«Κάθε άνθρωπος, φεύγοντας από τη ζωή, πρέπει κάτι να αφήσει πίσω του: Το σπίτι που έχτισε, το δέντρο που φύτεψε, το βιβλίο που έγραψε... Και αυτά όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον συνάνθρωπό του. Ακόμα και μετά τον θάνατό σου, θα εξακολουθήσει να υπάρχει κάτι από σένα σ’ όλα όσα άγγιξαν τα χέρια σου. Οι άνθρωποι θα σε θυμούνται όταν θα βλέπουν με χαρά αυτά που τους άφησες και θα δοξάζουν τον Κύριο. Δεν έχει σημασία το τι έκανες, φτάνει να το έκανες στο όνομα του Θεού και από αγάπη στον άνθρωπο...».

«Η πιο σπουδαία, η πιο μεγάλη, η πιο θεάρεστη αρετή είναι η αγάπη. Ν’ αγαπάς τους αδελφούς σου που είναι εικόνες του Θεού, να τους βοηθάς στην ανάγκη τους, να τους συμπαραστέκεσαι στον πόνο τους, να προσεύχεσαι για τη σωτηρία τους...».

«Κάθε άνθρωπος που σε πλησιάζει με αγαθή προαίρεση και εμπιστοσύνη, καθώς είναι εικόνα ζωντανή του Θεού, σου μεταδίδει φως και χαρά. Μπορεί να σου φορτώνει τα βάσανα και τους καημούς του, αλλά εσύ διακρίνεις πίσω απ’ όλα το θέλημα του Κυρίου. Αν μάλιστα τον βοηθήσεις με τη χάρη του Πανάγαθου να ξεπεράσει τα όποια προβλήματά του, τότε η ευφροσύνη σου είναι απερίγραπτη. Ανάμεσα στα πνευματικά μου παιδιά υπάρχουν μερικοί που κυριολεκτικά με ανακαινίζουν όποτε επικοινωνώ μαζί τους. Αυτοί είναι για μένα το πιο λαμπρό φως, η πιο μεγάλη χαρά!».

«Κάθε άνθρωπος έχει, θα λέγαμε, διαφορετική δύναμη πίστεως. Γιατί η πίστη δίνεται από τον Κύριο ανάλογα με την προαίρεση, τις εσωτερικές δυνάμεις, τον πνευματικό αγώνα αλλά και τις ευκαιρίες που είχε ο καθένας στη ζωή του. Ετσι λ.χ. σ’ έναν ιερέα, σ’ έναν μοναχό, σ’ έναν θεολόγο, σ’ έναν άνθρωπο τέλος πάντων, που μπόρεσε και να μελετήσει τα ιερά βιβλία και να διδαχθεί από φωτισμένους γεροντάδες ή δασκάλους, δόθηκαν πολλά. Γι’ αυτό και θα του ζητηθούν πολλά από τον Θεό. Θα του ζητηθεί θερμή πίστη, θα του ζητηθούν και οι ανάλογοι καρποί της πίστεως. Ενώ σε άλλους... Να, πάρτε για παράδειγμα τον Παύλο (αστυν. στα χρόνια των διωγμών στη Ρωσία που πίστεψε στον Θεό) και τη Ζίνα. Σ’ αυτούς τι δόθηκε; Σχεδόν τίποτα. Στην ψυχή τους όμως υπήρχε μία θεϊκή σπίθα. Και αυτή τη σπίθα τη διατήρησε η μητέρα του Παύλου, ώσπου οι περιστάσεις επέτρεψαν να φουντώσει, να γίνει φωτιά μεγάλη και άσβεστη. Μα και τον καιρό που ζούσαν μέσα στην άγνοια, μέσα στην άγνοια, μέσα στο σκοτάδι της απιστίας, πόσα καλά κάνανε! Πόσους ανθρώπους βοήθησαν. Γιατί; Γιατί είναι ψυχές άδολες. Γιατί έχουν καρδιές καθαρές, προαίρεση αγαθή. Και δεν είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που συναντώ τέτοιους ανθρώπους...».