Ο Αθανάσιος Διάκος είναι από εκείνες τις μορφές που έγιναν τραγούδι και δεν θα πάψει να συγκινεί τους Ελληνες όσα χρόνια και αν περάσουν, λόγω του μαρτυρικού του θανάτου.

Γεννήθηκε το 1788 στην Aνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας, χωριό το οποίο σήμερα φέρει το όνομά του. Υπάρχουν όμως και αυτοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στη γειτονική προς τη Μουσουνίτσα Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.

Ο πατέρας του, Νικόλαος Γραμματικός, ήταν γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «ψυχογιός». Οταν ο Αθανάσιος έγινε 12 χρόνων η οικογένειά του τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος.

 

Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι του Προδρόμου στην Αρτοτίνα με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ’ την εμφάνιση του νεαρού μοναχού. Ο Διάκος προσεβλήθη απ’ τα λεγόμενα του Τούρκου (και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε. Ετσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης. Κατά μία άλλη εκδοχή, σε έναν γάμο στην Αρτοτίνα, όπου γλεντούσαν και πυροβολούσαν όπως συνηθιζόταν, είχε πάρει μέρος και ο Διάκος. Μία αδέσποτη σφαίρα βρήκε και σκότωσε τον γιο της Κοντογιάννενας, που ήταν από μεγάλο σόι της Κοσταρίτσας (ενός γειτονικού χωριού της Αρτοτίνας). Ο φόνος καταλογίστηκε από όλους, Χριστιανούς και Τούρκους, στον Διάκο και ας μην ήταν καθόλου βέβαιο πως εκείνος, άθελά του, ήταν ο φονιάς. Αναγκάστηκε έτσι να κρυφτεί στα περίχωρα γιατί τον αναζητούσαν τα τουρκικά αποσπάσματα. Αργότερα τον Δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι της Παναγίας, ο Διάκος κατέβηκε στο χωριό. Οι Τούρκοι που παραμόνευαν, τον συνέλαβαν μαζί με κάποιον Καφέτζο που κυνηγούσαν και τους οδήγησαν δεμένους στον Φεράτ-εφέντη, διοικητή του Λιδωρικίου, ο οποίος τους φυλάκισε. Ο Διάκος κατάφερε να αποδράσει μαζί με τον Καφέτζο και να φύγουν στα βουνά. Μαζί έφτασαν στο λημέρι του ξακουστού κλέφτη της Δωρίδας, Τσαμ Καλόγερου.

Αρχικά κλέφτης υπό την εξουσία διαφόρων καπετάνιων της Ρούμελης, διακρίνεται σε διάφορες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Ο Καπετάνιος Τσαμ Καλόγερος, σε μία συμπλοκή με τους Τούρκους, πληγώθηκε βαριά στο πόδι και θα έπεφτε στα χέρια τους αν ο Διάκος δεν έμενε να τον υπερασπιστεί. Με το σπαθί στο χέρι, τον σήκωσε και τον μετέφερε ως τη Γραμμένη Οξυά, μια ψηλή ράχη, δύο ώρες από την Αρτοτίνα. Εκεί έφτασαν και οι άλλοι Κλέφτες και μπροστά τους είπε ο Τσαμ Καλόγερος: «Αν πεθάνω, αυτός πρέπει να γίνει καπετάνιος σας».

 

Αργότερα οι Κλέφτες χωρίστηκαν σε μπουλούκια (μικρές ομάδες), κατατρεγμένοι από το κυνήγι των Τούρκων. Ενα μπουλούκι έγινε από τον Διάκο, τον Γούλα και τον Σκαλτσοδήμο. Εκείνο τον καιρό, έμαθε ο Διάκος ότι πέθαναν ο πατέρας του κι ένας από τους αδερφούς του, ο Απόστολος. Ο Διάκος είχε δύο αδερφούς, τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, που τον έλεγαν και Μασσαβέτα και δύο αδερφές, την Καλομοίρα και τη Σοφία. Ο πατέρας του με τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, είχαν προτιμήσει την τσοπάνικη ζωή και τότε ήταν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά. Ενα Τούρκικο απόσπασμα που έφτασε στην καλύβα τους, συνέλαβε πατέρα και γιο επειδή βοήθησαν και πρόσφεραν φαγητό σε κλέφτες και τους πήγαν δεμένους στον Πατρατσίκι (Υπάτη). Ο Κωνσταντίνος δεν βρισκόταν εκεί και έτσι γλύτωσε. Οι άλλοι δύο όμως βρήκαν τον θάνατο στη φυλακή την ίδια νύχτα. Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Διάκος, ορκίστηκε να εκδικηθεί. Τουρκικό απόσπασμα δεν προλάβαινε να ξεμυτίσει και το αποδεκάτισε με τα παλληκάρια του. Από τότε άρχισαν να αναζητούν και το αρματολίκι της περιοχής. Ετσι μια μέρα οι κλέφτες, ορμώντας στα Μπαΐρια (θέση κοντά στην Αρτοτίνα), απήγαγαν την Κρουστάλλω, κόρη του Μπαμπαλή, κοτζαμπάση της Δωρίδας. Οι κλέφτες την πήγαν στην Καρυά, στο λημέρι τους. Ζήτησαν από τον Μπαμπαλή, αν θέλει το κορίτσι του, να πάει στο Λιδωρίκι και να ενεργήσει ώστε να τους δώσουν οι Τούρκοι το αρματολίκι. Και το πέτυχαν.

 

Εκείνη την περίοδο ο Αλή πασάς στα Γιάννενα, έκανε σχέδια εναντίον του Σουλτάνου και κάλεσε στην έδρα του όλους τους καπετάνιους, Αρβανίτες και Χριστιανούς. Ανάμεσά τους και τον Σκαλτσοδήμο (σαν αντιπρόσωπο των αρματολών του Λιδωρικίου). Εκείνος όμως έστειλε τον Διάκο στη θέση του. Ο Αθανάσιος Διάκος υπήρξε αρματολός για δύο χρόνια (1814-1816) στον στρατό του Αλή πασά τον ίδιο καιρό με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Οταν ο Ανδρούτσος έγινε καπετάνιος μίας μονάδας αρματολών στη Λιβαδειά, ο Διάκος ήταν για έναν χρόνο πρωτοπαλίκαρό του. Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα κλεφτών και όπως πολλοί άλλοι καπετάνιοι κλεφτών και αρματολών γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Λίγες μέρες μετά το ξέσπασμα της επανάστασης ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψή της. Την 1η Απριλίου του 1821, μετά από τρείς ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, το κάψιμο του σπιτιού του Μερ Αγά και την κατάληψη του κάστρου, η πόλη έπεσε στους Ελληνες. Η Λιβαδειά, ελεύθερη πλέον, σήκωσε την ελληνική σημαία στις 4 Απριλίου στο κάστρο και τη θέση Ωρα. Ο Χουρσίτ πασάς, εντεταλμένος από τον Σουλτάνο, έστειλε δύο από τους ικανότερους διοικητές του απ’ τη Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ-Μεχμέτ πασά, επικεφαλής 8.000 πεζών και 900 ιππέων Τούρκων με διαταγή να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο και να σταματήσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Χουρσίτ στηριζόταν στις ικανότητες του Ομέρ Βρυώνη. Ο Βρυώνης, αλβανικής καταγωγής και πασάς του Βερατίου, ήταν ικανότατος στρατηγός και γνώριζε πολύ καλά τα εδάφη και τους Ελληνες οπλαρχηγούς, τους περισσότερους εκ των οποίων είχε γνωρίσει στην αυλή του Αλή πασά. Μαζί τους ήταν και οι Αρβανίτες αρχηγοί Τελεχά-μπέης, Χασάν Τομαρίτσας και Μεχμέτ Τσαπάρας.

Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με τη λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες. Η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας και ο Διάκος τη γέφυρα της Αλαμάνας.

Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους. Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στον Διάκο. Η άλλη επιτέθηκε στον Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση και η υπόλοιπη στον Πανουργιά, οι άντρες του οποίου υποχώρησαν όταν πληγώθηκε σοβαρά, ενώ βρήκαν ηρωικό θάνατο, μεταξύ των άλλων ανδρών και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας με τον αδερφό του Παπαγιάννη. Εχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ’ τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο Διάκος επέλεξε να μείνει και να παλέψει μαζί με 48 συμπολεμιστές του σε μία απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν. “Εγώ θα μείνω” ήταν η απάντηση.

Ο σοβαρά πληγωμένος στον δεξί ώμο Διάκος συνελήφθη από πέντε Τσάμηδες. Οι συναγωνιστές του Καλύβας και Μπακογιάννης που όρμησαν να τον σώσουν σκοτώθηκαν κοντά στον αρχηγό τους. Ο Διάκος μεταφέρθηκε από τους Τούρκους στη Λαμία μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος τον γνώριζε από την κοινή θητεία τους παλιότερα στην αυλή του Αλή πασά, τον εκτιμούσε πολύ και προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό, αν αλλαξοπιστούσε και ασπαζόταν το Ισλάμ. Ο Διάκος αρνήθηκε απαντώντας “Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω!». Ο Ομέρ πασάς έδειξε συμπάθεια προς τον Διάκο, αλλά κάποιος Χαλίλ μπέης από την πόλη ικέτευσε για την άμεση και παραδειγματική θανάτωσή του, επηρεάζοντας και τον Κιοσέ-Μεχμέτ που ιεραρχικά ήταν ανώτερος του Ομέρ Βρυώνη. Ετσι την επόμενη μέρα ανασκολοπίστηκε. Ο Διάκος αντιμετώπισε τον μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Σύμφωνα με την παράδοση λίγο πριν ξεψυχήσει είπε: “Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι”. Κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, ιστορικό του 19ου αι., ο Διάκος στράφηκε προς τους Αλβανούς και είπε “Δεν βρίσκεται από σας κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει με πιστόλα και να με γλυτώσει από τους Χαλδούπιδες!”. Η φοβερή αυτή θανατική ποινή εκτελέστηκε στο Ζητούνι (Λαμία) στις 24 Απριλίου, την επομένη της μάχης στην Αλαμάνα. Μετά τον θάνατό του, οι Τούρκοι πέταξαν το λείψανό του σε κοντινό χαντάκι. Οι Χριστιανοί όμως βγήκαν κρυφά τη νύχτα και έθαψαν το σώμα του στον χώρο που αρχίζει σήμερα η οδός Ησαΐα. Ο χώρος της ταφής του είχε λησμονηθεί και ανακαλύφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη, το 1881. Το 1886 έγινε το πρώτο μνημόσυνό του και τοποθετήθηκε η σημερινή προτομή. Η επιτροπή εκδουλεύσεων, προηγουμένως, τον αναγνώρισε ως ανώτατο αξιωματικό πρώτης τάξης και επεδίκασε μηνιαία σύνταξη στην αδερφή του ως τον θάνατό της το 1873.

 

Η μνήμη του Α. Διάκου κινείται πλέον στα όρια του θρύλου και έγινε κτήμα του λαού παρά της ιστορίας. Ενέπνευσε πολλούς λαϊκούς και έντεχνους εικαστικούς καλλιτέχνες και συγγραφείς ακόμα και εκτός Ελλάδος. Συνήθη θέματα είναι η προσωπογραφία του, η μάχη της Αλαμάνας και κυρίως η σκηνή της σύλληψής του. Η πρώτη απεικόνισή του που σώζεται είναι από τον Ε. Δημίδη (Παρίσι, 1841), η οποία και καθόρισε τα μετέπειτα έργα. Προσωπογραφία του ζωγράφισε και ο επτανήσιος καλλιτέχνης Δ. Τσόκος το 1861 με παραγγελία της κυβέρνησης. Στις δύο αυτές προσωπογραφίες βασίστηκαν πολλές μεταγενέστερες απεικονίσεις (λιθογραφίες, ξυλογραφίες κ.ά.) που έγιναν τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Η μάχη της Αλαμάνας ζωγραφίστηκε από τον Δημ. Ζωγράφο σύμφωνα με οδηγίες του Ι. Μακρυγιάννη στα 1836-39. Στον πίνακα αυτό βασίστηκαν και έγχρωμες λιθογραφίες του Αλ. Ησαΐα που χαράχτηκαν στην Ιταλία το 1839. Ο Διάκος με ιερατική ενδυμασία εικονίζεται στον πίνακα του Peter Hess “Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτας εις την μάχην” (Εθν. Ιστ. Μουσείο) και στον πίνακα του Βρυζάκη “Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της” (1858, Εθν. Πινακοθήκη). Το 1860 εκδόθηκε στη Ζάκυνθο από τον Ζαμπέλιο η τραγωδία “Αθανάσιος Διάκος”. Στις αρχές του 20ου αιώνα στήθηκε ο μαρμάρινος ανδριάντας του στη Λαμία, έργο του γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, και αργότερα προτομές του στην Αθήνα και τη Μουσουνίτσα (Αθ. Διάκος). Ζωγραφικές παραστάσεις του έγιναν από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ, τον Παρθένη, τον Φώτη Κόντογλου και τον Μποστ. Ο Κόντογλου το 1943 έκανε μία πρωτότυπη απόδοση του ήρωα με μορφή που θυμίζει βυζαντινό Χριστό ή Ιωάννη Πρόδρομο και κίνηση αρχαγγέλου, ως διαχρονικού εκφραστή των ιδεών “θρησκεία – ελευθερία – πατρίδα”. Η τοιχογραφία αυτή βρίσκεται στο Δημαρχείο Αθηνών. Σαν λαϊκός ήρωας εμφανίζεται και στο θέατρο σκιών (“Καραγκιόζη”) και αρκετοί καραγκιοζοπαίχτες φιλοτέχνησαν φιγούρες του, όπως ο Σπ. Κούζαρος (1944, 1950), ο Βασίλαρος (Βασ. Ανδρικόπουλος) και ο Ευγένιος Σπαθάρης (υδατογραφία, 1972). Στον μεσοπόλεμο φιλοτεχνήθηκαν συνθέσεις από χαράκτες όπως ο Σωτ. Χρηστίδης, ο Νείρος κ.ά. Κατά την κατοχή, σύμφωνα με πληροφορίες του χαράκτη Τάσου, το Υπ. Παιδείας κάλεσε γνωστούς χαράκτες της εποχής να παράγουν εικόνες των ηρώων του ’21 για τη διακόσμηση των σχολείων. Μεταξύ αυτών που απεικονίστηκαν ήταν και ο Διάκος, μια παράδοση που συνεχίστηκε στη διακόσμηση των σχολείων και μετέπειτα. Το 1945 δημοσιεύτηκε και η ξυλογραφία της Λουκίας Μαγγιώρου στο τεύχος “Πρωτομαγιά, Θυσιαστήριο της λευτεριάς” (εκδ. “Ο Ρήγας”). Σε διάφορα λαϊκά έργα ο Διάκος εμφανίζεται μαζί με φανταστικές ηρωίδες όπως η “Ελένη” (Θεόφιλος) ή μαζί με άλλους γνωστούς ήρωες του ’21. Ο Κ. Παρθένης ζωγράφισε δύο συμβολικές συνθέσεις με θέμα την Αποθέωση του Αθ. Διάκου, το 1931 και το 1944-46. Επίσης εικονίζεται σε μετάλλια, γραμματόσημα, νομίσματα, όπλα και λαϊκά σκεύη.

Η λαϊκή μούσα μέσα από τη δημοτική μας ποίηση, αλλά και διαπρεπείς ποιητές όπως ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Κωστής Παλαμάς κ.ά., εμπνεύστηκαν από την ηρωική και συνάμα μαρτυρική μορφή του “Αγωνιστή της Λευτεριάς”. Το 2015, ο ποιητής Δημήτρης Μπρούχος εμπνεύστηκε, έγραψε και εξέδωσε το έργο: “Αθανάσιος Διάκος – Αδούλωτος σταυραετός, Ηρωικό ορατόριο”.

 

Ο θρύλος του καταγράφηκε και σε δημοτικά τραγούδια όπως αυτό:

 

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε.

Ανδρεία, ωσάν Ελληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.

Εκείνοι εφοβήθησαν κι εσκόρπισαν στους λόγγους.

Εμειν’ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,

τρείς ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,

σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια

και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.

Εκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες*,

Πλην το σπαδί του έσπασεν απάν’ από τη χούφταν.

Κ’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.

Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:

– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις;

Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;”:

Κ’ εκείνος τ’ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:

– “Πάτε κι εσείς κ’ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.

Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ αποθάνω...

Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες*,

Μόνον πέντ’ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.

Οσον να φθάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”.

Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:

– “Χίλια πουγγιά σας δίνω ’γω, κι ακόμα πεντακόσια,

τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,

ότι θα σβήση την Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι”.

Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.

Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

– “Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει

τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ’ η γη χορτάρι”.

Την πίστιν τους, τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.

– “Εμέν’ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,

Ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας.

Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι”.

 

(*)  Μπουλουκμπασήδες: Ομαδάρχες στρατολογημένων, διοικητές μπουλουκιών

Μαχμουτιέδες: χρυσά νομίσματα επί Σουλτάνου Μαχμούτ Α΄

Χαλήλμπεης, ή Χαλίλ Μπέης: Τούρκος έμπορος της Λαμίας

Δοβλέτι ή Ντοβλέτι: Κράτος, κυβέρνηση (εκ της αραβικής)

Καπετάν Νικήτας: Ο Νικηταράς· εκ του στίχου αυτού μάλιστα, διαφαίνεται ότι το τραγούδι συντάχθηκε τουλάχιστον μετά από δύο μήνες, όπου πράγματι ο Νικηταράς πέρασε ηγούμενος των Πελοποννησίων στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα.