Η Μονή Ανδρουμπεβίτσης υψώνεται παρά τον Μεσσηνιακόν κόλπον, εις τον Κάμπον Αβίας και πλησίον της δημοσίας οδού από Καλαμάτα προς Αρεόπολιν και Γύθειον. Η Μονή εκτίσθη κατά την αμέσως μετά την εποχήν των Κομνηνών Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως χρονικήν περίοδον, μεταξύ 12ου – 13ου αιώνος, ως τούτο συνάγεται από τον ρυθμό του μικρού ναού και από την τεχνοτροπία των αγιογραφιών του. Υπάρχει συνεχόμενος προς τον παλαιόν και νεότερος σταυρεπίστεγος μετά τρούλου ναός της Μάνης, ο οποίος εκτίσθη το 1704 και είναι κατάγραφος από αγιογραφίες μεταξύ των οποίων αι γραφικαί παραστάσεις εμπνευσμέναι από την υμνολογίαν των Αίνων.

Επί σειράν αιώνων η Μονή ήκμασε, με παράλληλον οικονομικήν ανάπτυξιν γεωργικής και ποιμενικής ζωής, ως συνέβαινε με τους πλησιόχωρους οικισμούς της, οι οποίοι και εμφανίζονται εις έγγραφα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εις τις σωζόμενες βενετικές απογραφές. Δύο πάντως ήσαν οι ισχυροί γείτονες της Μονής: το Κάστρο της Ζαρνάτας (1612) μετέπειτα Αρχιεπισκοπή (1811) και τελικώς Μητρόπολις (1819) μέχρι της καταργήσεως και συγχωνεύσεώς της εις την Ιεράν Μητρόπολιν Γυθείου και Οιτύλου.

Η Μονή Ανδρουμπεβίτσης διετέλεσε έδρα των ιεραρχών Ζαρνάτας. Το έτος 1790 η Μονή εκακοπάθησεν επί επαναστάσεως των Μανιατών υπό την ηγεσίαν των αδελφών Ορλώφ, απεσταλμένων εκ Μόσχας υπό Αικατερίνης της Μεγάλης εις τον αγώνα της κατά των Τούρκων, κυρίαρχων της περιοχής από την περίοδο 1715 – 1821. Κατά τα προηγούμενα έτη η Μονή και η περιοχή ήσαν υπό την εξουσίαν των Βενετών (1687-1715), πρωτύτερα πάλιν υπό τους Τούρκους και παλαιότερα υπό τους Φράγκους εις τους οποίους περιήλθε, αρχάς του ΙΓ΄ αιώνος, μετά την κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των σταυροφόρων (1204). Μετά λοιπόν την ατυχή επανάσταση του Ορλώφ, η Μονή εγκαταλείφθη και φαίνεται ότι ερημώθη, το δε έτος 1810 εδόθη υπό επιτρόπων λαϊκών της περιοχής ως μετόχιον εις την Μονήν Δοχειαρίου του Αγίου Ορους, ως έσχατη λύσις σωτηρίας της χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι επηκολούθησεν ο απελευθερωτικός πόλεμος (1821-1827) κατά των Τούρκων, μέχρι τότε εξουσιαστών της περιοχής.

Επί ελευθέρας Ελλάδος η Μονή κατείχετο επί εκατονταετίαν υπό της ιστορικής οικογένειας Τζανετάκη εις την οποίαν περιήλθεν η κτηματική περιουσία της εγκαταλελειμμένης Μονής και του γειτονικού κάστρου της Ζαρνάτας. Το καθολικόν όμως της Μονής το νεότερον (1704) έμεινεν όρθιον, το δε παλαιότερον (ΙΒ΄-ΙΓ΄ αι.) ημιερειπωμένον, ανεστηλώθη υπό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Σπάρτης κατά την δεκαετίαν των ετών 1970. Τότε έγιναν συστηματικαί προσπάθειαι αναστηλώσεως των κελιών, των βοηθητικών και λοιπών χώρων του τετράπλευρου κτηριακού συγκροτήματος της Μονής, το δε έτος 1978 ανασυνεστήθη διά Προεδρικού διατάγματος, ελειτούργησεν ως γυναικεία Ιερά Μονή και έκτοτε αποτελεί πνευματικήν εστίαν της περιοχής. Εις την συνέχειαν εκαθαρίσθησαν οι εικόνες και οι τοιχογραφίες της Μονής, η οποία και επισήμως εκηρύχθη διατηρητέον αρχαιολογικόν μνημείον. Η Μονή υπάγεται διοικητικώς εις τον Νομόν Μεσσηνίας (Καλαμάτα), εκκλησιαστικώς όμως εις την Ιεράν Μητρόπολιν Γυθείου και Οιτύλου.