας, είμαστε βέβαιοι ότι η χορήγησή της ήταν μία απαραίτητη προϋπόθεση. Μέχρι χθες το μεγαλύτερο μέρος του Ουκρανικού λαού ήταν εκτός Εκκλησίας. Αυτό ήταν κάτι που μας πονούσε. Γι’ αυτό, κατά το παρελθόν είχαμε κάνει αρκετές προσπάθειες για τη θεραπεία αυτού του προβλήματος.

Για παράδειγμα, με πρωτοβουλία μας είχαμε συστήσει μεικτή επιτροπή με Ιεράρχες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Μόσχας, προκειμένου να βρούμε μια λύση. Τελικώς, η επιτροπή αυτή δεν λειτούργησε σχεδόν ποτέ με υπαιτιότητα του Πατριαρχείου Μόσχας κι έτσι το πρόβλημα συνεχώς διογκωνόταν.

Κάποιοι χρησιμοποιούσαν τον χαρακτηρισμό του σχισματικού και έτσι ανάπαυαν τη συνείδησή τους ότι όλα είναι εντάξει. Οταν όμως κάποιος αδελφός μας χαρακτηρίζεται ως σχισματικός ή αιρετικός, πολλώ δε μάλλον όταν ένας ολόκληρος λαός εκατομμυρίων ανθρώπων ευρίσκεται εκτός κανονικής Εκκλησίας με την αιτιολογία του σχίσματος, τότε καλούμαστε επειγόντως και άνευ ουδεμίας καθυστερήσεως σε πνευματική και αποστολική αφύπνιση, διότι «ει πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη» (Α´ Κορ. 12, 26).

Για κάποιους η ύπαρξη του σχίσματος στην Ουκρανία ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να εγκαταλείψουν τον ευσεβή αυτό λαό, αποποιούμενοι τις ευθύνες τους ενώπιον του Θεού και της ιστορίας.

Για μας όμως, ήταν ένα κίνητρο και μία κλήση από τον Θεό να βρούμε λύσεις σωτηριώδεις και ενωτικές, προκειμένου να επανεντάξουμε τον λαό αυτό στην αγιαστική χάρη της Εκκλησίας. Αυτό που κάναμε, επομένως, ήταν το αποστολικό μας χρέος και αυτό το οποίο έπραξαν οι Αγιοι και θεοφόροι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι δημιουργούσαν συνεχώς τις προϋποθέσεις, ασκώντας απεριόριστη εκκλησιαστική οικονομία, για να ενταχθούν οι εκτός Εκκλησίας στους κόλπους της.

Με αυτό το πνεύμα θα ήθελα να δείτε και το θέμα της ενότητας. Δεν πρόκειται για «ανταμοιβή» των Ιεραρχών Φιλαρέτου και Μακαρίου, όπως αναφέρετε στο ερώτημά σας. Το θέμα της Ουκρανίας δεν πρέπει να το προσωποποιούμε. Τα πρόσωπα κάποια στιγμή φεύγουν από αυτό τον κόσμο. Αν η όλη υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τα δύο αυτά πρόσωπα, να είστε σίγουρος ότι η Εκκλησία θα είχε λειτουργήσει διαφορετικά.

Σήμερα, εξαιτίας της αγάπης του Χριστού και της ενότητας της Εκκλησίας, στα πρόσωπα αυτά αναγνωρίστηκε μόνο η Αρχιεροσύνη και όχι η θέση που κατείχαν. Θα μπορούσαμε να μιλούμε για αποκατάσταση, αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε αποδεχθεί τον Φιλάρετο ως Πατριάρχη και τον Μακάριο ως Μητροπολίτη Λβιβ. Αυτό όμως δεν συνέβη. Το θέμα λοιπόν της Ουκρανίας θα πρέπει να το δούμε σφαιρικά, εκκλησιολογικά και σωτηριολογικά.

Πάνω από τα πρόσωπα και τα εθνικά συμφέροντα προέχει η θεραπεία του προβλήματος. Σήμερα όλος ο ορθόδοξος λαός της Ουκρανίας ανήκει στην κανονικότητα. Υπάρχει η προϋπόθεση της ενότητας και της μετοχής στο κοινό ποτήριο. Τώρα, αν κάποιοι δεν το δέχονται αυτό, θα πρέπει να διερωτηθούν ποιοι διασπούν την ενότητα.

 

Για τις σχέσεις με τη σερβική Εκκλησία, με αφορμή τα Σκόπια και το Μαυροβούνιο ο Οικουμενικός πατριάρχης ξεκαθαρίζει:

Δυστυχώς, στο σημείο αυτό υπάρχει μεγάλη παραπληροφόρηση. Ταυτίζουν την περίπτωση της Ουκρανίας με τα Σκόπια και το Μαυροβούνιο και αυτό γίνεται τεχνηέντως, διότι θέλουν να στρέψουν την Εκκλησία της Σερβίας εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Μάλιστα, από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, πολλοί Ιεράρχες της Σερβικής Εκκλησίας κρατούν αποστάσεις από την Ουκρανία, φοβούμενοι ότι αυτό που έγινε εκεί θα επαναληφθεί στο Μαυροβούνιο και στην Αχρίδα.

Αλλά σας διαβεβαιώνουμε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η Εκκλησία της Σερβίας είχε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια. Οταν η κρατική υπόσταση της Σερβίας επεκτάθηκε, οι Σέρβοι αδελφοί μας απευθύνθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και ζήτησαν την εκκλησιαστική υπαγωγή των νέων εδαφών αυτών στη δικαιοδοσία τους.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απάντησε θετικά και εκχώρησε τα εδάφη αυτά με Τόμο, κάτι το οποίο δεν συνέβη με την Εκκλησία της Ρωσίας η οποία κατεπάτησε εδάφη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δίχως να έχει λάβει κάποια κανονική εκχώρηση.

Η διαφορά λοιπόν με την Ουκρανία, κανονικώς και εκκλησιολογικώς, είναι ότι η Ρωσία εισπήδησε και κατέλαβε τη Μητρόπολη Κιέβου, χωρίς ποτέ να της έχει παραχωρηθεί, ενώ η Σερβία ό,τι έχει, της ανήκει κανονικώς και εκκλησιολογικώς.

Αυτό σημαίνει ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν πρόκειται να αλλοιώσει το καθεστώς της Εκκλησίας της Σερβίας και τα όριά της, δίχως να υπάρξει συνεννόηση και συνεργασία.