Η Ιερά Μονή Παναγίας Ζερμπίτσης ευρίσκεται επάνω στον μεγαλοπρεπή Ταΰγετο, στην ανατολική πλευρά του, σε 500 μέτρα υψόμετρο και απέχει 19 χλμ. από τη Σπάρτη. Η ονομασία «Ζερμπίτσα» είναι πιθανώς σλαβικό τοπωνύμιο και ερμηνεύεται «Μετόχιον».

Σ’ αυτή εύκολα πηγαίνει κανείς, διασχίζοντας την εθνική οδό Σπάρτης – Γυθείου και παίρνοντας, στο 11ο χλμ., τον δρόμο δεξιά.

Εκεί, απέναντι στο βάθος, σε μία καταπράσινη γωνία της οροσειράς ξεπροβάλλει το Μοναστήρι, ωσάν σωστική κιβωτός, την οποία η Θεία Πρόνοια τοποθέτησε μέσα στο φυσικό μεγαλείο, για να ευρίσκει κάθε ψυχή ανάταση, θεία γαλήνη και κατάπαυση.

Τρία χιλιόμετρα μετά τα χωριά Ξηροκάμπι και Δάφνη, μένει κανείς κατάπληκτος, απολαμβάνοντας το εξαίσιο θέαμα συνδυασμού φυσικής καλλονής και καλλιτεχνίας.

Σύμφωνα με την επιγραφή η οποία ευρίσκεται στο υπέρθυρο της Βασιλικής Πύλης του εσωτερικού του Ιερού Καθολικού, η Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή ανεγέρθηκε το 1639 και αγιογραφήθηκε το έτος 1669. Οι τοιχογραφίες είναι τεχνοτροπίας μεταβυζαντινής.

Κάποιος άρχοντας από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος ονομαζόταν Εμμανουήλ, ήταν φυγάς σε κάποιο κρησφύγετο του Ταϋγέτου. Από εκεί ο Μεγαλοπρεπέστατος, όπως χαρακτηρίζεται στην επιγραφή, έβλεπε κάθε νύχτα δέσμη φωτός στον χώρο όπου σήμερα ευρίσκεται ο Ιερός Ναός. Η αγαθή του διάθεση να ερευνήσει για την πηγή του παράδοξου φωτός τον οδήγησε να επισκεφθεί πολλές φορές την τοποθεσία αυτή, ευρίσκοντας όμως μόνο θάμνους.

Κάποια φορά μάλιστα, ενώ ευρισκόταν στον χώρο όπου έβλεπε το φως, συνάντησε έναν κυνηγό ο οποίος τον συμβούλευσε να ανακοινώσει το μυστηριώδες θέαμα στον Επίσκοπο Φάριδος, ο οποίος την εποχή εκείνη είχε την έδρα του στο Ξηροκάμπιον.

Ο Επίσκοπος γνώριζε εκ παραδόσεως ότι κατά τον 12ον αιώνα υπήρχε εκεί, στο ίδιο σημείο του Ταϋγέτου, Μοναστήρι της Κυράς Παναγιάς. Η πληροφορία δε, περί εμφανίσεως του φωτός από τον εντιμότατον άρχοντα Εμμανουήλ, τον οδήγησε σε έρευνα. Για τον σκοπό αυτό οργανώνει λιτανευτική πομπή και έρχεται με αρκετούς χριστιανούς στο συγκεκριμένο σημείο, όπου έπειτα από δέηση και αγιασμό, προσφέρει την ευλογία της ανασκαφής.

Πράγματι! Μετά από προσπάθεια τριήμερον, η αγία Εικόνα της Παναγίας μας, ως Βρεφοκρατούσης, ευρέθη μέσα σε ξεροπήγαδο και στη θέση του σημερινού Ναού. Παρά τη φθορά δε, στο ξύλο της Αγίας Εικόνας, και την εξασθένηση των χαρακτηριστικών των αγίων Προσώπων, το πάνσεπτο βλέμμα της Θεομήτορος διατηρείται πολύ ζωντανό μέχρι και σήμερα.

Μετά από το θαύμα τούτο εμπνεύσθηκαν δύο ευλαβείς χωρικοί και αποδέχθηκαν το μοναχικό κάλεσμα. Συνάμα δήλωσαν ότι επιθυμούν να παραμείνουν εκεί ως Μοναχοί.

Οι πρώτοι αυτοί Μοναχοί, πραγματοποιώντας έρανο, έκτισαν σε πρώτη φάση προσκυνητάρι για την ευρεθείσα Αγία Εικόνα. Ο δε άρχοντας Εμμανουήλ, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη και απέστειλε ικανό χρηματικό ποσό για να κτισθεί ο περικαλλής Βυζαντινός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπως έχει σήμερα, εκπληρώνοντας τοιουτοτρόπως το θαύμα του.

Η θαυματουργός κτητορική Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Κυρίας Ζερμπίτσης, είναι ενθρονισμένη στο αριστερό προσκυνητάρι του κυρίως Ναού και ευρίσκεται εντός ξύλινου κιβωτίου, πλαισιωμένη από αργυρή επένδυση.

Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία τα οποία βασίζονται στη χρονολόγηση λειψάνων παλαιών κτισμάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στην ίδια γεωγραφική θέση, προϋπήρχε ειδωλολατρικός ναός του 3ου π.Χ. αιώνος. Μάλιστα στο Μουσείο της Ιεράς Μονής φυλάσσονται ευρήματα αυτής της εποχής.

Το Καθολικό είναι ευρύχωρο κτίσμα, σύνθετου βυζαντινού ρυθμού τετρακιονίου, με δύο χορούς αθωνικού τύπου, επειδή ακριβώς αναφέρεται στην τιμή και προσκύνηση της Εφόρου του αγιωνύμου αθωνικού Κάστρου της Ορθοδοξίας.

Ναός αγιορείτικου τύπου λέγεται ο Σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλου, μετά λιτής και δύο χορών. Ανωθεν του Νάρθηκα στον δεύτερο όροφο, με είσοδο απ’ έξω δυτικά, εκεί όπου κατά την παράδοση υπήρχε κρυφό σχολειό, τώρα έχουν διαμορφωθεί τρία παρεκκλήσια: της Αγίας Τριάδος, του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Νεκταρίου.

Η πλακόστρωτη αυλή, λόγω της κλίσεως του εδάφους, αποτελείται από δύο κλιμακωτά επίπεδα. Στην κάτω αυλή βρίσκονται τα κελιά, τα παλαιά και τα νεώτερα, η Τράπεζα, τα εργαστήρια, το αγιογραφείο, το συνοδικό, το Ηγουμενείο, οι καμάρες γύρω από την ωραία Εκκλησία, ο κήπος και αρκετά άνθη. Στην επάνω αυλή είναι οι ξενώνες, το Αρχονταρίκι και το Δεσποτικό, με τον αιωνόβιο τεράστιο πλάτανο στη μέση και τις μεγάλες εντυπωσιακές ορτανσίες γύρω.

Η όλη μοναστηριακή διάταξη είναι τύπου αγιορειτικού και ομοιάζει με μικρογραφία πόλεως. Διατηρεί δε, πολλά από τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μοναστηριακής αρχιτεκτονικής και ορθώνεται με ένα ήρεμο μεγαλείο ανάμεσα από κυπαρίσσια, βελανιδιές, μαμουκαλιές και ελαιόδεντρα.

Η Ιερά Μονή με υπουργική απόφαση έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο, που το σεβάστηκε ο χρόνος και η ιδία η Κυρία Θεοτόκος, η Φανερωμένη, το καθιέρωσε στη συνείδηση του λαού μας με τη θαυματουργική διάσωσή του από πολλούς κινδύνους. Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής το 1941, υπέστη φοβερό βομβαρδισμό αλλά η Υπέρμαχος Στρατηγός διεφύλαξε τον οίκο της αβλαβή.

Κατά το έτος 1968 ιδρύθηκε το Μουσείο της Ιεράς Μονής με κειμήλια που δίδουν αμυδρή εικόνα του μεγέθους της δόξης της. Των άλλων αξιόλογων κειμηλίων προεξάρχουν ο χρυσοκέντητος Επιτάφιος του έτους 1538, ο οποίος φέρεται αφιερωμένος στη Σεβάσμια Μονή της Παναχράντου Θεομήτορος και η χρυσοκέντητος Εικόνα – Λάβαρο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του έτους 1707.

Κατά το έτος 1966 μετά από πρόσκληση του μακαριστού Μητροπολίτου Μονεμβασίας & Σπάρτης κυρού Κυπριανού Πουλάκου, ήλθε από την Αργολίδα η χαρισματούχος καθηγουμένη Παρθενία Βασιλάκη με δωδεκαμελή Αδελφότητα και με επικεφαλής τον Πανοσιολογιώτατον Γέροντα π. Παύλο Ζησάκη. Τότε η Ιερά Μονή βρήκε τον άνθρωπο που είχε ανάγκη και ανακαινίζεται ολόκληρη. Εκτοτε, αλλά και μέχρι και σήμερα, επί των ημερών της ευρισκομένης και διαρκώς διευρυνομένης Αδελφότητας, η Ιερά Μονή γνωρίζει μεγάλη και πολυεπίπεδη ακμή.