Αφιέρωμα των Νέων στις 10 Απριλίου του 1998

Σεραφείμ : ο άνθρωπος που είδε την Ιστορία να περνάει από μπροστά του

 

Μπαΐλης Πάνος

10 Απριλίου 1998 

 

 

 «Εδώ το έχω», είχε πει ο Σεραφείμ στον Καραμανλή μετά το τέλος μιας συζήτησης για τα εκκλησιαστικά. Και εννοούσε το πιστόλι το οποίο δεν αποχωρίστηκε ποτέ «Εδώ το έχω ακόμα». Το περίστροφο δεν φαινόταν κάτω από τα ράσα. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ όμως έκανε την κίνηση με το χέρι του, θέλοντας να δείξει στον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή ότι είναι πάντα «έτοιμος για αντάρτικο». Τότε δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί με την κυβέρνηση. Στη συνέχεια όμως και για αρκετά χρόνια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, πότε με αφορμή τον πολιτικό γάμο και πότε για το τεράστιο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Παρά τις συγκρούσεις όμως, ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να συνεργαστεί με την Πολιτεία και να έχει μία αρμονική συνεργασία με όλους και σε όλους τους τομείς. Από τις 12 Ιανουαρίου του 1974 που εξελέγη Αρχιεπίσκοπος και μέχρι χθες ήταν το κεντρικό πρόσωπο μιας δυναμικής πορείας στο χώρο της Ιεραρχίας που ακόμη και τις δύσκολες τελευταίες ώρες της ζωής του τη διατήρησε με τον δικό του αυθεντικό τρόπο. Γεννημένος το 1913 στο Αρτεσιανό Καρδίτσας, ο Βησσαρίων Τίκας ξεχώριζε για τον δυναμισμό του. Στα 25 του χρόνια χειροτονείται διάκονος και τέσσερα χρόνια αργότερα πρεσβύτερος. Την περίοδο της Κατοχής βγαίνει στα βουνά και εντάσσεται στις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Λίγο αργότερα έρχεται στην Αθήνα και στον Άγιο Λουκά Πατησίων. Διοργανώνει συσσίτια και σώζει από την πείνα εκατοντάδες παιδιά. Το 1949 εκλέγεται Μητροπολίτης Άρτας και εννέα χρόνια αργότερα μετατίθεται στα Γιάννενα. Από εκεί βοηθάει με κάθε τρόπο τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου.

 

 

ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

Στις 25 Νοεμβρίου του 1973, αν και Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ορκίζει την κυβέρνηση του Ιωαννίδη. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος παραιτείται. Στις 12 Ιανουαρίου του 1974 εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.Επικρίνεται από πολλούς. Στην πορεία όμως οι αντιδράσεις για το πρόσωπό του σχεδόν εξαφανίζονται. Ιδρύει νέες μητροπόλεις και διώχνει δώδεκα ιερωνυμικούς μητροπολίτες. Το 1978 αντιδρά δυναμικά στο νομοσχέδιο για τις αμβλώσεις. Ενώ ένα χρόνο αργότερα δεν διστάζει να συγκρουστεί με την κυβέρνηση Καραμανλή όταν αυτή επιχειρεί άνοιγμα στο Βατικανό. Το 1982 οι σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας δοκιμάζονται με αφορμή τον πολιτικό γάμο. Ήταν η πρώτη σοβαρή κόντρα με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Λίγα χρόνια αργότερα θα ξεσπάσει νέα κρίση εξαιτίας του νομοσχεδίου για τις αμβλώσεις. Από τον Μάρτιο του 1987 αρχίζει ο «12μηνος πόλεμος» Εκκλησίας - Πολιτείας. Αφορμή αυτή τη φορά η εκκλησιαστική περιουσία και το νομοσχέδιο Τρίτση. Με εντολή του γίνονται κηρύγματα στους ναούς. Δεν λείπουν τα επεισόδια. Στις 25 Μαρτίου ο Σεραφείμ αρνείται να παραστεί στην επίσημη δοξολογία, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία. Ο Σεραφείμ διαμήνυσε με τη στάση του ότι δεν είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει. Μάλιστα θέτει και θέμα άρσης του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας. Στις αρχές του Φεβρουαρίου συναντάται με τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου. Η συνάντηση καταλήγει σε συμφωνία. Από τότε οι σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας βελτιώνονται αισθητά. Ο Αρχιεπίσκοπος μένει μακριά από τις πολιτικές εξελίξεις. Συνυπάρχει αρμονικά με όλες τις κυβερνήσεις. Είκοσι τρία χρόνια διατήρησε τη θέση του Αρχιεπισκόπου, κάτι που αποτελεί μοναδικό ρεκόρ. Ο Σεραφείμ διατηρεί ένα ακόμη ρεκόρ. Όρκισε έξι προέδρους Δημοκρατίας και εννέα πρωθυπουργούς. Στο εσωτερικό της Ιεραρχίας κατόρθωσε να αναδείξει νέους μητροπολίτες που έχουν γίνει ευρύτερα γνωστοί.

 

 

 

 

«ΚΟΡΑΚΙΑ»

Πολλοί από αυτούς τα τελευταία χρόνια που η υγεία του δεν ήταν καλή ζητούσαν την αντικατάστασή του. Ο Σεραφείμ τους χαρακτήριζε «κοράκια που περιμένουν τα γελάδια να ψοφήσουν». Στους λίγους που του απέμειναν πιστοί ως το τέλος, δείχνει πικραμένος. Τους περισσότερους τους κρατάει σε απόσταση. Δεν παίρνει θέση υπέρ κανενός υποψηφίου. Τα όσα ακούστηκαν για οικονομικά σκάνδαλα τον βρίσκουν σε μια στιγμή που βιολογικά δεν είναι δυνατόν να παρακολουθεί από κοντά την κατάσταση. Επιμένει όμως να υπάρξει κάθαρση. Στη διαχείριση τοποθετεί, παρά τις αντιδράσεις, δικούς του ανθρώπους. Τους επιβάλλει και κανείς δεν τολμά στη συνέχεια να τους αμφισβητήσει. Ίδια στάση κρατάει και με τους λεγόμενους ιερωνυμικούς μητροπολίτες. Αν και τα δικαστήρια τους δικαίωσαν, ο ίδιος ο Σεραφείμ ποτέ δεν τους αποδέχεται στην Ιεραρχία. Το καλοκαίρι με αφορμή την επίσκεψη του Βαρθολομαίου στη Χίο έρχεται στην επιφάνεια το θέμα των νέων χωρών, αλλά και η μη πραγματοποίηση της επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Αθήνα. Ο Σεραφείμ ούτε καν ήθελε να ακούσει για υπαγωγή μητροπόλεων στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που δεν προσκάλεσε τον κ. Βαρθολομαίο στην Αθήνα. Παρ' όλα αυτά ο Σεραφείμ πέρασε στην Ιστορία σαν ο άνθρωπος που κατάφερε τελικά να εκτιμηθεί για την πορεία του από το σύνολο του πολιτικού κόσμου, αλλά και της Ιεραρχίας. Είχε τον δικό του αυθεντικό τρόπο να αντιμετωπίζει τα πάντα. Και αυτό ήταν ένα από τα στοιχεία που τον έκανε να ξεχωρίζει ως την τελευταία στιγμή.

Ήταν δέκα χρόνων όταν πέθανε η μητέρα του. Η αδελφή του σχεδόν μωρό. Ο πατέρας του αργότερα παντρεύτηκε και πάλι. Ο Σεραφείμ έγινε ένα με την αδελφή του. Όσο ζει στο Αρτεσιανό, πάει σχολείο και βοηθάει τον πατέρα του. Φοιτά στο Γυμνάσιο Καρδίτσας και στη συνέχεια μεταγράφεται στο Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο Άρτας και δύο χρόνια μετά στην Κόρινθο. Σε μια επίσκεψή του στο χωριό γνωρίζει τον ηγούμενο της Μονής Κορώνης, τον Ιάκωβο. Η συνάντηση αυτή άλλαξε τη ζωή του και σηματοδότησε τη μετέπειτα πορεία του. Είναι ο μόνος άνθρωπος που μνημόνευε μέχρι την τελευταία του στιγμή ο Σεραφείμ. Ο Ιάκωβος μιλάει για τον Σεραφείμ στον τότε Μητροπολίτη Κορίνθου Δαμασκηνό, ο οποίος τον χειροτονεί διάκο. Ο ίδιος λίγο μετά τη χειροτονία τού αγοράζει την πρώτη ποιμαντική ράβδο (!) που έχουν μόνο οι μητροπολίτες.

ΣΤΑ ΠΑΤΗΣΙΑ

Ιερέας στον Άγιο Λουκά Πατησίων την περίοδο της Κατοχής, ο Σεραφείμ οργανώνει συσσίτια ενώ στα κηρύγματά του καταφέρεται κατά των Γερμανών, οι οποίοι σχεδιάζουν να τον συλλάβουν. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου τον φυγαδεύει προς την Άρτα. Στο Βουλγαρέλι συναντάται με τον Ζέρβα και μένει μαζί του για ενάμιση χρόνο. Αναλαμβάνει όμως αποστολές προς την Αθήνα. Οι Γερμανοί πληροφορούνται τη δράση του και στήνουν μπλόκο στην Άρτα. Ο τότε μητροπολίτης φροντίζει και τον φυγαδεύει με ένα φορτηγό προς την Αθήνα. Την εποχή που είναι εξόριστος ο Δαμασκηνός στην Αίγινα, ο Σεραφείμ είναι ο μόνος κληρικός που τον επισκέπτεται. Το θάρρος του θα αναγκάσει τον τότε Μητροπολίτη Κορίνθου να πει: «Αν οι άλλοι (οι έμπιστοί του μητροπολίτες) βρουν ένα βράχο στο δρόμο τους, θα αλλάξουν πορεία. Ο Σεραφείμ θα τον σκάψει με τα νύχια και θα τον περάσει». Στην ουσία έχει ήδη πάρει το χρίσμα για να ανέλθει στην ιεραρχία. Όταν χειροτονείται Μητροπολίτης Άρτης, ο ηγούμενος Ιάκωβος τον επισκέπτεται. Το βράδυ κοιμάται σε ένα ξενοδοχείο της πόλης και το πρωί όταν τον συναντά στη μητρόπολη τού λέει: «Αχ, παιδί μου, τι έπαθα εγώ τη νύχτα. Έψελνα στο διάδρομο τη φήμη σου ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Εσύ θα περάσεις στον αφρό». Ως μητροπολίτης αναλαμβάνει να στηρίξει τους απλούς ανθρώπους και την περιοχή του, που έχει βγει από την περιπέτεια του Εμφυλίου. Ήταν με την παράταξη των νικητών και βαθιά αντικομμουνιστής. Όμως φροντίζει (όπως έκανε πάντα) και κρύβει τις απόψεις του. Η περίοδος του Εμφυλίου τον πονάει ιδιαίτερα. Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μια μάχη με τους αντάρτες, κοντά στην Καρδίτσα. Είναι από τα πολλά «τραύματα» του Σεραφείμ. Ένα άλλο, που δεν θα το ομολογήσει παρά στους πολύ δικούς του, είναι αυτό της μητριάς του. Δεν του φερνόταν καλά, όπως και στην αδελφή του. Έγινε ανασφαλής και αυτή η ανασφάλεια θα τον ακολουθεί πάντα, ακόμη και την περίοδο της παντοδυναμίας του. Δεν εμπιστεύεται στην ουσία κανέναν και για τον λόγο αυτόν αλλάζει συχνά συνεργάτες. Αναδεικνύει νέους, τους φέρνει κοντά του αλλά τα βράδια είναι πάντα μόνος με τις αγαπημένες του φωτογραφίες που δεν τις αποχωρίζεται ποτέ. Τον Πλαστήρα, τον Ζέρβα, τον Δαμασκηνό και τον αγαπημένο του ηγούμενο Ιάκωβο. Όταν εκλέγεται Μητροπολίτης Ιωαννίνων, τα πρώτα χρόνια συνδέει το όνομά του με τη Βόρεια Ήπειρο. Στη Σχολή Βελά φέρνει ως και αξιωματικούς των ΛΟΚ για να εκπαιδεύσει νεαρούς αποφασισμένους για όλα. Ιδρύει την Κεντρική Επιτροπή Βορειηπειρωτικού Αγώνα και οργανώνει πολλές αποστολές. Φιλοξενεί εκατοντάδες φυγάδες και τους βοηθάει με όποιον τρόπο μπορεί. Την περίοδο 1968-72 γνωρίζεται με τον ισχυρό άνδρα της χούντας, τον Ιωαννίδη. Η γνωριμία του αυτή είναι και ο βασικός λόγος που ο Σεραφείμ ορκίζει την κυβέρνηση το 1973. Τότε βρέθηκε τυχαία στην Αθήνα. Ο Ιωαννίδης τον έψαξε, τον βρήκε και έτσι όρκισε την κυβέρνηση. Στον έμπιστό του, τον  Μητροπολίτη Ιωαννίνων Θεόκλητο, είχε πει τηλεφωνικά, λίγο μετά την ορκωμοσία: «Έγινε επανάσταση, ο Θεός να βάλει το χέρι του! Μπήκε ο Ανδρουτσόπουλος, ο Θεός να βάλει το χέρι του!». Η χούντα αποφάσισε να βρει έναν τρόπο να καθαιρέσει τον Ιερώνυμο. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος ζητεί να δει τον Ιωαννίδη. Αυτός τον στήνει δύο ώρες έξω από το γραφείο του χωρίς να τον δεχτεί. Το επαναλαμβάνει μία ακόμη φορά και όταν τον δέχεται στην ουσία τού ζητεί να παραιτηθεί. Ο δρόμος για τον Σεραφείμ έχει ανοίξει. Είναι ο εκλεκτός της δικτατορίας. Όμως για να μην προκληθεί αναταραχή στους κόλπους της Εκκλησίας, με ειδικό διάταγμα δικαίωμα ψήφου στην Ιερά Σύνοδο είχαν μόνο όσοι αρχιερείς είχαν εκλεγεί πριν από την 21η Απριλίου του 1967. Έτσι, ο ίδιος τουλάχιστον δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι διορίστηκε από τη χούντα. Ο Σεραφείμ έμεινε για πάντα ένας «αυθεντικός επαρχιώτης». Διάβαζε σπάνια. Δεν παρακολουθούσε ποτέ θέατρα, ενώ απεχθανόταν τις κοσμικές εκδηλώσεις. Απλώς όταν είχε λίγο ελεύθερο χρόνο έβαζε στο κασετόφωνο δημοτικά τραγούδια από την περιοχή του και την Ήπειρο. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία «στο κλαρίνο του Μαλιάρα»(ενός Θεσσαλού αυτοδίδακτου καλλιτέχνη).Τον θεωρούσε τον μόνο γνήσιο. Όπως λένε οι συνεργάτες του, «είχε τρύπια χέρια». Δεν αγαπούσε καθόλου τα χρήματα και όσα έβγαζε τα μοίραζε. Από τη φύση του λιτοδίαιτος, δεν έδινε ποτέ βάρος στο φαγητό και σε όλα αυτά. Δεν έκρυβε όμως την αδυναμία του στις πίτες που έστελναν από την περιοχή του. Ό,τι είχε σχέση με την Καρδίτσα τού άρεσε ιδιαίτερα, ακόμη και το τσίπουρο, αν και δεν έπινε ποτέ. Αν και Αρχιεπίσκοπος, ουδέποτε έπαψε να οπλοφορεί. Και δεν είναι μόνο το επεισόδιο με τον Καραμανλή. Το όπλο κάτω από το ράσο ήταν γι' αυτόν σημαντικό. «Μπορεί να ήταν κατάλοιπο του βουνού, μπορεί όμως να ήταν μια αντίδραση στην ανασφάλειά του, ποτέ δεν έδωσε εξηγήσεις γι' αυτό και ποτέ δεν έδινε», λέει μητροπολίτης που τον έζησε από κοντά. Ο Σεραφείμ δεν συμπαθούσε καθόλου τη δουλειά γραφείου. Γυρνούσε συνεχώς σε μονές και όπου χρειαζόταν. Έδινε λύσεις γρήγορα. Όμως στα δύσκολα θέματα ήταν της λογικής «άστο να περάσει». Σπάνια οργιζόταν, αλλά πάντα χρησιμοποιούσε την δική του γλώσσα, ακόμη και σε ανθρώπους που ήθελε να είναι ευγενικός μαζί τους, ενώ ο τρόπος που αντιδρούσε ήταν ξεχωριστός. Δεν δίσταζε να κάνει παρατηρήσεις ακόμη και σε δημόσιους χώρους, κάτι που έχει παρεξηγηθεί από πολλούς. Παρ' όλα αυτά όμως, κανείς δεν βγήκε να τον κατηγορήσει για κάτι, αν και ήταν στο τιμόνι της Εκκλησίας για 25 χρόνια.