• Ο εχέφρων υποτακτικός ή εξομολογούμενος ιδού πώς συμπεριφέρεται προς τον πνευματικό. Εκθέτει εν ολίγοις το πλέον ουσιώδες περί του λογισμού ή της καταστάσεως αυτού και κατόπιν αφήνει τον πνευματικόν ελεύθερον. Ο πνευματικός, προσευχόμενος από της πρώτης στιγμής της συναντήσεως, αναμένει φωτισμόν εκ του Θεού, και εάν αισθάνηται εν τη ψυχή αυτού «πληροφορίαν», τότε δίδει την απάντησιν, την οποίαν και δέχονται ως τελικήν. Διότι, εάν ο εξομολογούμενος παραβλέψη τον «πρώτον λόγον» του πνευματικού, τότε συγχρόνως θα μειωθή η ενέργεια του μυστηρίου και η εξομολόγησις δυνατόν να μεταβληθή εις απλήν ανθρωπίνην συζήτησιν.
  • Η οδός του Γέροντος ήτο τοιαύτη, ώστε ο πορευόμενος αυτήν (υπακοήν) να λαμβάνη ευκόλως το δώρον του μεγάλου ελέους του Θεού. Αλλά οι έχοντες ίδιον θέλημα και ίδιον νούν, όσον και αν είναι πολυμαθείς και ευφυείς, και εάν εισέτι φονεύσουν εαυτούς διά των πλέον αυστηρών ασκήσεων ή εργασιών πολυμαθείας θεολογικής, δεν θα επιτύχουν να περισυλλέξουν, ει μη ψυχία πίπτοντα εκ του Θρόνου του Ελέους.
  • Ο Γέρων έλεγεν: «Αλλο πράγμα είναι να πιστεύη τις εις τον Θεόν και άλλο να γνωρίζη Αυτόν».
  • Ο Θεός ουδεμίαν ασκεί βίαν επί του ανθρώπου, αλλ᾿ ίσταται μακροθυμών παρά την καρδίαν και ταπεινώς αναμένει πότε θα ανοιχθή αύτη εις Αυτόν. Ο ίδιος ο Θεός ζητεί τον άνθρωπον, πριν η, ο άνθρωπος εκζητήση Αυτόν. Και όταν, κατά την κατάλληλον στιγμήν, εμφανίζηται ο Κύριος εις τον άνθρωπον, τότε μόνον γνωρίζει ούτος τον Θεόν κατά το δοθέν εις αυτόν μέτρον και τότε μόνον άρχεται ούτος να εκζητή τον Θεόν, όστις αποκρύπτεται από της καρδίας.
  • «Πώς θα ζητής εκείνο, το οποίον δεν απώλεσας; Πώς θα ζητής εκείνο, το οποίον ουδόλως γνωρίζεις; Αλλά η ψυχή γνωρίζει τον Κύριον και διά τούτο εκζητεί Αυτόν».
  • «Ούτω και εν τη ψυχή ημών, όταν επικαλώμεθα το άγιον όνομα του Κυρίου, γίνεται μεγάλη γαλήνη».
  • «Ω Κύριε, δος ημίν ίνα σε αινώμεν έως της εσχάτης ημών πνοής».
  • «Ψυχή ήτις εγνώρισε τον Κύριον ουδέν φοβείται, εκτός της αμαρτίας, και προ παντός την αμαρτίαν της υπερηφανίας. Γνωρίζει ότι ο Κύριος αγαπά ημάς, τότε τι να φοβηθώμεν»;
  • «Πολλοί προσεύχονται προφορικώς ή αγαπούν να προσεύχωνται διά βιβλίων. Και τούτο είναι καλόν, και ο Κύριος δέχεται την προσευχήν και σπλαχνίζεται αυτούς. Εάν όμως προσεύχηταί τις εις τον Κύριον και σκέπτηται άλλα τινά, τότε ο Κύριος δεν εισακούει της τοιαύτης προσευχής».