Η Εκκλησία αυτή την περίοδο βρέθηκε στο επίκεντρο λόγω του κορωνοϊού.Για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες Πολιτεία και Σύνοδος αποφάσισαν να περιορίσουν τις Λειτουργίες και να απαγορεύσουν στους πιστούς να τις παρακολουθούν.

Ολο αυτό το διάστημα  πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι τα έβαλαν με την Εκκλησία, τη Θεία Κοινωνία αλλά και τους πιστούς, γιατί δεν τηρούσαν τα μέτρα προστασίας αγνοώντας τον πνευματικό ρόλο του κλήρου και διαγράφοντας την προσφορά του στη στήριξη του Εθνους.

Η επέτειος της παλιγγενεσίας που όλοι τιμάμε στις 25 Μαρτίου, βρίσκει την Εκκλησία να δοκιμάζεται και να αναλαμβάνει την ευθύνη που της αναλογεί.

Και το 1821 η Εκκλησία είχε αναλάβει ευθύνες και πρωτοβουλίες, ξεφεύγοντας πολλές φορές από τον πνευματικό της ρόλο. Είχε όμως αναλάβει τον ρόλο του ηγέτη σε έναν χειμαζόμενο λαό, με τον σταυρό και το όπλο στο χέρι πληρώνοντας με ποταμούς αίματος τη συμμετοχή της στον αγώνα.

Και τότε πολλοί αμφισβήτησαν τον ρόλο της αλλά ήρθαν οι ίδιοι οι αγωνιστές και απέδωσαν με απλό και καθαρό τρόπο την πραγματικότητα.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν από τους πρώτους που στήριξε την ορθοδοξία εμπνέοντας τα παλληκάρια του πριν από κάθε μάχη. “Eίναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει γιατί πολεμάμε για την πίστη μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για τη ζωή μας, τη λευτεριά μας... Και όταν ο δίκαιος Θεός μάς βοηθάει, ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά;...”, αναφέρει στα απομνημονεύματά του.

Yπέρ της πίστεως καλεί τους Ελληνες να αγωνιστούν και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης: «Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος... Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, διά να υψώσωμεν το σημείον δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν...».

 

Οι νεαροί Ιερολοχίτες ορκίζονταν να νικήσουν τους εχθρούς της θρησκείας: «... Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι... να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της Θρησκείας μου ή να αποθάνω ως Μάρτυς διά τον Ιησούν Χριστόν...».


 

Ο Παπαφλέσσας

 

Ο Παπαφλέσσας και ως άνθρωπος της Εκκλησίας, πριν ξεσπάσει η επανάσταση, προέβαλε ως χρέος όλων τον αγώνα για τον Θεό και την πατρίδα.

«... Ελληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω, ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από τη Σημαία του Χριστού».

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο θρυλικός στρατηγός του 1821 πάντα επικαλούνταν τη βοήθεια του Θεού να πείσει τους αγωνιστές του  να μάχονται με αυταπάρνηση: «Οταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι έχουν και κανόνια κι όλα τα μέσα. Εμείς σε ούλα είμαστε αδύνατοι. Ομως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν διά την Πατρίδα μας, διά την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι ο Θεός βοηθός...».

 

Ο δε Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραφε στα απομνημονεύματά του:

 

Ο Αδαμάντιος Κοραής προκειμένου να εμπνεύσει τους Ελληνες, στήριξε το κήρυγμά του υπέρ της Επανάστασης στο Ευαγγέλιο: «Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή εμπορεί να σώση την αυτονομίαν του Γένους, όταν μάλιστα κηρύττεται από ποιμένας φίλους της αληθείας και της δικαιοσύνης...

... Μόνη η δικαιοσύνη φέρει την ελευθερίαν, την δύναμιν και την ασφάλειαν. Οπλα χωρίς δικαιοσύνην, γίνονται όπλα ληστών, ζώντων εις καθημερινόν κίνδυνον να στερηθώσι την δύναμιν από άλλους ληστάς, ή και να κολασθώσιν ως λησταί από νόμιμον εξουσίαν. Η ανδρεία χωρίς την δικαιοσύνην είναι ευτελές προτέρημα· η δικαιοσύνη, αν εφυλάσσετο από όλους, ουδέ χρείαν όλως είχε της ανδρείας. Και αυτή του Θεού η παντοδυναμία ήθελ’ είσθε χωρίς όφελος διά τους ανθρώπους, αν δεν ήτον ενωμένη με την άπειρον δικαιοσύνην του...», έγραφε στον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

 

Ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης αναφερόταν στον Θεό: «... Αχ, διά τους οικτιρμούς του Θεού, ο οποίος είναι όλος αγάπη, διά το όνομα της Πατρίδος, η οποία είναι όλη αρετή, ας καθαρίσωμεν την ψυχήν μας, και εις αυτήν την ώραν του κινδύνου, από τον ρύπον της διχονοίας, ας θάψωμεν εις τον τάφον της λησμονησίας τα άγρια και ανόητα πάθη μας, ας πλύνωμεν τας μεμολυσμένας καρδίας εις το ιερόν λουτρόν της αγάπης, ο πατριωτισμός ας λαμπρύνη εις το εξής τον θολωμένον νουν μας, η ειλικρίνεια ας βασιλεύση εις την

καρδίαν μας, η αγάπη και η σύμπνοια ας προπορεύωνται, ως νεφέλη πυρός, όλων των βουλών μας και όλων των έργων μας».

 

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Ανθιμος Γαζής:

 

«…Η ημέρα εκείνη, την οποίαν επιθυμούσαν οι πατέρες μας να την ιδούν, έφθασε και ο Νυμφίος έρχεται... Εφθασεν ο καιρός διά να λάμψη πάλιν ο Σταυρός

και να λάβη πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής Πατρίς μας, την ελευθερίαν της...».

«Ο,τι και αν εκάμαμεν, είτε εγώ, είτε οι συνάδελφοί μου, είτε ως εταίροι, είτε ως αγωνισταί, ήτο έμπνευσις και έργον της Θείας Προνοίας, και ουδέν ηθέλομεν πράξει άνευ της εμπνεύσεως ταύτης».

Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας, σε κάθε ευκαιρία έλεγε: «Ο Θεός είναι μετά της Ελλάδος και υπέρ της Ελλάδος και αύτη σωθήσεται. Επί ταύτης της πεποιθήσεως αντλώ πάσας μου τας δυνάμεις και πάντας τους πόρους».

 

“Το θρησκευτικόν αίσθημα”

 

Και ενώ η ορθόδοξη πίστη γίνεται σημείο αναφοράς για όλους, ιστορικοί αλλά και αγωνιστές αναδεικνύουν τον ρόλο της Εκκλησίας τα χρόνια της σκλαβιάς.

«Κυριωτέρα αιτία του μεγάλου τούτου ενθουσιασμού φρονούμεν ότι ήτο το θρησκευτικόν αίσθημα. Ο λαός δεν εγνώριζε την ελευθερίαν, επομένως δεν ηδύνατο να έχη ειμή μόνον υλικάς ιδέας περί αυτής, δηλαδή ότι έμελλε ν’ απαλλαγή των καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας των αρχόντων του, των υπερόγκων φόρων και άλλων τοιούτων καταδυναστεύσεων· όλα δε ταύτα, ή μέρος τουλάχιστον, ηδύνατο να τ’ απολαύση και άνευ επαναστάσεως, ως και απήλαυσαν τινά μέρη εξαιρετικά τινά προνόμια. Αλλά το θρησκευτικόν αίσθημα έκαμνε μεγάλην εντύπωσιν εις αυτόν. Εθεώρει εν μέλλον λαμπρόν, καθ’ ο ηδύνατο όχι μόνον να μην εκβιάζηται εις την άρνησιν της πίστεως αυτού, αλλά να κάμνη όλας τας ιεροτελεστίας του μ’ όλην την εξωτερικήν πομπήν, να κατασκευάζη ελευθέρως τους ναούς του και τούτους με λαμπρότητα και πολυτέλειαν, να υψώση τα κωδωνοστάσια, από τα οποία θέλει αντηχεί ο ποικίλος κρότος των κωδώνων κατά τας επισήμους εκκλησιαστικάς εορτάς και να στήση τον σταυρόν επί των εκκλησιών όπως είναι το ημισέληνον επί των μιναρέδων. Ολα δε ταύτα ήτον αδύνατον άλλως να κατορθωθώσιν, ειμή δι’ επαναστάσεως και καταστροφής όχι της Οθωμανικής εξουσίας, αλλά των Οθωμανών εν γένει.

Από τοιαύτας ιδέας εκολακεύετο ο λαός της Ελλάδος, εμψυχούτο δε από ελπίδας επιτυχίας, καθ’ όσον ο αγών έμελλε να είναι περί της πίστεως και η θεία αντίληψις έμελλε βεβαίως να βραβεύση τους υπέρ αυτής αγώνας του· ώστε η επανάστασις κατά πρώτον λόγoν πρέπει να θεωρηθή θρησκευτική και κατά δεύτερον πολιτική. Τοιαύτη λοιπόν εργασία εθεωρήθη ως σταυροφορία κατά των απίστων, και διά τούτο πρώτος ο κλήρος ύψωσε την σημαίαν της επαναστάσεως και ευλόγησε τα πρώτα κινήματα του λαού.

Αλλ’ όσον μέγας και αν ήτον ο ενθουσιασμός, όσον σταθερά η απόφασις, τα μεγάλα εμπόδια τα οποία έμελλον αφεύκτως ν’ απαντηθώσιν, ήτoν αδύνατον να μην κουράσωσι τον λαόν της Ελλάδος. Αφ’ ετέρου δε μία ήμερος και συγκαταβατική πολιτική, επερχομένη μετά τας πρώτας δοκιμασίας και αποτυχίας, ήθελε βεβαίως παρασύρει μέγα μέρος του λαού εις την ησυχίαν και την υποταγήν· αλλ’ ευτυχώς η Οθωμανική πoλιτική υπήρξεν όλως αντίθετος εις τα ίδια αυτής συμφέροντα. Ο θάνατος του Πατριάρχου και άλλων επισήμων κληρικών, εκτελεσθείς κατά την ημέραν του Πάσχα, προς εκφόβισιν ίσως, εθεωρήθη ως θρησκευτική περιφρόνησις· αι φυλακίσεις, oι φόνοι και αι αιχμαλωσίαι, γενόμεναι άνευ διακρίσεως, ενοχής ή αθωότητος και με τρόπον απηνή και απάνθρωπον, ενέπνευσαν τοσούτον τρόμον εις τους Ελληνας, ώστε εθεώρησαν ότι ουδέν μέσον συμβιβασμού έμενε», αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Δημήτρης Αινιάν.

 

Ειδική αναφορά κάνουν στον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ και την προσφορά του οι καπεταναίοι του Μεσολογγίου:

«Απαντες οι το πολιορκούμενον Μεσολόγγιον αγρύπνως διαφυλάξαντες στρατηγοί, αντιστράτηγοι και χιλίαρχοι, οι υπογεγραμμένοι, αποδεικνύομεν διά του παρόντος ότι ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ως εξ ακοής βεβαίως εμάθομεν μερικοί, και μερικοί είδομεν την Θεοφιλίαν του με τα ομμάτιά μας, εστάθη εις αυτήν την πόλιν και εις την πρώτην πολιορκίαν, την επί του Ομέρ-πασά και Κιουταχή, και εις μεν την δευτέραν του Σκόνδα-πασά, γενναίος και ακαταπτόητος, συγκινδυνεύσας τοις πολεμικοίς και συναγωνισθείς τοις πολιτικοίς και αόκνως καθ’ ημέραν δεήσεις, παρακλήσεις και λιτανείας εκτελών προς Θεόν, υπέρ ελευθερώσεως της Ελλάδος αμισθί. Ωσαύτως δε και εις την παρούσαν, φρικωδεστάτην πολιορκίαν του Κιουταχή, εστάθη γενναίος και ακαταπτόητος, καθ’ ημέραν περιερχόμενος εις τους προμαχώνας του φρουρίου τούτου και κατά νύκτα, ενθαρρύνων με την Θείαν ελπίδα άπαν το στρατόπεδον και με την δύναμιν του Tιμίoυ Σταυρού παρακλήσεις τε και λιτανείας ποιών εν πάσαις ταις εκκλησίαις ακαταπαύστους, επισκεπτόμενος και παρηγορών τους πληγωμένους αόκνως και επιμελώς και κηδεύων τους θανατωθέντας σχεδόν άπαντας με πόνον και συμπάθειαν ψυχικήν του, χωρίς να αποβλέψη εις χρηματικήν απόλαυσιν και χωρίς να απολαμβάνη εκ της ενταύθα τοπικής Διοικήσεως μηνιαίον μισθόν ή τροφήν. Εις ένδειξιν λοιπόν των πιστών εκδουλεύσεών του και του μεγάλου προς την Ελλάδα πατριωτισμού του, δεδώκαμεν το παρόν αποδεικτικόν προς την Θεοφιλίαν του».

 

Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης, όταν ο Οθωνας αποφάσισε να κλείσει πολλές μονές, ξεσπάθωσε: «... και βρίζουν, οι πουλημένοι εις τους ξένους, και τους παπάδες μας, οπού τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τούς είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Οχι μόνον διά να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας ωσάν λεοντάρια. Ντροπή, Ελληνες!».

Ο Φιλικός Εμμανουήλ Ξάνθος αποδίδει στους κληρικούς την επανάσταση: «Την επανάστασιν εκίνησαν και ενεψύχωσαν οι κληρικοί... άνευ των οποίων ο λαός δεν ήθελε κινηθή...». Αλλωστε σύμφωνα με ξένους παρατηρητές οι Τούρκοι συνελάμβαναν ιερείς. Σύμφωνα με τον Ντομένικο Οριγκόνο, πρόξενο Ολλανδίας, «οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί όπως διαδίδεται, οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών».

Για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ , παρά τα όσα είχαν ακουστεί, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έγραφε: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας (Υψηλή Πύλη), σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου».


 

Ο ρόλος των κληρικών

 

Για τον ρόλο των κληρικών στην επανάσταση στην Πελοπόννησο, ο Τούρκος ιστορικός Μώραλη Μελίκ Μπέη γράφει:

«Τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι και κυρίως οι Μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον Κλήρον, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Εθνους». Μώραλη Μελίκ Μπέη, Τούρκος ιστορικός.

Οι κληρικοί είχαν πολλαπλό ρόλο κατά την Τουρκοκρατία, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος:

«Μόνοι των οι Ελληνες εφρόντιζαν διά την παιδείαν, η οποία εσυνίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα και ολίγην αριθμητικήν, ακανόνιστον. Εν ελλείψει δε διδασκάλου, ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Ολα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους.

Ενας ακόμη ιστορικός της επανάστασης, ο Διονύσιος Κόκκινος, αναφέρει: «Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και διά τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσιν τόσων αμέσων αναγκών που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο σύγχρονος ιστορικός Νίκος Σβορώνος: «Οι αξιόλογες προσπάθειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την εκπαίδευση, η οποία στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της με μοναδικούς δασκάλους τους μοναχούς και τον κατώτερο κλήρο (στα σχολεία που λειτουργούσαν στις εκκλησίες και στα μοναστήρια), ως την κάποιαν ανώτερη παιδεία των διαφόρων Μητροπόλεων και της Πατριαρχικής Ακαδημίας, που ίδρυσε αμέσως μετά την Αλωση ο Γεννάδιος και αναδιοργάνωναν οι διάδοχοί του, οι αγώνες για τη διαφύλαξη της Χριστιανικής πίστης και την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, τα μέτρα για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, αποτελούν θεμελιακή συμβολή για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων».