«Καν ετμήθης κάρα, ω Βαπτιστά! φθέγγεται η γλώσσα τον Ηρώδην ελέγχουσα». Σε αυτό τον στίχο από Μεγαλυνάριο της εορτής της Αποτομής της Κάρας του Τιμίου Ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, αποτυπώνεται με ενάργεια η υπέρλογη λογική της συνείδησης της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η «τετράγωνη» και «καθαρή» λογική του κόσμου, μένει στείρα και κονιορτοποιείται, μη μπορώντας να αντέξει το φως της αλήθειας. Γιατί αυτή η αλήθεια δεν είναι κλεισμένη μέσα στις πεπερασμένες διαστάσεις του παρόντος, αλλά αντλεί την ύπαρξή της από τα έσχατα. Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν υπόκειται σε «υποκειμενικές» ή «αντικειμενικές» κρίσεις και διαπιστώσεις. Η αλήθεια της Εκκλησίας υπερβαίνει τη φθορά του χθες, νικά την κτιστότητα του σήμερακαι καταλύει την αβεβαιότητα του αύριο. Η αλήθεια της Εκκλησίας είναι αυτό που η λέξη αλήθεια σημαίνει στην ετυμολογία της: είναι εκείνο που δεν επιτρέπει τη λήθη, δηλαδή τον θάνατο. Είναι, εν τέλει, όχι ένα συναίσθημα ή μία κατάσταση, αλλά ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Σαρκωθέντος Χριστού. Η αλήθεια λοιπόν πρέπει να γράφεται ως Αλήθεια. Τελικά αληθινό είναι μόνο ό,τι δεν υπόκειται στη φθορά του θανάτου.

Φορέας μίας τέτοιας αλήθειας και μάλιστα σε κρίσιμους καιρούς, στο μεθόριο ανάμεσα στον κόσμο της φθοράς της Παλαιάς Διαθήκης και στον καινούργιο κόσμο της Καινής Διαθήκης, είναι και ο Τίμιος Πρόδρομος. Με το κήρυγμα της μετανοίας έγινε ηγέτης ενός βαπτισματικού κινήματος μέσα στον Ιουδαϊσμό, το οποίο είχε και μεγάλη αριθμητική απήχηση, αφού τα πλήθη του λαού συνέρεαν κατά χιλιάδες για να βαπτιστούν από τον Πρόδρομο, αλλά και επιρροή μέσα στον χρόνο, αφού τόσο ο Απόστολος Παύλος όσο και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος συνάντησαν στις αποστολικές τους περιοδείες μαθητές του Προδρόμου, δεκαετίες μετά το μαρτύριό του.

Ο Τίμιος Πρόδρομος απηύθυνε το κήρυγμα της μετανοίας προς όλους τους ανθρώπους, χωρίς να εξαιρεί κανέναν. Δεν δίσταζε να γίνεται ελεγκτικός ακόμη και προς τους ισχυρούς της εποχής του, χωρίς να υπολογίζει προσωπικό κόστος. Ιδιαίτερα καυστικός και ελεγκτικός υπήρξε έναντι του Βασιλιά Ηρώδη, ο οποίος συζούσε, κατά παράβαση του ιουδαϊκού νόμου, με τη γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου, την Ηρωδιάδα. Τα ιερά ευαγγέλια μας πληροφορούν ότι ο Ηρώδης είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Τίμιο Πρόδρομο, προφανώς λόγω της αυταπόδεικτης και υποδειγματικής συνέπειας έργων και λόγων, για την οποία διακρινόταν ο Βαπτιστής. Ισχνός, φτωχός, ασκητικός, νηστευτής, αυστηρότατος στον εαυτό του, με εμπνευσμένο αγιοπνευματικό λόγο, με προφητική παρρησία και φρόνημα και κυρίως με ανεκλάλητη ταπείνωση, η «φιλέρημος τρυγών της ερήμου», ο Τίμιος Πρόδρομος, είχε «κερδίσει» την προσοχή και γιατί όχι και τη συμπάθεια τουισχυρού άνδρα του καιρού του. Ομως από τη στιγμή που και ο ίδιος ο Ηρώδης μπήκε στο στόχαστρο του ελεγκτικού κηρύγματος του Βαπτιστού, τα πράγματα φάνηκαν να αλλάζουν. Ούτε που μπορούσε να φανταστεί ο Ηγεμόνας πως ο Προδρομικός έλεγχος ήταν γεμάτος από αγάπη και αποσκοπούσε στη σωτηρία του ιδίου και στον φρονηματισμό των υπηκόων του. Αυτά είναι «ψιλά γράμματα» για τις εξουσίες του κόσμου.

Παραδομένος στην τρυφηλότητα του «μισητού συμποσίου» των γενεθλίων του, συνεπαρμένος από τον προκλητικό χορό της Σαλώμης και αιχμάλωτος στην πανουργία της μητέρας της Ηρωδιάδας, δεμένος με «άθεσμο» όρκο προς τους συνδαιτυμόνες, ξέχασε τον σεβασμό του προς τον Πρόδρομο και διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Νόμιζε πως του είχε κλείσει το στόμα οριστικά!

Ομως η γλώσσα του Προδρόμου ελέγχει μέχρι σήμερα όχι μόνο τον άρχοντα της τότε εποχής, αλλά διαχρονικά την αυθαιρεσία των κυρίων κάθε εποχής λέγοντας: «Ουκ έξεστί σοι» - «Δεν σου επιτρέπεται»!!!

Ιδού η νίκη της υπέρλογης λογικής της εκκλησίας απέναντι στην αλογία του κόσμου! Ο ισχυρός νόμιζε πως νίκησε, όμως στην πραγματικότητα νικήθηκε από τον ηττημένο Πρόδρομο. Η πορεία που άρχισε με τον Τίμιο Πρόδρομο στην Καινή Διαθήκη, συνεχίστηκε με τον Πρωτομάρτυρα Αγιο Στέφανο και με τους Αγίους κάθε εποχής. Γιατί κάθε άγιος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η ανατροπή της «κοσμικής» λογικής και νοοτροπίας.

Αν θέλουμε να προεκτείνουμε κάπως τη σκέψη μας θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως ο Πρόδρομος και ο Ηρώδης αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τους εκφραστές δύο διαφορετικών κόσμων. Στο πρόσωπο του Προδρόμου μπορεί κανείς να δει τον κατά Θεόν άνθρωπο, ο οποίος φθάνει από το κατ’ εικόνα στο καθ’ομοίωσιν και ενώνεται με τον Θεό. Ο Πρόδρομος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία εικόνα του παραδείσου και της θείας αγάπης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι παρίσταται ενώπιον του Κυρίου δεόμενος διαρκώς για τον κόσμο μαζί με την Θεομήτορα. Από την άλλη πλευρά στο πρόσωπο του Ηρώδη βλέπουμε τον άνθρωπο που είναι εγκλωβισμένος μέσα στη φθαρτότητα του παρόντος, τον άνθρωπο που έχει την απόλυτη εγκόσμια εξουσία, η οποία όμως καταντά απόλυτη αδυναμία, στην προοπτική της αιωνιότητας. Η εξουσία του είναι πλαστή, επίπλαστη, γιατί δεν αγάπησε ποτέ του την αλήθεια του ζώντος αιώνος, αλλά τον επίπλαστο και πρόσκαιρο. Η εξουσία του είναι μία αυταπάτη, μέσα στο ψεύδος της οποίας είναι τραγικά εγκλωβισμένος.

Ποιος λοιπόν είναι τελικά ο ισχυρός; Ο Ηρώδης ή ο Πρόδρομος; Ποιος είναι ο ισχυρός, αυτός που αντλεί ισχύ και δύναμη από το ψεύδος του παρόντος, ή εκείνος ο οποίος είναι αφημένος στην αψευδή υπόσχεση του Κυρίου για την αιώνια Ζωή, ένεκα της οποίας εγκαταλείπει τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του την ίδια; Δεν είναι ρητορικό το ερώτημα. Αφορά την αυτοσυνειδησία μας ως μελών της Εκκλησίας. Ζούμε σε κρίσιμες εποχές. Το Προδρομικό παράδειγμα είναι σήμερα επίκαιρο παρά ποτέ και μάλιστα όχι για τους τάχαμου και«εκτός της Εκκλησίας», αλλά πολύ περισσότερο για εμάς τους χριστιανούς, που συχνά φαίνεται να επιθυμούμε εξουσία κοσμική, ενώ η δική μας δύναμη δεν είναι εκ του κόσμου τούτου…