Το Μοναστήρι είναι κτισμένο στη Βορινή πλευρά ενός αντερείσματος που ενώνει τον Ταΰγετο με τα τελευταία προς Ανατολή βουνά του. Δυτικά του Μοναστηριού εκτείνεται πυκνό ελατόδασος, βόρειά του η Κουμουστά, ενώ όλη η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από καστανιές, πεύκα και έλατα. Το Μοναστήρι έχει υψόμετρο περίπου χίλια μέτρα. Το κλίμα είναι υγιεινότατο και μάλιστα η περιοχή εθεωρείτο ως ιδεώδης τόπος παραθερισμού. Το 1912 το Μοναστήρι ανήκε στην κοινότητα Γοράνων λόγω του ότι η απόσταση από το Μοναστήρι ήταν τέτοια και μάλιστα ο δρόμος για το Μοναστήρι κατασκευάστηκε με προσωπική εργασία Γορανιτών. Βάσει νόμου όμως το Μοναστήρι ανήκε στον δήμο Φελλίας και παλιότερα, ίσως, στον Δήμο Φάριδος. Είναι κτισμένο απέναντι από την Κουμουστά, όμως η σχέση των μοναχών, ιδιαίτερα με τους κατοίκους της Κουμουστάς, δεν εξαρτάται από αυτό. Είναι ο φόβος που είχαν εμπνεύσει οι Μουσουλμάνοι Μπαρδουνιώτες στη διάρκεια του ζοφερού παρελθόντος.

Το Μοναστήρι τιμάται επ’ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής ή Χρυσοπηγής. Αξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι όλα τα Μοναστήρια εκεί γύρω, Γόλας, Ζερμπίτσης, Φανερωμένης, Καταφυγιώτισσας, είναι αφιερωμένα στην Παναγία.

Εκείνα τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Ελληνες των τουρκοκρατούμενων περιοχών εγκαταλείπουν τις εστίες τους και ανεβαίνουν στα βουνά. Εκεί δημιουργούν οικισμούς και αργότερα χωριά ολόκληρα. Μεταξύ των φυγάδων συγκαταλέγονται, όπως είναι φυσικό, και μοναχοί οι οποίοι δεν λησμονούν τις θρησκευτικές τους συνήθειες και ιδρύουν νέους χώρους λατρείας. Οι περισσότεροι Ναοί θυμίζουν ονόματα γνωστών ναών της Κωνσταντινουπόλεως. Οι τοιχογραφίες μαρτυρούν ότι οι Ναοί αυτοί κατασκευάστηκαν τα πρώτα χρόνια μετά την άλωση. Από την πληθώρα των ναών στις περιοχές αυτές του Ταϋγέτου φαίνεται ότι οι άνθρωποι παρότι δεν είχαν σπίτια να μείνουν, θεωρούσαν αναγκαίο να έχουν εκκλησίες.

Σε αυτούς τούς δύσκολους χρόνους τοποθετείται η ίδρυση της Γόλας. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι πολλά καταφύγια δημιουργήθηκαν εκείνη την εποχή και κατανοητή είναι η ύπαρξή τους. Οι άνθρωποι είχαν τόσο φόβο μέσα τους, που είχαν εγκαταλείψει την πεδιάδα σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε να μετατρέψουν τα καταφύγια που υπήρχαν σε μόνιμες κατοικίες δικές τους και πολλοί από τους οικισμούς αυτούς διατηρήθηκαν έως την εποχή μας. Οσον αφορά το Μοναστήρι της Γόλας, από κτιτορικές επιγραφές συμπεραίνουμε πως ο πάνσεπτος αυτός Ναός κτίστηκε ή μάλλον ανακαινίστηκε καλύτερα το 1632. Στην επιγραφή αναφέρεται ο ιερομόναχος Χρύσανθος ως ο πρώτος αρχίσας το Μοναστήρι. Αξιόλογη όμως είναι και η μαρτυρία, σχετικά με την ύπαρξη του Μοναστηριού από το 1608, μοναχού της Μονής, που κάνει αναφορά προς την Διοίκηση με την οποία ζητούνται διευκρινίσεις για τον τρόπο φορολόγησης του βελανιδόκαρπου.

Από επιγραφή σε εντοιχισμένο μάρμαρο, αντλούμε την πληροφορία ότι ο νάρθηκας που φαίνεται να μην ταιριάζει με το υπόλοιπο του Ναού κτίσμα, είναι μεταγενέστερος. Από άλλη επιγραφή πιστοποιείται πως η αγιογράφηση του νάρθηκα έγινε λίγο αργότερα το 1673 και από άλλον αγιογράφο. Επίσης, όπως προκύπτει από έρευνες, το Μοναστήρι υπαγόταν στην Επισκοπή Καρυουπόλεως και έτσι εξηγείται η επιθυμία του επισκόπου Θεοκλήτου να ταφεί στη Μονή (αναφορά σε σχετικό έγγραφο του 1668). Αυτή όμως η επιστολή του Μητροπολίτου είναι ανεπαρκής και αμφισβητούμενη.

Το Μοναστήρι πέρασε δύσκολους καιρούς με την εισβολή των Τουρκοαρβανιτών και των Μπαρδουνιωτών οι οποίοι έγιναν ένα με τους υπόλοιπους. Ανθρωποι χωρίς ηθικές αρχές, αρνητές της διδασκαλίας του Χριστού, άπληστοι καθώς ήταν, δήλωναν Μουσουλμάνοι, μάλιστα γνώριζαν τι και από πού θα το ζητούσαν. Και ως γνωστόν το Μοναστήρι της Γόλας λόγω της δραστηριότητας των μοναχών είχε εκλεκτά προϊόντα.

Στο σημείο αυτό μένει να υπογραμμιστεί το πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του Μοναστηριού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην παιδεία. Η Θρησκεία και η Παιδεία τότε ήταν ένα, και πάντα η εκκλησία φρόντιζε το καλύτερο για την εκπαίδευση. Το Μοναστήρι την περίοδο εκείνη βοήθησε ουσιαστικά την Παιδεία. Υπήρχαν προβλήματα αρκετά, ακόμη και αντίσταση από την ίδια την Κυβέρνηση, όμως η κοινότητα του Μοναστηριού δεν πτοήθηκε από τέτοιου είδους αντιδράσεις, απεναντίας δε, με κάθε τρόπο υλικό και πνευματικό προσέφερε το καλύτερο. Μπορεί να μην έγινε εκεί το σχολείο την εποχή της Τουρκοκρατίας, βοήθησε όμως οικονομικά τα άλλα σχολεία στα διπλανά χωριά.

Οσον αφορά τις τοιχογραφίες της Ιεράς Μονής, το Καθολικό, ο Ναός και ο Νάρθηκας της Μονής είναι κατάγραφα με τοιχογραφίες που καλύπτουν με αρμονική πολυχρωμία όλες τις εσωτερικές επιφάνειές τους. Οι περισσότερες από αυτές σώζονται σε πολλή καλή κατάσταση ενώ άλλες, ιδίως του Νάρθηκα, έχουν διαβρωθεί από την υγρασία και έχουν αποβεί σκοτεινές και ασαφείς από τα άλατα και τούς καπνούς των κεριών και του λιβανιού.

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες το εικονογραφικό έργο του Καθολικού δεν ανήκει στον αυτό αγιογράφο, ούτε έγινε την ίδια χρονική περίοδο. Μία επιγραφή που σώζεται πάνω από την είσοδο, μαρτυρεί πως οι τοιχογραφίες του Ναού είναι έργα του Δημητρίου Κακαβά, που τελείωσαν τον Οκτώβριο του 1632, ενώ άλλη επιγραφή που σώζεται πάνω από την πύλη του Νάρθηκα, αναφέρει ότι ο Νάρθηκας ιστορήθηκε το 1673 και από την ποιοτική διαφορά που κάποιος μπορεί να διακρίνει, γίνεται αντιληπτό ότι οι αγιογράφοι είναι διαφορετικά πρόσωπα.