Η Μονή βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Παναγιά (Τουρνίκι) και είναι κτισμένη σε χαμηλό ανάχωμα κοντά στην όχθη του Αλιάκμονα. Η ίδρυση της Μονής ανάγεται στον 12ο αιώνα και συνδέεται με τη γνωστή οικογένεια των Τορνικίων. Το καθολικό είναι διώροφο, ενώ στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο υπάρχουν μονόχωρες καμαροσκεπαστές εκκλησιές. Είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Και οι δύο ναοί είναι κατάγραφοι με τοιχογραφίες που σύμφωνα με σχετικές επιγραφές χρονολογούνται κατά τα έτη 1481 και 1730. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ζωγραφική του έτους 1481 εμφανίζεται ως ένα από τα πρωιμότερα έργα των ζωγράφων του Καστοριανού εργαστηρίου.

Σώζονται επίσης τα κελλιά κατά μήκος της νότιας πλευράς. Είναι λιθόκτιστα, ξυλόστεγα, με κεραμοσκεπή και τοποθετούνται στη εποχή της Τουρκοκρατίας. Ερείπια από κτίσματα διακρίνονται κατά μήκος της βόρειας πλευράς που δεν έχουν διερευνηθεί αρχαιολογικά, ενώ στο κέντρο σχηματίζεται μία μικρή αυλή. Παρ’ όλα τα σωστικά μέτρα από τη δεκαετία του ’80, ο σεισμός του Μαΐου 1995 δημιούργησε μεγάλες ζημιές κυρίως στο Ιερό του ορόφου.

Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 2001 και σήμερα αυτό το μνημείο μεταβυζαντινής περιόδου περιμένει υπομονετικά τη μεταφορά του πιο κοντά στο χωριό Παναγιά, λόγω κατάκλισης του εδάφους της Μονής από τα νερά του ταμιευτήρα του υδροηλεκτρικού έργου του Ιλαρίωνα.

 
 
Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου – Σπηλαίου Γρεβενών

Το ιστορικό μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται στη βορειοανατολική είσοδο του χωριού. Το καθολικό και τμήμα του ισογείου της βόρειας πτέρυγας, ανακατασκευασμένο, είναι τα μόνα που έχουν απομείνει από την άλλοτε ανθούσα μονή. Σύμφωνα με τη λιθανάγλυφη κτητορική επιγραφή, η οποία αναφέρει τον σταυροπηγιακό χαρακτήρα της μονής, το καθολικό, αφιερωμένο στην Παναγία, ιδρύθηκε στα 1633, επί αρχιεπισκόπου Γαβριήλ από τη Μηλιά Μετσόβου. Κτήτορες ήταν μεταξύ άλλων, τα ονόματα των οποίων δεν έχουν διασωθεί, δύο ιερείς με το όνομα Δημήτριος, οι ιερομόναχοι Παχώμιος, Σάββας και Γαλάκτιος και ο μοναχός Παρθένιος.

Το καθολικό ανήκει στον αγιορείτικο τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο και πλευρικούς χορούς. Εδώ απαντά ο στενός πρόναος με την τριπλή διαίρεση, αντί της ευρύχωρης λιτής, όπως συμβαίνει συνήθως σε όλα τα παραδείγματα έξω από τον Αθωνα. Στην περίπτωσή μας ο τύπος παραλλάσσει ως προς τη διαμόρφωση του κεντρικού χώρου του κυρίως ναού με την προσθήκη ενός ακόμη ζεύγους πεσσών στα δυτικά, όπου δημιουργείται ένα είδος νάρθηκα.

Στην τοιχοδομία του καθολικού συνδυάζεται αρμονικά η βυζαντινή οικοδομική παράδοση με την αντίστοιχη τοπική της Ηπείρου και της Πίνδου. Επιμελέστερη στα κύρια σημεία του ναού (αψίδες ιερού, χοροί, τύμπανα τρούλων), αποτελείται από ορθογωνισμένους πωρόλιθους που εναλλάσσονται με ζώνες οπτόπλινθων σχηματίζοντας τυφλά αψιδώματα.

Στα δυτικά το καθολικό φέρει μεταγενέστερο εξωνάρθηκα του 1910. Στη βορειοδυτική γωνία του νάρθηκα εφάπτεται νεότερο, σύγχρονο του εξωνάρθηκα, τριώροφο κωδωνοστάσιο.

 

Το Μοναστήρι Σπηλαίου Γρεβενών στις αρχές του 20ου αιώνα

Στο εσωτερικό του, ο ναός είναι κατάγραφος με εξαιρετικής τέχνης αγιογραφίες. Το κεντρικό τμήμα του κυρίως ναού με τον τρούλο και τους δύο χορούς αγιογραφήθηκε το 1650 από τους ζωγράφους Νικόλαο και Ιωάννη, ενώ ο υπόλοιπος ναός και ο νάρθηκας ιστορήθηκαν το 1658 από τους ζωγράφους Μιχάλη και Ηλία που κατάγονταν από τα χωριά Ζέρμα Ηπείρου και Επταχώρι Καστοριάς αντίστοιχα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες κτητορικές επιγραφές. Ο μεταγενέστερος εξωνάρθηκας αγιογραφήθηκε το 1911 από τον Σαμαριναίο αγιογράφο Γεώργιο Δ. Πιτένη. Στο εσωτερικό διασώζει ξυλόγλυπτο, επιπεδόγλυφο, επιχρυσωμένο τέμπλο του 17ου αι., εξαιρετικής τέχνης με γραπτές διακοσμήσεις στα θωράκια.