H πρωτοβουλία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων να συγκαλέσει στην Ιορδανία συνάντηση προκαθημένων για το ουκρανικό φαίνεται πως δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που ήθελε να επιλύσει. Η πλειοψηφία των επικεφαλής των Εκκλησιών όχι μόνο του γυρίζουν την πλάτη αλλά τον επικρίνουν για την πρωτοβουλία εκτιμώντας ότι πίσω από την πρόταση κρύβεται η Ρωσία. Πέραν του Φαναρίου, του Αθήνας, του Κύπρου και του Αλεξανδρείας, έντονα αντέδρασε και ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος.

«Η Υμετέρα, όμως, πρότασις διά συνάντησιν εις Ιορδανίαν, όπως πλέον είναι πρόδηλον, αντί να συμβάλη εις την βελτίωσιν της ενότητος θα περιπλέξη έτι πλείον την επιβαλλομένην θεραπευτικήν αγωγήν.

Διό δεν δυνάμεθα να μετάσχωμεν εις την προτεινομένην συνάντησιν», αναφέρει στην επιστολή-απάντηση ο κ. Αναστάσιος, αποδυναμώνοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό την πρόταση Θεόφιλου. Με τη στάση αυτή της πλειονοψηφίας των προκαθημένων είναι δεδομένο πλέον ότι πάμε σε έναν διχασμό με προεκτάσεις σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο.

Η Ρωσία θέλει να γίνει αυτή η συνάντηση με όσους θέλουν, αποδεικνύοντας ότι δεν την ενδιαφέρει η ουσία αλλά να καταγραφεί μία κίνηση που να αμφισβητεί το Φανάρι. Μία τέτοια συνάντηση όμως δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αφού αρχικός σκοπός ήταν να καθίσουν και οι δύο πλευρές στο ίδιο τραπέζι. Εφόσον αυτό δεν θα συμβεί το μόνο που μένει είναι μία συνάντηση Εκκλησιών που είναι αντίθετες με τις κινήσεις Βαρθολομαίου, γεγονός που θα οδηγήσει σε δύο τάσεις μεταξύ των ορθοδόξων με ό,τι αυτό σημαίνει.

Η επιστολή έχει ως εξής:

Εν Τιράνοις, 8 Ιανουαρίου 2020

Μακαριώτατε και Θειότατε Πατριάρχα της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ και πάσης Παλαιστίνης, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ, κύριε Θεόφιλε, την Υμετέραν Θειοτάτην Μακαριότητα εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.

Mετά προσοχής εμελετήσαμεν το από 12ης Δεκεμβρίου 2019 Γράμμα της Υμετέρας Θειοτάτης Μακαριότητος, διά του οποίου προσκαλείτε τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών εις μίαν «αδελφικήν συνάντησιν εν αγάπη» εις Ιορδανίαν κατά τα τέλη Φεβρουαρίου ε.ε. Ου παύομεν φρονούντες, όπως έχομεν επισήμως εγγράφως διατυπώσει από τας αρχάς του λήξαντος έτους, ότι: «Στοιχούσα τω περί συνοδικότητος πνεύματι της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η κατ’ Αλβανίαν Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία απευθύνει θερμήν παράκλησιν, όπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, αξιοποιούν το κατ’ εξοχήν προνόμιον του συντονισμού των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συγκαλέση το συντομώτερον δυνατόν Πανορθόδοξον Σύναξιν ή Σύνοδον, προκειμένου να προληφθή ο εμφανής κίνδυνος δημιουργίας οδυνηρού Σχίσματος, απειλούντος την αξιοπιστίαν της Ορθοδοξίας και την πειστικήν αυτής μαρτυρίαν εις τον σύγχρονον κόσμον.» (Γράμμα προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαίον, 14ης Ιανουαρίου 2019).

Και επίσης εις την «Εκκληση – Δέηση για την υπέρβαση της εκκλησιαστικής πολώσεως», την αποσταλείσαν την 20η Νοεμβρίου 2019 προς άπαντας τους Προκαθημένους, επανελάβομεν: «Η πρωτοβουλία για τη θεραπευτική αγωγή της νέας πραγματικότητος ανήκει αναμφιβόλως στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αλλά και όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, όλοι ανεξαιρέτως οι Ορθόδοξοι, έχουμε ευθύνη να συμβάλουμε στη συμφιλίωση».

Η Υμετέρα, όμως, πρότασις διά συνάντησιν εις Ιορδανίαν, όπως πλέον είναι πρόδηλον, αντί να συμβάλη εις την βελτίωσιν της ενότητος θα περιπλέξη έτι πλείον την επιβαλλομένην θεραπευτικήν αγωγήν.

Διό δεν δυνάμεθα να μετάσχωμεν εις την προτεινομένην συνάντησιν.

Ευχόμενοι όπως «ο επιφανείς Χριστός ο Θεός ημών», οδηγήση τους έχοντας ιδιαιτέραν ευθύνην εν τη Εκκλησία Αυτού «ην περιεποιήσατο διά του ιδίου αίματος» εις οδούς συμφιλιώσεως και ειρήνης, διατελούμεν μετά πάσης τιμής και βαθυτάτης αγάπης εν Χριστώ τω επιφανέντι Θεώ και φωτίσαντι τον κόσμον.