Mε την Ελλαδική Εκκλησία η οποία αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας τα έχει βάλει τώρα η Μόσχα. Πέραν των κυρώσεων που έχουν σχέση με τα θεολογικά (μνημόνευση κ.λπ.), η Ρωσική Εκκλησία σχεδιάζει και άλλα μέτρα τα οποία θα τα θέτει σε εφαρμογή ανάλογα με τις εξελίξεις.

Η απόφαση της Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας να συλλειτουργεί μόνο με τους Eλληνες μητροπολίτες οι οποίοι διαφώνησαν με την απόφαση για την αναγνώριση, δείχνει από τη μία αμηχανία και από την άλλη μία τάση επίδειξης ισχύος.

Πέραν αυτών, η Μόσχα εξετάζει σοβαρά να εκδώσει κάτι σαν ταξιδιωτική οδηγία προς τους Ρώσους Ορθόδοξους που θέλουν να επισκεφτούν ναούς και μοναστήρια στην Ελλάδα, το Αγιον Ορος, την Πόλη αλλά και σε εκείνες τις Εκκλησίες οι οποίες θα αποφασίσουν να αναγνωρίζουν την Ουκρανία.
Στους σχεδιασμούς της είναι και η ίδρυση μίας άτυπης Εξαρχίας στην Ελλάδα, ίσως στη Θεσσαλονίκη, η αναγνώριση των Παλαιοημερολογιτών και η ανέγερση ρωσικού ναού.

Την ίδια στιγμή θα επιδιώξει να εμπλακεί πιο ενεργά στο Αγιο Ορος ώστε να αυξήσει την επιρροή της και θα προσπαθήσει να αναδείξει κάθε τι που θα οδηγήσει σε αντιπαράθεση μεταξύ των μελών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Δεδομένο θα πρέπει να θεωρείται ότι οι Ρώσοι θα επιδιώξουν με τη στήριξη Πούτιν να δημιουργήσουν κοινό μέτωπο με τους Σλάβους , κάτι που πάντα ήταν στους σχεδιασμούς της.

Στον αντίποδα τώρα το Φανάρι χαιρέτησε με ικανοποίηση την απόφαση της Συνόδου και τη στάση που κράτησε ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και πλέον περιμένει τις αποφάσεις των άλλων Εκκλησιών.

Προς το παρόν η Εκκλησία της Κύπρου αν και πάντα ταυτιζόταν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Αθήνα, για το συγκεκριμένο θέμα αποφάσισε να τηρήσει ουδέτερη στάση.

Αγνωστο παραμένει το τι θα κάνουν τα πατριαρχείο Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας τα οποία καθυστερούν να αποφασίσουν.

Αλβανία, Βουλγαρία και Ρουμανία αναμένεται να τοποθετηθούν το επόμενο διάστημα. Το βέβαιο είναι ότι Αντιόχεια και Σερβία θα ακολουθήσουν έως το τέλος τις αποφάσεις της Μόσχας.

Στην ανακοίνωση της Συνόδου του Πατριαρχείου της Μόσχας, μεταξύ των άλλων αναφέρεται: «Τα επιχειρήματα που κατατάσσονται στην εισήγηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου και παλαιότερα είχαν κατ’ επανάληψιν αναιρεθεί, ακολουθούν επακριβώς τη θέση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ομως εγείρονται αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον τα συμμερίζεται το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος.

Την έλλειψη ομοφροσύνης στους κόλπους της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος επί του εν λόγῳ θέματος καθώς και την περιφρόνηση των φωνών των μη συμφωνούντων με την αναγνώριση του ουκρανικού σχίσματος μαρτυρεί ο μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ: «Προηγήθησαν οι δύο πολιοί και πολυσέβαστοι Μητροπολίται Καρυστίας κ. Σεραφείμ και Ηλείας κ. Γερμανός, οι οποίοι ωμίλησαν με πολλήν σοφίαν και σύνεσιν επί του φλέγοντος τούτου ζητήματος, αναγνωρίσαντες μεν ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει το κανονικό δικαίωμα της χορηγήσεως υπό όρους της Αυτοκεφαλίας, αλλά και ότι η παρούσα περίστασις είναι πολύ κρίσιμος και απαιτείται μεγάλη περίσκεψις και εμβριθής μελέτη και εξέτασις, άνευ χρονικής πιέσεως, του όλου δυσχερούς αυτού ζητήματος. Εις αυτό το «μήκος κύματος» εκινήθησαν και οι Σεβ. Μητροπολίται: Καισαριανής Δανιήλ, Μεσογαίας Νικόλαος, Πειραιώς Σεραφείμ… και η ταπεινότης μου. Οι Σεβ. Μητροπολίται Δρυϊνουπόλεως Ανδρέας και Αιτωλίας Κοσμάς δεν έλαβον τον λόγον, αλλά συνετάχθησαν με τους προλαλήσαντας Σεβ. Αρχιερείς. Οι απουσιάζοντες, αλλά τοποθετηθέντες γραπτώς Σεβ. Μητροπολίται Νέας Σμύρνης Συμεών και Κερκύρας Νεκτάριος προσεγγίζουν με την ίδια ευαισθησία και προοπτική το σοβαρόν αυτό Ουκρανικόν ζήτημα».

Ως ειδήμων στα θέματα του εκκλησιαστικού κανονικού δικαίου ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ όχι μόνον κατέθεσε ενώπιον της Συνόδου μία εμπεριστατωμένη μελέτη, όπου πειστικώς αναίρεσε την επιχειρηματολογία της εισηγήσεως του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και διά προφορικών του παρεμβάσεων άσκησε δριμύτατη κριτική στην λεγόμενη «ενωτική σύνοδο» των σχισματικών».

Στη συνέχεια η Σύνοδος περνάει σε απειλές:

-Εάν το ουκρανικό σχίσμα πράγματι θα αναγνωρισθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος ή τον Προκαθήμενό της – σε μορφή συλλειτούργων, λειτουργικής μνημονεύσεως του αρχηγού του σχίσματος ή αποστολής προς αυτόν επίσημων γραμμάτων – αυτό θα αποτελέσει μία θλιβερή μαρτυρία εμβαθύνσεως του διχασμού εντός της οικογένειας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

-Ολη την ευθύνη του διχασμού θα επωμίζεται κυρίως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος και εκείνες οι εξωτερικές πολιτικές δυνάμεις υπέρ των οποίων «νομιμοποιήθηκε» το ουκρανικό σχίσμα.

-Αντί να παραδεχθεί το διαπραχθέν σφάλμα και να προσπαθήσει να το διορθώσει με πανορθόδοξη διαβούλευση, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος μπλοκάρισε κάθε πρωτοβουλία συνομιλιών στον τομέα αυτό και επί έναν χρόνο, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, άσκησε μία άνευ προηγουμένου πίεση στους ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος, απαιτώντας από αυτούς την αναγνώριση των σχισματικών.

-Εκανε επανειλημμένες δηλώσεις σχετικά με την αναγνώριση από την Εκκλησία της Ελλάδος των αντικανονικών ψευδο-ιεραρχών της Ουκρανίας, ως μία υπόθεση προαποφασισμένη, σαν να μην επρόκειτο για μία ανεξάρτητη απόφαση της Αυτοκεφάλου Τοπικής Εκκλησίας.

-Η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία είναι περιορισμένη ουσιαστικά ως προς το αυτοκέφαλο καθεστώς αυτής, περιπλέκεται με την διπλή δικαιοδοσία σημαντικής μερίδας της ιεραρχίας της, που ιεροκανονικώς εξαρτάται από την Κωνσταντινούπολη: π.χ. στους ιεράρχες αυτούς κοινοποιήθηκε εγκύκλιο γράμμα με απαίτηση να αναγνωρίσουν άμεσα τη νεόδμητη ψευδο-εκκλησιαστική δομή.

-Όσοι αποδείχθηκαν τολμηροί και έλεγχαν δημοσίως τις πλάνες του Κωνσταντινουπόλεως, προχωρώντας σε συζήτηση με αυτόν, δέχθηκαν απειλές, ζητήθηκαν να τους εφαρμοσθούν μέτρα πειθαρχίας, κατηγορήθηκαν για προδοσία και έλλειψη πατριωτισμού.

-Λύπη προκαλεί ότι η ιστορική προσφορά του Ελληνικού λαού στη μεταλαμπάδευση της Ορθοδοξίας ανταλλάσσεται με πρόσκαιρα πολιτικά κέρδη και υποστήριξη των αλλοτρίων προς την Εκκλησία γεωπολιτικών συμφερόντων.

-Ομως αυτές οι καταχρήσεις του εθνικού αισθήματος δεν θα στεφανωθούν με επιτυχία.

-Δεν θα μπορέσουν να υπονομεύσουν την ενότητα της πίστεώς μας, η οποία εξαγοράσθηκε με το αίμα των νεομαρτύρων και ομολογητών των Εκκλησιών μας.

-Δεν θα διακόψουν την ενότητα της ασκητικής μας παραδόσεως, η οποία διαμορφώθηκε με άθλους πολλών οσίων πατέρων και αγωνιστών.

-Δεν θα καταστρέψουν την αιώνια φιλία του Ελληνικού και των Σλαβικών λαών, η οποία πληρώθηκε με το αίμα των Ρώσων στρατιωτών και σφυρηλατήθηκε με κοινούς αγώνες για την ελευθερία του αδελφού Ελληνικού λαού.

-Εκτιμούμε την προσευχητική κοινωνία με τους αδελφούς μας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και θα κρατήσουμε με αυτήν ζωντανή, κανονική και ευχαριστιακή σχέση μέσω όλων των ιεραρχών και ποιμένων, οι οποίοι ήδη τάχθηκαν και θα ταχθούν στο περαιτέρω κατά της αναγνωρίσεως του ουκρανικού σχίσματος, μέσω όσων δεν θα μολυνθούν με συλλείτουργα με σχισματικούς ψευδο-ιεράρχες, αλλά θα αποτελέσουν παραδείγματα της χριστιανικής ανδρείας και σταθερής εμμονής στην αλήθεια του Χριστού.

-Κατόπιν τούτων διακόπτουμε προσευχητική και ευχαριστιακή κοινωνία με όσους αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος δέχθηκαν ή δεχθούν σε τέτοια κοινωνία εκπροσώπους των ουκρανικών μη κανονικών σχισματικών κοινοτήτων.

-Επίσης δεν δίνουμε την ευλογία μας για προσκυνηματικές εκδρομές σε επαρχίες οι οποίες ποιμαίνονται από τους εν λόγῳ ιεράρχες.

-Οι σχετικές πληροφορίες θα κοινοποιηθούν ευρέως στους προσκυνηματικούς και τουριστικούς οργανισμούς των χωρών που αποτελούν τον κανονικό χώρο της καθ’ ημάς Εκκλησίας.

-Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας εξουσιοδοτεί τον Αγιώτατο Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Κύριλλο να διακόψει το μνημόσυνο του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου σε περίπτωση καθ’ ην ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος αρχίσει να μνημονεύει στις θείες ακολουθίες αρχηγό μίας εκ των ουκρανικών σχισματικών παρατάξεων ή αναλάβει άλλες πρωτοβουλίες, που θα επιμαρτυρούν την γενομένη από αυτόν αναγνώριση του ουκρανικού εκκλησιαστικού σχίσματος.