Άγιοι Θεόδωροι

Bρίσκεται στην πλατεία Κλαυθμώνος. Είναι κτίσμα των μέσων του 11ου αι.και ανήκει στον τύπο του δικιόνιου ναού, αλλά σε μία ιδιαίτερη παραλλαγή: Οκταγωνικός και με δίλοβα μικρά παράθυρα τρούλος στηρίζεται ανατολικά σε δύο κίονες και δυτικά σε δύο πεσσούς, οι οποίοι είναι ενσωματωμένοι στον δυτικό τοίχο. Χαρακτηριστική είναι η επιμελημένη πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία της εκκλησίας, που έχει διακόσμηση με κουφικά γράμματα, φυτά, ζώα κλπ.

Στην ανατολική πλευρά έχει τρεις τριγωνικές αψίδες, από τις οποίες η μεσαία είναι πλατύτερη και ψηλότερη και στην κάθε πλευρά της έχει από ένα μονόλοβο παράθυρο, ενώ οι άλλες δύο αψίδες είναι μικρότερες και έχει η καθεμιά από ένα δίλοβο παράθυρο.

Στη δυτική πλευρά έχει δύο θύρες, με αψίδωμα και παραστάδες, μία στο κέντρο και μία προς βορρά, ενώ προς νότο, αντί θύρας έχει ένα μικρό μονόλοβο αψιδωτό παράθυρο. Σε ψηλότερο σημείο, επάνω από την κεντρική θύρα, έχει ένα δίλοβο αψιδωτό παράθυρο. Στη νότια πλευρά υπάρχει μια ακόμα αψιδωτή θύρα με ένα δίλοβο αψιδωτό παράθυρο, και λίγο πιο πάνω ένα πλατύ τρίλοβο μεταγενέστερο κωδωνοστάσιο.

Στην ίδια πλευρά υπάρχουν ακόμα δύο μονόλοβα παράθυρα και ένα δίλοβο. Αντίστοιχα όμοια παράθυρα υπάρχουν και στη βόρεια πλευρά, αλλά δεν έχει ανοιχθεί σ’ αυτή θύρα.

Στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπήρχε άλλη, παλαιότερη, μια από τις δώδεκα που, σύμφωνα με την παράδοση, ανήγειρε στην ιδιαίτερη πατρίδα της η αυτοκράτειρα Ευδοκία (+ 460).

Τη σημερινή εκκλησία, προς τιμή του μάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος (;) αρχικά, ανήγειρε ο σπαθαροκανδιδάτος βυζαντινός αξιωματούχος, που είχε το δικαίωμα να φορεί λευκή τήβεννο, Νικόλαος Καλόμαλος, επειδή η προηγούμενη εκκλησία ήταν μικρή και πολύ σαθρή. Σχετική είναι η ακόλουθη επιγραφή, που έχει εντοιχισθεί επάνω από τη δυτική κεντρική είσοδο και της οποίας, επειδή σε μερικά της σημεία είναι θραυσμένη, η ανάγνωση δεν είναι καθ’ όλα βέβαιη:

+ Τόν πρίν παλαιόν ὄντα σου ναόν, μάρτυς, καί μικρόν καί πήλινον καί σαθρόν λίαν, ἀνήγειρεν Νικόλαος σός οἰκέτης, ὁ Καλόμαλος, σπαθαροκανδιδᾶτος,ὅς εὔρεν σε προστάτην παιδιόθεν μέγαν, βοηθόν καί πρόμαχον πολλῶν κινδύνωνˑ ὅν καί πρέσβενε τοῦ ἄνω τυχεῖν κλήρου, λαβόντα τήν ἄφεσιν τῶν ἐσφαλμένων.

Επιγραφή σε άλλη μικρή εντοιχισμένη πλάκα, δίπλα από την προηγούμενη, αναφέρει:

+ Μηνί Σεπτεμβρίω,ἰνδικτιῶνος γ’, ἔτους ςφνη,

δηλαδή 1049, αλλ’ οι επιστήμονες δεν συμφωνούν αν υπάρχει σχέση ανάμεσα στις δύο επιγραφές.

Όσον αφορά τον κτίτορά της, έχει διασωθεί η σφραγίδα του, η οποία αναγράφει:

Νικολάου σφράγισμα τοῦ Καλόμαλου.

 

Μερικοί ερευνητές, με βάση επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου, του έτους 1208, διατυπώνουν την άποψη πως η εκκλησία ήταν Καθολικό Μονής πάντως στα πριν από την Επανάσταση χρόνια, όπως και για πολλά μετά από αυτήν, ήταν ενοριακή. Σήμερα είναι παρεκκλήσιο του Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.

Εξαιτίας των πολλών φθορών που υπέστη κατά τη διάρκεια του ιερού Αγώνα, λίγο αργότερα, το 1840, επεσκευάσθη, με συνδρομή πολλών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι βασιλείς Όθων και Αμαλία, μάλιστα επί σειράν ετών, στις 8 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, τελούνταν «η επέτειος εορτή». Το 1910, κατά την πλακόστρωση του Ναού, διαπιστώθηκε κάτω από το δάπεδο η ύπαρξη τάφων. Επίσης στα έργα συντήρησης του Ναού το 1967, βρέθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία άλλοι δεκαέξι τάφοι και τμήμα μωσαϊκού δαπέδου ρωμαϊκής εποχής.

Η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων έχει χαρακτηρισθεί από ειδικούς ως το καλύτερο βυζαντινό μνημείο της πόλης

 

Παναγία Ρόμβη

Βρίσκεται στην οδό Ευαγγελιστρίας 10, κοντά στη Μητρόπολη, και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική, που η στέγη της είναι «σύνθετη», αποτελείται δηλαδή από κυλινδρική καμάρα, που ανατολικά και δυτικά καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια, που βαίνουν επάνω σε γωνιαίες κόγχες (ημιχώνια).

Τα κλίτη της χωρίζονται με δύο σειρές κιονοστοιχιών. Είναι αρχικό κτίσμα των βυζαντινών χρόνων (ο τύπος εισήχθη στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 700-1000), που ανακαινίστηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Μεταγενέστερα, στη βόρεια πλευρά προστέθηκε δίκλιτη βασιλική.

Το 1966, με δαπάνες του Τ.Α.Κ.Ε. (σήμερα Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.), στο οποίο ανήκει, και με την επίβλεψη της αρμόδιας Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, έγιναν εργασίες συντήρησης.

Από την αφαίρεση των παλαιών επιχρισμάτων διαπιστώθηκε ότι η τοιχοδομία ήταν κοινής κατασκευής και αμελούς εμφάνισης, και γι’ αυτό έγιναν πάλι επιχρίσματα. Στα 1973-1974 μπροστά στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας βρέθηκαν λείψανα τοιχοποιίας, τμήμα ιωνικής βάσης, δύο τεμάχια αρράβδωτου κίονα και θραύσμα από στόμιο πιθαριού.

Το σημερινό όνομα «Ρόμβη» προήλθε προφανώς από τον ανακαινιστή της (η κτίτορά της), που ανήκε στην οικογένεια Ρόμπη η Ρούμπη, δεδομένου ότι σε παλαιά αθηναϊκά συμβόλαια απαντάται το 1622 ο νοτάριος Ρούμπας.

 

Εισόδια Θεοτόκου (Καπνικαρέα)

 

Βρίσκεται στην οδό Ερμού, στη συμβολή με την ομώνυμη οδό και, την οδό Καλαμιώτου. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, με τον γνωστό ελαφρύ αθηναϊκό τρούλο της εποχής, και με νάρθηκα.

Οι κίονες είναι παλαιοχριστιανικής εποχής. Η τοιχοποιία στα χαμηλά μέρη είναι από δόμους, που μερικοί προέρχονται από παλαιοχριστιανικά μνημεία και έχουν τοποθετηθεί κατά τρόπο που να σχηματίζουν σταυρούς, ενώ στα ανώτερα έχει γίνει με το γνωστό πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Είναι κτίσμα του 11ου αι. (λίγο μετά το 1050) και, κατά την παράδοση, οικοδομήθηκε στη θέση παλαιότερης εκκλησίας, κτίσματος και αυτής της Αθηναίας αυτοκράτειρας Ευδοκίας (5ος αι), γι’ αυτό και λεγόταν και «Εκκλησία της Βασιλοπούλας».

Πιθανόν στα τέλη του 11ου αι., στη βόρεια πλευρά προστέθηκε το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας, που είναι ρυθμού μονόκλιτης βασιλικής με τρούλο. Το παρεκκλήσιο αυτό, λόγω της φθοράς, ανακατασκευάσθηκε από τον οπλαρχηγό του 1821 Πρέντζα και έλαβε τη σημερινή του μορφή. Ακόμα, στα τέλη του 11ου αι. στις αρχές του 12ου αι., προστέθηκε ανοιχτό προστώο-εξωνάρθηκας, με δικλι-νείς στέγες επάνω σε ισάριθμους θόλους, με δίλοβα και μονόλοβα παράθυρα στη δυτική πλευρά και με μικρό κομψό, στεγασμένο πρόπυλο με δύο κομψούς κιονίσκους στη νότια. Μεταγενέστερα, τα τοξωτά ανοίγματα του προνάου κλείστηκαν με υαλοστάσια, ώστε σήμερα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η είσοδος βρίσκεται, κάτω από την επιφάνεια του δρόμου, το οικοδόμημα να έχει χάσει αρκετά από την παλιά του κομψή μορφή.

Οι τοιχογραφίες είναι των μέσων του 20ου αι., η Πλατυτέρα μάλιστα είναι έργο του Φ. Κόντογλου (1942), ενώ το ψηφιδωτό της εισόδου της Έλλης Βοίλα (1936).  Και η εκκλησία αυτή υπέστη πολλές φθορές κατά την Επανάσταση, οι οποίες όμως επιδιορθώθηκαν λίγο κατόπιν, αφού όμως πριν, το 1834, χάρη στην επέμβαση του πατέρα του Όθωνα βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου, σώθηκε από την κατεδάφιση.

Τον ίδιο κίνδυνο αντιμετώπισε και με κυβερνητική απόφαση της 20ης Αυγούστου 1863, πλην όμως και τότε, χάρη κυρίως στην σθεναρή παρέμβαση του Μητροπολίτη Αθηνών, η απόφαση ακυρώθηκε. Με τον νόμο 1268/1931 η εκκλησία παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για την άσκηση των φοιτητών της Θεολογικής του Σχολής.

Ως προς το όνομα, σημειώνουμε πως η εκκλησία απαντάται με τα ονόματα Καπνικαρέα, Καμουκαρέα, Καμουχαριώτισσα κ.α. Η ονομασία προέρχεται είτε από τη λέξη «Καπνικάριος», που σήμαινε το πιθανό επάγγελμα του κτίτορα, εισπράκτορα δηλαδή του «καπνικού» φόρου (=φόρου καπνοδόχου = φόρου οικοδομών), που πρώτος είχε επιβάλει ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α’ (802-811), είτε από πιθανή γειτνίαση της εκκλησίας με τα εργαστήρια των «καμουκάδων» η «καμουχάδων» (μεταξωτών υφασμάτων), είτε γιατί η εικόνα ήταν σκεπασμένη με «καμουκά», είτε γιατί έκαμε θαύματα-χάρες (κάμνει χάρες=καμουχαριώτισσα).

Αγία Παρασκευή

Αγία Κυριακή

 

Αγία Παρασκευή

 

Βρίσκεται στην οδό Αιόλου 62, δίπλα στη μεγάλη Εκκλησία της Χρυσοσπηλιώτισσας. Ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής και έχει δύο τυφλά τόξα στη βόρεια και τη νότια πλευρά. Ο χρόνος ανέγερσής της τοποθετείται στην Τουρκοκρατία.

Μεταγενέστερα «ανοίχθηκαν» τα τυφλά τόξα και στη βόρεια πλευρά κτίσθηκε μικρή παράλληλη προσθήκη (διάδρομος), στη οποία έχει κατασκευασθεί μία αναπαράσταση του Φρικτού Γολγοθά, ενώ στη νότια δημιουργήθηκαν μία θύρα και ένα μεγάλο παράθυρο.

Ο Δημ. Καμπούρογλου αναφέρει ότι η Αγία Παρασκευή παλαιά ήταν παρεκκλήσιο της Χρυσοσπηλιώτισσας, αλλά το 1762 παραχωρήθηκε ως Μετόχι στη Μονή του Οσίου Μελετίου του Κιθαιρώνα, γεγονός που προέκυψε, κυρίως, από την ανάγκη να έχουν ένα κατάλυμα οι μοναχοί, όταν αναγκάζονταν να παραμείνουν για κάποιες ημέρες στην Αθήνα. Ας σημειωθεί πως οι μοναχοί του Οσίου Μελετίου περιέβαλλαν με ιδιαίτερη τιμή την Αγία, παραλαύρειος μάλιστα ναός της υπήρχε και στη θέση Πουρνάρι Οινόης.

Από το 1883 έως το 1928 η εκκλησία, επειδή η κυρίαρχη Μονή είχε προσαρτηθεί στη Μονή Φανερωμένη Σαλαμίνας, ακολούθησε και αυτή την τύχη της, γι’ αυτό και λεγόταν «Αιγινήτικο Μετόχι». Σήμερα ανήκει πάλι στη Μονή του Οσίου Μελετίου.

 

 

Αγία Κυριακή

Βρίσκεται στην οδό Αθηνάς, αριθ. 28. Είναι μικρή, διαστάσεων 11×3,50 μ., μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική. Στη βόρεια και νότια πλευρά έχει από ένα χαμηλό τυφλό τόξο. Η ανέγερσή της τοποθετείται στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Μεταγενέστερα το νότιο τόξο ανοίχθηκε, και έτσι η εκκλησία επικοινωνεί με νεότερη στενή προσθήκη. Μεταγενέστερο είναι και το μεγάλο παράθυρο της βόρειας πλευράς.

Οι τοιχογραφίες του Ναού είναι νεότερες, δυστυχώς αγνώστου, έμπειρου όμως, αγιογράφου. Διακρίνονται για την τεχνική και τη θεματολογία τους. Μνημονεύουμε ενδεικτικά στη νότια πλευρά τις δώδεκα τοιχογραφίες, που είναι εμπνευσμένες από το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω…») και τις οκτώ από την Κυριακή προσευχή («Πάτερ ημών…»), και στη βόρεια πλευρά αυτές που είναι εμπνευσμένες από τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακάθιστου Ύμνου.

Σύμφωνα με την παράδοση, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής ήταν κοιμητηριακός Ναός νεκροταφείου, που υπήρχε μεταξύ αυτής και της Παντάνασσας (Μοναστηράκι). Σ’ αυτό ίσως συνηγορεί και η, νεότερη βέβαια, τοιχογραφία της Μέλλουσας Κρίσης.

Βρίσκεται στην οδό Ευριπίδου 70. Είναι μικρή μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, που τοποθετείται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Χαρακτηριστικό στοιχείο της είναι ο αρχαίος, με κορινθιακό κιονόκρανο, κίονας, που βρίσκεται στο Ιερό Βήμα και εξέχει από την στέγη. Η αγία Τράπεζα είναι εντοιχισμένη στην αψίδα του Ιερού Βήματος.

 

 

Άγιος Ιωάννης στην Κολώνα

 

Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο και εορτάζει στις 29 Αυγούστου. Οι παλαιοί Αθηναίοι πίστευαν πως ο Τίμιος Πρόδρομος έχει θαυματουργική ιδιότητα ως προς την ίαση από πυρετό. Αναφέρει παράδοση, που διέσωσε ο Δημ.  Κομπούρογλους: Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος «στα τελευταία του έστησε μία κολώνα, και στο θεμέλιο της έδεσε όλες τις αρρώστιες με μετάξια λογιώ-λογιώ χρώματα, και τα έχωσ΄ εκεί βαθιά και από πάνω τους έβαλε την κολώνα και είπε: Σαν θα πεθάνω, όποιος αρρωστήσει, να έρθει να δέσει ένα μετάξι στην κολώνα τρεις κόμπους, με ότι χρώμα έχει η αρρώστια του, και να πει τρεις φορές: «Αϊ-Γιάννη μου, εγώ δένω την αρρώστια μου και η χάρη σου ναν τήνε λύσει», κ΄ ευθύς θα γιατρευτεί». Αυτονόητο είναι  ότι δοξασίες τέτοιες, που έχουν προχριστιανική προέλευση, δεν είναι θεολογικά ορθές.

Το 1917 δυτικά της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη και αριστερά στην οδό Ευριπίδου, σε οικόπεδο που ανασκαπτόταν για ανέγερση οικοδομής, βρέθηκε μωσαϊκό δάπεδο και χριστιανικά γλυπτά του 5ου αι. μ.Χ.

Η εκκλησία σήμερα είναι ενοριακό παρεκκλήσιο του Ναού του Αγίου Δημητρίου Ψυρρή.

 

Άγιος Αθανάσιος (Μετόχι)

 

Βρίσκεται στην οδό Αριστοφάνους 32 στη συνοικία Ψυρρή και είναι Μετόχι της Μονής της Χρυσολεόντισσας της Αίγινας. Πρόκειται για κεραμοσκεπή μονό-κλιτη βασιλική, που έχει, όπως και η Παναγία της Ρόμβης, σύνθετη στέγη, που απαρτίζεται από κυλινδρική καμάρα, που ανατολικά και δυτικά καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια, που βαίνουν επάνω σε ημιχώνια. Είναι μία από τις τέσσερις εκκλησίες της βυζαντινής εποχής που έχουν την ίδια τεχνοτροπία κατασκευής και τοποθετούνται στην ίδια περίοδο (Ρόμβη, Παντάνασσα, Άγιοι, Ανάργυροι Παναγίου Τάφου). Από τις υπάρχουσες εικόνες χαρακτηριστική είναι η εικόνα του αγίου Διονυσίου, Αρχιεπισκόπου Αιγίνης, του εκ Ζακύνθου.

 

 

Άγιοι Ανάργυροι (Ψυρρή)

Βρίσκεται στην οδό Αγίων Αναργύρων 19, και περικλείεται από τις οδούς Τάκη, Ρήγα Παλαμήδη και Κατσικογιάννη. Ανήκει στον μοναδικό στην Ελλάδα τύπο του σταυροειδούς ναού με διπλοθολικό τρούλο, και στην αρχική του μορφή ήταν κτίσμα του 11ου αι. Το 1908, λόγω των ενοριακών αναγκών, μεγεθύνθηκε, με αποτέλεσμα να παραμορφωθεί αισθητά.

Κατά την παράδοση, στις κρύπτες του στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 αποθηκεύονταν πολεμοφόδια, ενώ η ίδια η εκκλησία αποτελούσε και τόπο συνάντησης αγωνιστών, εξαιτίας μάλιστα του γεγονότος αυτού η γειτονική πλατεία ονομάστηκε «Πλατεία Ηρώων». Στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων είχε ταφεί και ο φρούραρχος της Ακρόπολης Παναγιώτης Κτενάς, που βρήκε ηρωικό θάνατο στις 10 Ιουνίου 1822, επάνω μάλιστα στον τάφο είχε χαραχθεί το επίγραμμα: «Ἑλλήνων νίκης ἄγγελος ἔπαθες ξένον πάθος».

Επίσης, σύμφωνα με ευσεβή παράδοση, στην εκκλησία υπηρέτησε ως διάκονος μεταξύ των ετών 1882-1885 και ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως. Στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου κατά καιρούς στην εκκλησία λειτουργούσε και εξομολογούσε και ο άλλος άγιος, ο Παπα-Νικόλας Πλανάς (†1932), ενώ εκκλησιάζονταν τακτικά και ενίοτε έψαλλαν και οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Μάλιστα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Αγίων Αναργύρων βρισκόταν και το παντοπωλείο των Αδελφών Βασιλείου και Δημητρίου Καχριμάνη, όπου σύχναζε ο Παπαδιαμάντης και όπου έγραψε εκλεκτές σελίδες του λογοτεχνικού του έργου.

 

Γέννησις του Χριστού (Χριστοκοπίδου)

 

Βρίσκεται στη συνοικία Ψυρρή και στην οδό Χριστοκοπίδου 2, κοντά στην εβραϊκή συνοικία. Στη θέση της υπήρχε εκκλησία των μεταβυζαντινών χρόνων, που ανήκε στην επιφανή οικογένεια Κοπίδη (Χριστός του Κοπίδη = Χριστοκοπίδης). Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, η εκκλησία είχε και υπόγεια κρύπτη (είδος κατακόμβης) με τοιχογραφίες, ενώ στα έτη γύρω στο 1570 η εκκλησία ήταν κέντρο κοινωνικής μέριμνας της αγίας Φιλοθέης προς τους κατοίκους της συνοικίας. Μετά την Απελευθέρωση, αφού αποκαταστάθηκε από τον αρχιτέκτονα Χριστιανό Χάνσεν η στέγη του, που είχε καταρρεύσει εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων, στέγασε προσωρινά τον Άρειο Πάγο, μάλιστα μνημονεύεται ότι στα εγκαίνια της εκεί λειτουργίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου λειτούργησαν επτά αρχιερείς και παρέστη η βασίλισσα Αμαλία, ιστάμενη σε θρόνο, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται αστέρας με 16 ακτίνες. Ο ξυλόγλυπτος θρόνος φυλάσσεται ως σήμερα στην εκκλησία (στο ιερό Βήμα).

Εξαιτίας της αύξησης του αριθμού των ενοριτών, γύρω στα 1880 στη θέση της παλαιάς εκκλησίας οικοδομήθηκε ο σημερινός ναός, που είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, με τη διαφορά ότι αντί κιόνων έχει πεσσούς. Επίσης, στα δύο άκρα της δυτικής πλευράς κατασκευάστηκαν δύο πυργοειδή κωδωνοστάσια. Από την παλαιά εκκλησία διασώζεται η Αγία Τράπεζα, που είναι μαρμάρινη παλαιοχριστιανικής προέλευσης και στηρίζεται επάνω σε κιονίσκο, όπως επίσης διασώζεται και τμήμα του βορείου τοίχου. Επίσης σώζονται και μερικές παλαιές φορητές εικόνες (π.χ. Άγιος Σπυρίδων, Άγιος Παντελεήμων, Αποτομή Τιμίας Κεφαλής του Προδρόμου κ.α.). Οι υπάρχουσες τοιχογραφίες είναι του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου. Από αυτές σημειώνουμε τον εξαίρετο Παντοκράτορα και την Πλατυτέρα της αψίδας του Ιερού Βήματος, όπου η Θεοτόκος εικονίζεται ένθρονη, με ένα γονατιστό άγγελο στα δεξιά και ένα στα αριστερά της. Τα εγκαίνια της νέας εκκλησίας έγιναν το 1912. Όπως στους Αγίους Αναργύρους, έτσι και στην εκκλησία αυτή εκκλησιαζόταν πολλές φορές ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος έμεινε κατά καιρούς στις γειτονικές οδούς Τάκη και Σαρρή. Του μεγάλου διηγηματογράφου μας Αφιέρωμα στον ναό της Γέννησης του Χριστού είναι η τοιχογραφία του βορείου κλίτους, που εικονίζει τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο.

Η εκκλησία αυτή σήμερα είναι από τις πιο κομψές και τις πιο περιποιημένες εκκλησίες της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. Ήδη η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με το έγγραφο της αριθ. 6939 π.ε./15-1-2003 προς το Υπουργείο Πολιτισμού, προτείνει, «λόγω της ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας του Ι. Ν. Γεννήσεως του Χριστού», «την κήρυξή του ως κτίσματος χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 50 παραγρ. 4 του Ν. 3028/2002 «Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς».