Μάχες, πολλές φορές σώμα με σώμα, αιώνες τώρα δίνονται για το καθεστώς του σπηλαίου της Γεννήσεως στους Αγίους Τόπους, με τους Αρμένιους να προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτό σε βάρος της Ελληνορθόδοξης κοινότητας.

Σύμφωνα με τα ισχύοντα, εκατοντάδες χρόνια τώρα στα τέλη του Δεκεμβρίου οι ορθόδοξοι μοναχοί καθαρίζουν τον Ναό της Γεννήσεως προκειμένου να εορτάσουν με το παλαιό ημερολόγιο. Το τελετουργικό… επιβάλλει να τρίψουν τα πλακάκια και τους τοίχους του ναού. Και αν για αλλού η καθαριότητα επιβάλλεται, εδώ αποτελεί σοβαρό λόγο για συγκρούσεις που ξεφεύγουν κάθε λογικής, αφού Aρμένιοι μοναχοί, οι οποίοι διεκδικούν την επέκταση των δικαιωμάτων που διαθέτουν έναντι των ελληνορθόδοξων κληρικών, τους εμποδίζουν ασκώντας και σωματική βία, όπως συνέβη την περασμένη εβδομάδα στο σπήλαιο της Γεννήσεως. Αγρια επεισόδια καταγράφονται όταν επιχειρείται καθαρισμός  στον Ναό της Αναστάσεως. Στον ναό οι Αρμένιοι μοναχοί κατά το παρελθόν είχαν γρονθοκοπήσει ορθοδόξους μοναχούς ενώ είχαν φτάσει σε σημείο να εκτοξεύουν εναντίον τους μανουάλια και εξαπτέρυγα.

Το θέμα δεν είναι τόσο απλό. Κατά το παρελθόν οι Αρμένιοι είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. Μάλιστα κάποιοι μιλούν ακόμη και για πυρπόληση του Ναού της Αναστάσεως από μία πυρκαγιά το 1808, την οποία χρεώνουν στις προσπάθειες των Αρμενίων να επεκτείνουν τα δικαιώματά τους.

Για το περιστατικό διαβάζουμε στη “Διήγηση” Προκοπίου του Ναζιανζηνού για την πυρκαγιά και την ανοικοδόμηση του ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα (1808-1810):

«Η ανά τους αιώνες ιστορία του Ναού της Αναστάσεως αποτελεί ένα από τα γοητευτικότερα κεφάλαια της εκκλησιαστικής ιστορίας μας, αλλά και μία από τις πλέον ηρωικές σελίδες στην ιστορία της Ρωμηοσύνης. Με κόπους, πόνους, μόχθους και θυσίες προσωπικές, οι Αγιοταφίτες μοναχοί αγωνίζονται να διατηρήσουν την ρωμαίικη κυριαρχία επί των Παναγίων Προσκυνημάτων και του Παναγίου Τάφου, την θεμελιωμένη ιστορικά και διαχρονικά σε πλήθος αυτοκρατορικών και σουλτανικών εγγράφων και ορισμών. Ο κυριότερος κίνδυνος τον οποίο από τον 10ο αιώνα και διαχρονικά αντιμετώπισαν οι Αγιοταφίτες μοναχοί, ήταν εκείνος των διεκδικήσεων και των προσπαθειών σφετερισμού των δικαίων τους από εκπροσώπους άλλων δογμάτων. Λατίνοι και Αρμένιοι, αλλά και Συριανοί και Κόπτες προσπάθησαν κατά καιρούς να καταπατήσουν τα ισχύοντα και να αποκομίσουν σχετικά οφέλη. Στον μετά χείρας τόμο εξετάζεται μία από τις πλέον κρίσιμες στιγμές αυτού του αγώνα, όταν το 1808 οι Αρμένιοι πυρπόλησαν τον Ναό της Αναστάσεως, με την ελπίδα ότι καθώς οι Ρωμηοί Αγιοταφίτες δεν είχαν οικονομική άνεση, οι ίδιοι θα πρωταγωνιστούσαν στην ανοικοδόμηση, άρα θα διεκδικούσαν και θα αποκτούσαν κυριαρχία στα σπουδαιότερα Προσκυνήματα του μνημείου».

Τα θέμα προβληματίζει εδώ και αιώνες. Βυζαντινοί αυτοκράτορες, χαλίφηδες, ανάμεσά τους και ο πολυθρύλητος Σαλαντίν που εκδίωξε τους Σταυροφόρους από τους Αγίους Τόπους, τσάροι όπως ο Μεγάλος Πέτρος, σουλτάνοι, ανάμεσά τους και ο Μωάμεθ ο Πορθητής, βεζίρηδες, βασιλείς της Ευρώπης, βοεβόδες, πατριάρχες και μοναχοί κλήθηκαν να χειριστούν και να προστατεύσουν το status quo των Πανάγιων Προσκυνημάτων, το οποίο παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνεται ακόμη και στις Συνθήκες των Παρισίων του 1856 και του Βερολίνου του 1878 παραμένει ως σήμερα αιτία για συγκρούσεις ορισμένων θερμοκέφαλων μοναχών. Και για τον τυφλό αυτόν ζήλο τους, ορισμένοι οδηγήθηκαν στη φυλακή, άλλοι εξορίστηκαν και οι Αρμένιοι - όπως υποστηρίζουν οι Αγιοταφίτες - έφτασαν στο σημείο να προσφέρουν ακόμη και παρθένες για το χαρέμι του σουλτάνου. Από την εποχή που στον χριστιανισμό άρχισαν να παρουσιάζονται οι πρώτες διαιρέσεις, ξεκίνησαν και οι μάχες για τον έλεγχο των Πανάγιων Προσκυνημάτων. Οι αρμένιοι μοναχοί ενίσχυσαν τις προσπάθειες των ελλήνων μοναχών για την ανεύρεση των Πανάγιων Προσκυνημάτων. Μετά όμως από το 451 μ.Χ., οπότε και συγκλήθηκε η Σύνοδος της Χαλκηδόνας, οι Αρμένιοι μαζί με τους Αιθίοπες, τους Αιγυπτίους, τους Ινδούς και τους Συροχαλδέους, αποσχίστηκαν από το Σώμα της Εκκλησίας ως μονοφυσίτες. Το πρώτο αυτό σχίσμα αποτέλεσε δύο αιώνες αργότερα την αιτία για την έναρξη ενός ακήρυκτου πολέμου μεταξύ του Τάγματος των Σπουδαίων και αργότερα των Αγιοταφιτών με τους Αρμενίους. Οι μάχες τους οδήγησαν στον χωρισμό των Ναών της Αναστάσεως και της Βηθλεέμ, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειονότητα ανήκουν στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ορισμένα όμως τμήματα στο διάβα των αιώνων πέρασαν στην κυριαρχία των Αρμενίων και των Ρωμαιοκαθολικών. Ετσι, έχει διαμορφωθεί ένα ευαίσθητο καθεστώς του οποίου όλοι διεκδικούν την ανατροπή του. Στα μέσα του 17ου αιώνα η κατάσταση στις σχέσεις μεταξύ Αρμενίων και Αγιοταφιτών ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Και σε μία προσπάθεια στήριξης των Αγιοταφιτών, οι Ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης πραγματοποίησαν διαδήλωση διαμαρτυρίας μπροστά από τα ανάκτορα του Μεγάλου Βεζίρη. Μερικά όμως χρόνια αργότερα ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Παΐσιος κινδύνεψε να απαγχονιστεί όταν κατηγορήθηκε από Αρμενίους ότι κατασκεύαζε στέμμα για τον τσάρο της Μόσχας. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις ιστορικές δέλτους του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, ο Πατριάρχης Παΐσιος το 1657 είχε μία παλαιά μίτρα την οποία έδωσε σε έναν τεχνίτη που ονομαζόταν Γαβριήλ για να την επισκευάσει, όμως οι Αρμένιοι τον κατηγόρησαν ότι στόχος του ήταν η κατασκευή στέμματος για τον τσάρο, ο οποίος αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Πατριάρχης συνελήφθη και «υπέστη ανεκδιήγητα μαρτύρια, κινδυνεύσας να απαγχονισθεί», τονίζει στην ιστορία του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Μάλιστα, όπως προστίθεται ως πληροφορία από τον ίδιο, ο Πατριάρχης φυλακίστηκε, πέρασε από κακουχίες και στο τέλος αποφυλακίστηκε με απόφαση του σουλτάνου Μωάμεθ του Δ΄.

Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα σημειώνονται νέες αναταραχές. Το 1799 και το 1800 οι Αρμένιοι προσπάθησαν να καταλάβουν τους Ναούς της Αναστάσεως και της Γεννήσεως. Το 1803 προσπάθησαν να εισχωρήσουν στον Ναό της Γεσθημανής. Και το 1807 επιχείρησαν νέα κατάληψη των Προσκυνημάτων. Οι μάχες ήταν αιματηρές. Ομως η 30ή Σεπτεμβρίου του 1808, οπότε και σημειώθηκε η πυρπόληση του Ναού της Αναστάσεως, έχει καταγραφεί ως μαύρη μέρα στην ιστορία των Αγίων Τόπων. Ο ξύλινος διάκοσμος στο εσωτερικό του Ναού της Αναστάσεως κάηκε σχεδόν ολοσχερώς από μία πυρκαγιά την οποία οι Αγιοταφίτες χρεώνουν στους Αρμενίους - αν και ορισμένοι ιστορικοί δεν κάνουν αποδεκτά αυτά τα επιχειρήματα - στην προσπάθειά τους να υφαρπάξουν τα δικαιώματα των Ορθοδόξων.

Περιγράφοντας το γεγονός ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος γράφει: «Το πυρ ήρξατο από του εν τοις κατηχουμένοις παρεκκλησίου των Αρμενίων, αντελήφθησαν δε αυτού πρώτοι οι Λατίνοι, οίτινες εξύπνησαν τους Ελληνας μοναχούς και έσπευσαν προς το μέρος της πυράς. Ομού δε, μετά των Αρμενίων ήρχισαν ρίπτοντες άφθονον ύδωρ, αλλά δεν κατώρθωσαν να σβέσωσιν αυτό. Εξ εναντίου ήναψε και ο γυναικωνίτης του αρμενικού παρεκκλησίου, ευρέθησαν δε οι μοναχοί περικυκλωμένοι υπό φλογών. Και αυτοί μεν κατώρθωσαν να καταβώσιν από των κατηχουμένων, αλλά το πυρ υψώθη προς τον μέγαν θόλον του Ναού, τον οποίον ήρξατο καταβιβρώσκον και αναλύον τον επ’ αυτού μόλυβδον. Αι φλόγες ανεπήδησαν τρομακτικαί, όταν δ’ έξωθεν έσπευσαν εις τον ναόν πλείστοι μοναχοί και χριστιανοί ο θόλος κατέπεσεν». Οπως προσθέτει «το πυρ εμαίνετο εν τω Ναώ επί δύο ημερονύκτια, περιφλέγον τα ξύλα και τους λίθνιους έτι κίονας, οίτινες κατέρρεον(…). Μόνον το Κουβούκλιον, εντός κενού χώρου ευρισκόμενον, ίστατο ακέραιον, εσώθη έτι και αυτή η ξύλινη αυτού θύρα, εσβέσθησαν δε μόνον αι άνωθεν του Αγίου Τάφου κανδήλαι ένεκα του καπνού».

Τα φιρμάνια

Ενδεικτικές του κλίματος που κυριαρχούσε στην Αγία Γη είναι και οι κατάρες που δίνουν οι χαλίφηδες και σουλτάνοι σε όσους παραβαίνουν το καθεστώς, οι οποίοι και εξέδωσαν σχετικά φιρμάνια για να ελέγχουν την κατάσταση. Ετσι στον Αχτιναμέ του για τους Αγίους Τόπους, ο χαλίφης Ομάρ Ιμπν ελ Χατάμπ, το 15ο έτος της Εγίρας, δηλώνει: «Ας είναι παραβάτης της Συμβάσεως του Θεού και μισητός απέναντι του προσφιλούς Του Προφήτο, εκείνος ο οποίος θα ενεργήση αντιθέτως προς το περιεχόμενον του Διατάγματος Αυτού».

Ακόμη ο σουλτάνος Σελίμ ο Α΄ τονίζει: «Εάν δε, μετά την σήμερον ή οι βασιλεύοντες ή οι υπέρτιμοι Βεζίριδες ή Ουλεμάδες ή Σαλαχάσες ή Καδήδες ή Βοεβόδες (…) ή Τσαουσάδες ή Σπαχήδες ή Γενίτσαροι ή οι λοιποί απλώς υπηρέται και δούλοι της Αυλής μου θελήσωσι να ανατρέψωσι τον παρόντα μου ορισμόν, οι τοιούτοι όποιοι και αν ώσιν, έστωσαν υπεύθυνοι εις την οργήν και εις τα κολαστήρια του υψίστου Θεού».

Στη διάρκεια του 17ου αιώνα Ορθόδοξοι και Αρμένιοι συμπλέκονται. Σε μία προσπάθεια να περιγράψει στις ρωσικές αρχές τα δεινά που του προκαλούσαν οι Αρμένιοι, ο Πατριάρχης Παΐσιος αναφέρει ότι «δίκην αλήτου περιπλανάται από τόπου εις τόπον ζητών ελεημοσύνην παρά των ορθοδόξων, ίνα σώζη τον άγιον τάφον, ον εζήτουν να υφαρπάσουσιν “άγρια θηρία”».

Δεκάδες φορές οι Αρμένιοι, σύμφωνα με τους μελετητές, προσπάθησαν να ανατρέψουν τα όσα προέβλεπαν τα φιρμάνια των σουλτάνων για το status quo. Σύμμαχοί τους σε πολλές περιπτώσεις ήταν οι τοπικοί διοικητές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και μεγάλοι βεζίρηδες. Και με τις προσβάσεις που διέθεταν, κατάφεραν ακόμη και να εκδιώξουν τους Ελληνες μοναχούς από την τελετή της αφής του Αγίου Φωτός.

Σε τρείς μάλιστα τουλάχιστον περιπτώσεις - στα τέλη του 14ου, του 16ου και του 19ου αιώνα - οι ηγέτες των Αρμενίων προσέφεραν χιλιάδες χρυσά γρόσια στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν τα δικαιώματά τους στους Ναούς της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ και της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ. Σύμφωνα με μία παράδοση, για να επιτύχουν τον στόχο τους απέστειλαν δεκάδες παρθένες - πενήντα σε μία περίπτωση, λέει μια από τις ιστορίες - στα χαρέμια των σουλτάνων και άλλων αξιωματούχων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.