H πρωτοβουλία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για τη συνάντηση Ορθοδόξων στο Αμμάν έχει ανοίξει για τα καλά τον ασκό του Αιόλου με το Φανάρι να σκληραίνει τη στάση του αφήνοντας αιχμές για σκοπιμότητες. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με αφορμή τη σύναξη, έστειλε επιστολή στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων με την οποία του εφιστά την προσοχή για την πρωτοβουλία και τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή για την ενότητα της Ορθοδοξίας.

«Τυγχάνει εμφανής, καίτοι ανομολόγητος και εν τοις δυσίν Υμετέροις Γράμμασι, τόσον η ουχί αυτοπροαίρετος διάθεσις Υμών διά την σύγκλησιν μίας, κατά το δυνατόν, πανορθοδόξου συσκέψεως εν Αμμάν της Ιορδανίας, όσον και ο σκοπός αυτής, παρ᾿ όλην την προσπάθειαν εμφανίσεώς της μετ᾿ ευρυτέρου δήθεν θεματολογίου. Πέραν του ανιστορήτου και ιεροκανονικώς αμαρτύρου πλαισίου της, μακράν της ευχαριστιακής, αφετηρίας μιας τοιαύτης προσπαθείας, τυγχάνει, ως και προεσημειώσαμεν, όλως προβληματική η εκκίνησις τηλικαύτης διαδικασίας άνευ της στοιχειώδους εξετάσεως του κόστους και του οφέλους του εγχειρήματος εις το Σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» αναφέρεται χαρακτηριστικά στην επιστολή.

Το Φανάρι μιλάει επίσης για τον ρόλο του: «Φρονούμεν και στεντορείως ομολογούμεν ότι κωλυόμεθα εκ της θέσεως ημών να αποδεχθώμεν έκπτωσίν τινα εκ των ιερών ημών ευθυνών, αλλά και την κατηγορίαν εναντίον της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ότι δήθεν παραθεωρεί το συνοδικόν πολίτευμα της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, και μάλιστα εκτοξευομένην υπό των κατ’ εξοχήν καταλυόντων το τοιούτον ιερόν σύστημα. Ομως, ουδένα εξ ημών διαφεύγει ότι η Συνοδικότης εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία δεν τυγχάνει παραπλήσιόν τι των πολιτειακών δομών, και πάσα μετ᾿ αυτών εξομοίωσις ή παρομοίωσις ή και παραλληλισμός προς αυτάς αποτελεί εκτροπήν, η οποία οφείλει να προβληματίση πάντας ημάς. Τω όντι, η εν Συνόδω έκφρασις της Εκκλησίας απετέλεσε το ασφαλές θεμέλιον και διά την διαμόρφωσιν των θεσμών και των επί μέρους δομών αυτής, αλλ᾿ επ᾿ ουδενί λόγω η Συνοδικότης επιτρέπεται, όπως συγκρίνηται προς τον κοινοβουλευτισμόν, πολλώ δε μάλλον, ίνα εκτρέπηται εις άκρατον λαϊκισμόν προς ανάδειξιν -φεύ!- εν τη καθ᾿ ημάς Εκκλησία ακραίων φαινομένων, τα οποία διαχρονικώς απετέλουν απευκταίας εκφράσεις της αγίας ημών πίστεως».

Σε άλλο σημείο κάνει λόγο και για την αριθμητική υπεροχή των Εκκλησιών: «Μη εντρεπώμεθα να ομολογήσωμεν ότι αι αριθμητικαί υπεροχαί δεν απετέλεσαν ποτέ την πεμπτουσίαν του ορθοδόξου ήθους και ότι το τοιούτον υπάρχει ποιοτικόν, και ουχί ποσοτικόν μέγεθος. Βεβαίως και απασχολεί ημάς πλέον παντός ετέρου το ζήτημα της πανορθοδόξου ενότητος, αλλ᾿ η Εκκλησία δεν είναι αδόμητον και αθεσμοθέτητον σύνολον. Ενότης άνευ υγιούς βιώσεως του Μυστηρίου της Εκκλησίας καταλήγει εις βαθείαν διαίρεσιν εν τοις πράγμασι. Χρέος πάντων ημών και μάλιστα των ελέω Θεού Πατριαρχών της ιεράς τετρακτύος των Πρεσβυγενών Εκκλησιών, ων η παρακαταθήκη εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία τυγχάνει έντονός τε και έγκοπος, ασφαλώς και υπάρχει η έγκαιρος και αποτελεσματική αντιμετώπισις των απασχολούντων την διορθόδοξον κοινωνίαν θεμάτων, αλλά τα μείζονα τοιαύτα τα και υπερβαίνοντα την εμβέλειαν των κατά τόπους Εκκλησιών και χρήζοντα, ως εκ τούτου, καιρίας αντιμετωπίσεως, δεν δύνανται να επιλύωνται άνευ της ουσιαστικής βουλήσεως και συμμετοχής ημών».

Τέλος , απευθύνεται στον κ. Θεόφιλο με αναφορές στους προκατόχους του: «Ιδιαιτέρως δε, απευθυνόμενοι προς Υμάς, Μακαριώτατε άγιε αδελφέ, επί τη μη ευφροσύνω αφορμή ταύτη, αναγκαζόμεθα, ίνα υπενθυμίσωμεν Υμίν, ουχί εν ματαία εγκαυχήσει, αλλά μετά ταπεινώσεως και πραείας διαθέσεως, τας όσας θυσίας και τας εγκόπους εξαντλητικάς προσπαθείας της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας διά την περιφύλαξιν και διατήρησιν και επαύξησιν και ανάδειξιν του καθ᾿ Υμάς ιερού θεσμού επί αιώνας πολλούς και την αδιατάρακτον συνύπαρξιν, έως συνταυτίσεως, των αοιδίμων Προκατόχων Υμών τε, ων κορωνίδες υπήρξαν Θεοφάνης, Δοσίθεος και Χρύσανθος, και ημών.

Ουδείς εκ των μακαρίων Πατριαρχών Ιεροσολύμων ησθάνετο ότι απομειούται, όταν εξεζήτει από τους κατά καιρούς Οικουμενικούς Πατριάρχας την επιβεβαίωσιν των προνομίων και των κεκτημένων δικαιωμάτων επί των Παναγίων Προσκυνημάτων και των ανά την Οικουμένην ιερών Ιεροσολυμιτικών σεβασμάτων. Και, τανάπαλιν, οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι ηγούντο χρέος, ευθύνην και τιμήν την περικράτησιν των αγίων του Θεού Εκκλησιών, και ουχί έκφρασιν υπεροχής και καθυποτάξεώς των. Η προ ημών Ιστορία γέμει τοιούτων αγίων πράξεων. Είμεθα, όμως, απολύτως βέβαιοι ότι και σήμερον τα δάκρυα, αι αγωνίαι, οι στεναγμοί και αι αδιάλειπτοι προσευχαί αυτών ενώπιον του Αρνίου, θέλουσιν οδηγήσει τα βήματα αμφοτέρων των Ιερών και τιμαλφών ημών Πατριαρχικών Θεσμών εις οδούς σωτηρίους».