Ησαΐας Σαλώνων

 

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας (1780 - 23 Απριλίου 1821) ήταν Ελληνας κληρικός, Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Ηταν ο πρώτος επίσκοπος που έπεσε μαχόμενος κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Γεννήθηκε στη Δεσφίνα Φωκίδος σε ένα σπίτι κοντά στην εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου το έτος 1769 και βαπτίσθηκε Ηλίας, το τρίτο παιδί της οικογένειας του ιερέα Παπα-Στάθη και της Αρχόντως. Αδέλφια του ήταν ο Γιάννης (που έγινε τσοπάνης) και ο Θεοδόσης, καλόγηρος στη Μονή του Οσίου Λουκά. Στα 18 του χρόνια στάλθηκε από τον πατέρα του στην Αμφισσα για να προετοιμασθεί για ιερατική ζωή, θητεύοντας κοντά στον καλόγηρο Γεράσιμο Λύτσικα. Το 1797 εκάρη μοναχός στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Δεσφίνας λαμβάνοντας το όνομα Ησαΐας και χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή Οσίου Λουκά. Μαθήτευσε στα Γιάννενα, κοντά στον Κοσμά Μπαλάνο και τον Αθανάσιο Ψαλίδα. Στα Ιωάννινα γνωρίσθηκε με τον Αλή-Πασά, τον οποίο μία δοξασία ήθελε να έχει διασώσει από βέβαιο θάνατο ο πατέρας του Ησαΐα, Παπα-Στάθης, περί τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν τον βρήκε ημιθανή σε ένα σπήλαιο και τον περιέθαλψε. Προαχθείς γρήγορα Ηγούμενος, λόγω του νεαρού της ηλικίας, ήγειρε το ενδιαφέρον του από Αδριανουπόλεως Πατριάρχη Κύριλλου Στ΄, όπου και τον κάλεσε το 1814 στην Κωνσταντινούπολη για επιμόρφωση. Εκεί γνωρίστηκε και με τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, αλλά και μυήθηκε στα της Φιλικής Εταιρίας, το 1818. Το ίδιο έτος χειροτονήθηκε επίσκοπος, όπου και ανέλαβε Επίσκοπος Σαλώνων μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, κατόπιν παραινέσεων τοπικών προκρίτων αλλά και του ίδιου του Αλή-Πασά. Δύο χρόνια μετά έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αναπτύσσοντας φιλανθρωπική δράση και συγκεντρώνοντας χρήματα και όπλα τα οποία αποθήκευε στα Σάλωνα.

Τον Ιανουάριο του 1821 κλήθηκε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Από την υφιστάμενη αλληλογραφία μεταξύ των δύο ανδρών γίνεται καταφανές ότι και οι δύο εργάζονταν από το προηγούμενο έτος για την προπαρασκευή του Αγώνα χρησιμοποιώντας συμβολικές φράσεις. Κατά τη συνάντηση αυτή αφού έλαβε συγκεκριμένες οδηγίες για την Πελοπόννησο, μετέβη σ’ αυτή τον Φεβρουάριο όπου και συνάντησε τους επισκόπους Παλαιών Πατρών Γερμανό, του Ναυπλίου Γρηγόριο και τον Τριπόλεως Δανιήλ. Στη συνέχεια στις 11 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην Αντίκυρα, επιστρέφοντας στην επισκοπή του και από εκεί στη Λιβαδειά όπου και συνάντησε τους εκεί ευρισκόμενους επισκόπους Διονύσιο Β΄ των Αθηνών και τον Νεόφυτο Ταλαντίου. Στη συνέχεια συναντήθηκε με τον Αθανάσιο Διάκο που την εποχή εκείνη έχαιρε της εμπιστοσύνης του τοπάρχη Καρά Ισμαήλ-μπεη, ενώ ήλθε σε συνεννόηση με τους προκρίτους της περιοχής.

 

H επανάσταση των Σαλώνων

 

Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Ησαΐας μαζί με τον αδελφό του και τον ηγούμενο της Μονής Οσίου Λουκά Χατζή βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον Πατριάρχη. Στις 11 Μαρτίου επιστρέφει και αποβιβάζεται κρυφά στην Αντίκυρα. Ανεβαίνει στη Μονή Οσ. Λουκά όπου τον περιμένει ο Αθανάσιος Διάκος. Στον εσπερινό ορκίζεται πρώτος ο ίδιος και μετά ορκίζει στην Επανάσταση το ασκέρι του Διάκου. Στη συνέχεια πηγαίνει στα Σάλωνα και συνεννοείται με τον Πανουργιά. Φτάνουν όπλα και πολεμοφόδια από το Γαλαξίδι και μοιράζονται στα σπίτια των προυχόντων. Στις 24 Μαρτίου ο Ησαΐας ευλογεί και πάλι τα όπλα των ανδρών του Πανουργιά στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Παρευρίσκονται και οι προεστοί των Σαλώνων Αναγνώστης Γιαγτζής, Αναγνώστης Κεχαγιάς και Ρήγας Κοντορήγας. Στις 25 Μαρτίου ο Γκούρας καταλαμβάνει το Γαλαξίδι και στις 28 ο Σκαλτσοδήμος το Λιδωρίκι. Την 26η Μαρτίου ο Ησαΐας φτάνει πάλι στον Οσιο Λουκά όπου βρίσκεται και ο Διάκος. Γίνεται δοξολογία και την επομένη οι ένοπλοι φεύγουν για τη μάχη. Στις 27 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία του κάστρου των Σαλώνων από τους επαναστάτες του Πανουργιά, ενώ στη πόλη συγκροτήθηκε “ελληνική διοίκηση”. Την ίδια ημέρα πραγματοποιείται η επίσημη έναρξη του Αγώνα από τον Ησαΐα Σαλώνων, ορκίζοντας τους επαναστάτες μαζί με τους άλλους δύο επισκόπους στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, που είχε καταστεί η “Αγιά Σοφιά της Ρούμελης”, καθώς και στα μοναστήρια Προδρόμου και Αγίας Παρασκευής, ευλογώντας τα όπλα των συγκεντρωθέντων κατά των Τούρκων αγωνιστών και ουσιαστικά κηρύσσοντας επίσημα την επανάσταση στη Βοιωτία. Την 1η Απριλίου καταλαμβάνεται η Λιβαδειά.

Μετά την πτώση του Κάστρου της Λιβαδειάς την 1η Απριλίου και του κάστρου των Σαλώνων στις 10 Απριλίου (ανήμερα του Πάσχα) στα χέρια των Ελλήνων, ο Ησαΐας σπεύδει να συναντήσει τον Διάκο και τον Δυοβουνιώτη στο Ζητούνι. Συμμετέχοντας στη μάχη της Αλαμάνας ο Ησαΐας, κρατώντας τον Σταυρό ηγήθηκε των Ελλήνων αγωνιστών, αλλά στη σύγκρουση με τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη στο ύψωμα Χαλκωμάτα, τραυματίζεται θανάσιμα. Μαζί σκοτώνεται και ο αδελφός του, ο ιερέας γνωστός ως παπα-Γιάννης.

Οι Τούρκοι απέκοψαν το κεφάλι του νεκρού του Ησαΐα, του αδελφού του και άλλων αγωνιστών και τα απόθεσαν απέναντι από τον Διάκο, κατά τη διάρκεια της μαρτυρικής εκτέλεσής του με ανασκολοπισμό στη Λαμία, ενώ μετά τον θάνατο του Ελληνα στρατηγού τα πέταξαν σε ένα ρέμα μαζί με τη σορό του εκτελεσμένου. Το 1916 προς τιμή του Ησαΐα και του αδελφού του στήθηκε μαρμάρινος σταυρός κοντά στη βρύση που λέγεται “Δεσποτόβρυση”, πάνω στον παλαιό δρόμο Αμφισσας-Λαμίας. Στο ηρώο υπάρχει η ακόλουθη επιγραφή:

 

Ο Βαλαωρίτης ως επίλογο στο τρίτο άσμα του Αιακού βάζει αυτούς τους στίχους:

 

«...Στ’ αγέρι κρεμασμένα ωσάν καντήλια τ’ ουρανού, αποβραδίς δυο φώτα εφάνηκαν στη σκοτεινιά... Κανείς δεν τάχε ανάψει... Κ’ ένας που πέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης, κ’ είδε το θάμμα κ’ έδραμε, στη λάμψη δυο κεφάλια ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά... τώνα του Παπαγιάννη και τάλλο του Δεσπότη του. Γονατιστός εμπρός τους έμειν’ ο γέρος κ’ έκλαψε. Τους έρριξε τρισάγιο τα φίλησε στο μέτωπο και με το δοκανίκι έσκαψε λάκκο κ’ έθαψε τ’ αχώριστα τ’ αδέρφια. Βλογάει το χώμα τρεις φοραίς...  Εκαμε το σταυρό του και χάνεται στην ερημιά... Εσβήστηκαν τα φώτα».

 

Μουσείο Δεσπότη Σαλώνων Ησαΐα

 

Το μουσείο σε μνήμη του Δεσπότη Σαλώνων Ησαΐα στεγάζεται σε κτήριο το οποίο κατασκευάσθηκε επί του οικοπέδου που βρισκόταν η πατρική κατοικία του ιερέα, στη Δεσφίνα της Φωκίδας. Το οίκημα δημιουργήθηκε από τον πρώην δήμο Δεσφίνας (πλέον Δημοτική Ενότητα Δεσφίνας του Δήμου Δελφών) σε συνεργασία με την πρώην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας και τη συνδρομή του “Συλλόγου των Εν Αθήναις και Απανταχού Δεσφινιωτών ο Ησαΐας”, υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Φωκίδας. Τα εγκαίνια του μουσείου πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 28 Ιουλίου του 2013 παρουσία όλων των αρχών του νομού. Στο μουσείο εκτίθενται προσωπικά είδη του Δεσπότη (εγκόλπιο, ιερό Ευαγγέλιο) καθώς και πιστά αντίγραφα από τα άμφιά του. Επίσης συγγράματα και πίνακες εποχής, ενώ σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο προβάλλεται δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ με το έργο και την πορεία του.




 

Κωνστάντιος Μαρωνείας

 

Υπήρξε ιεράρχης της Μαρωνείας Ροδόπης. Γεννήθηκε γύρω στο 1770 στα Μαδεμοχώρια Χαλκιδικής. Σπούδασε στο Αγιο Ορος και στις αρχές της δεκαετίας του 1800 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε στο Φανάρι πρεσβύτερος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αργότερα έλαβε το Οφφίκιον του αρχιμανδρίτη. Στις 3 Οκτωβρίου του 1810 παραιτήθηκε από τη Μητρόπολη Μαρωνείας και Θάσου (τότε) ο Μητροπολίτης Νεόφυτος. Ετσι, στις 10 Οκτωβρίου του ίδιου έτους η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εξέλεξε νέο Μητροπολίτη τον Κωνστάντιο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία λίγο πριν την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και μύησε πολλούς στην περιοχή του νομού Ροδόπης, στη Μάκρη και στη Σαμοθράκη. Στα τέλη Απριλίου του 1821, αφού εξέγειρε τους κατοίκους της περιοχής Ροδόπης, αποχώρησε από τη Μαρώνεια παίρνοντας μαζί του αρκετούς οπλισμένους άντρες από τη γύρω περιοχή και ιδιαίτερα από τη Μαρώνεια και τη Μάκρη, με κατεύθυνση τη Θάσο που υπαγόταν τότε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητρόπολης Μαρωνείας. Στη Θάσο, σε συνεργασία με τον πρόκριτο του νησιού και Φιλικό Χατζηγιώργη Μεταξά, οργάνωσαν την εξέγερση της νήσου κατά του Οθωμανικού ζυγού και στη συνέχεια αποχώρησε με κατεύθυνση το Αγιο Ορος. Στις 23 Μαρτίου του 1821 αποβιβάστηκε με τον ιατρό Ευάγγελο Μεξικό στο Αγιο Ορος με καράβια του Αινίτη Χατζηαντώνη Βισβίζη, επικεφαλής σώματος Θρακιωτών και Θασιτών αγωνιστών, προκειμένου να ενισχύσει τις προσπάθειες του Εμμανουήλ Παπά που βρισκόταν ήδη από διμήνου στη Μονή Εσφιγμένου.

Στις 17 Μαΐου του 1821 κηρύχτηκε επίσημα η επανάσταση στη Μακεδονία σε θρησκευτική τελετή στην οποία χοροστάτησε ο Κωνστάντιος, στη Μονή Εσφιγμένου. Στη συνέχεια ο Κωνστάντιος ακολούθησε μαχόμενος τα στρατεύματα υπό τον Εμμανουήλ Παπά στον ισθμό του Αθω, στην Ιερισσό και στα Μαδεμοχώρια. Στη Μάχη της Ιερισσού οι Ελληνες επαναστάτες υπό τον Εμμανουήλ Παπά κατατρόπωσαν τις Οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Γιουσούφ πασά. Εν τω μεταξύ ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ είχε στείλει τον Σερασκέρη (βεζίρη επί των στρατιωτικών) Μεχμέτ Μπαϊράμ πασά να καταστείλει την επανάσταση στη Νότιο Ελλάδα. Ο Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς βρισκόταν καθ’ οδόν μεταφέροντας στρατεύματα από τη Μικρά Ασία προς τη Θράκη και τη Μακεδονία με τελικό προορισμό τη Νότιο Ελλάδα, όταν μετά από έκκληση του Γιουσούφ μπέη της Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε από τον Σουλτάνο να αντιμετωπίσει τους επαναστάτες της Χαλκιδικής. Το σώμα των επαναστατών ακολούθησε δύο κατευθύνσεις: ο κύριος όγκος υπό τον Εμμανουήλ Παπά κατευθύνθηκε προς τον Πολύγυρο, ενώ ο Κωνστάντιος, επικεφαλής μικρής δύναμης, απέκλεισε τα Στενά της Ρεντίνας (Μακεδονικά Τέμπη), προκειμένου να αποκόψει την επικοινωνία του κύριου όγκου του Οθωμανικού στρατού της Μικράς Ασίας με την Ελληνική ενδοχώρα. Στη Μάχη της Ρεντίνας που διεξήχθη στις 15 Ιουνίου, ο Σερασκέρης Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς, επικεφαλής 20.000 πεζών και 3.000 ιππέων κατατρόπωσε το Ελληνικό επαναστατικό σώμα υπό τον Κωνστάντιο, το οποίο αποτελούνταν από μερικές εκατοντάδες μαχητές. Η σημασία της μάχης ήταν μεγάλη όμως, γιατί καθυστέρησε τους Οθωμανούς να αναλάβουν δράση στη Νότιο Ελλάδα. Μετά τη μάχη ακολούθησαν σφαγές στις κώμες και τα χωριά της Βόρειας Χαλκιδικής.

 

Στη Μάχη της Ρεντίνας ο Κωνστάντιος τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά αποφεύγοντας τη σύλληψη κατάφερε να διαφύγει στο Αγιο Ορος. Από εκεί και με κλονισμένη την υγεία του συνέχισε να επικοινωνεί με τον στρατηγό Εμμανουήλ Παπά και να συντονίζει τις κινήσεις των επαναστατών. Τελικά, κατέληξε από τα τραύματά του στα τέλη Οκτωβρίου του 1821, ενώ νέος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου εκλέχτηκε ο Δανιήλ. Οταν στις 15 Δεκεμβρίου του 1821 ο Μεχμέτ Εμίν Εμπού Λουμπούτ πασάς της Θεσσαλονίκης εισήλθε στο Αγιο Ορος, ζήτησε να ανοιχτεί ο τάφος του Κωνστάντιου για να πεισθεί ιδίοις όμμασι ότι είναι νεκρός. Στον προαύλιο χώρο του ιερού ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Κομοτηνή έχει στηθεί ο ανδριάντας του.


 

Πορφύριος, Μητροπολίτης Αρτης

 

Γέννηση: Ο Πορφύριος, γεννημένος στα Μουδανιά της Βιθυνίας, εξελέγη Μητροπολίτης Ναυπάκτου, Αρτης και Πρεβέζης το 1806 και ανέπτυξε σχέσεις με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ωστόσο το 1820 εξέπεσε από το μητροπολιτικό αξίωμα και εξορίστηκε στο Αγιο Ορος. Με την κήρυξη της Επανάστασης διέφυγε στην επαναστατημένη χώρα (καλοκαίρι 1821) και με απόφαση της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος ανέλαβε εκ νέου επισκοπικά καθήκοντα. Τον Μάρτιο του 1823 συμμετείχε στη Β΄ Εθνοσυνέλευση ως πληρεξούσιος της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και αμέσως μετά εξελέγη παραστάτης της επαρχίας Βλοχού στο Β΄ Βουλευτικό. Τον Απρίλιο του 1826 συμμετείχε ως πληρεξούσιος της ίδιας επαρχίας στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, η οποία τον διόρισε στην επιτροπή επί των Θρησκευτικών (8.4.1826) και λίγες ημέρες αργότερα (12.4.1826) εξελέγη μέλος της Επιτροπής της Συνελεύσεως. Κατά τους πρώτους μήνες του 1827 συμμετείχε στη Συνέλευση της Αίγινας χωρίς στη συνέχεια να μεταβεί στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Από τον Αύγουστο του 1827 διετέλεσε μέλος της Βουλής έως την αυτοδιάλυσή της τον Ιανουάριο του 1828. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εξακολούθησε να ασκεί τα μητροπολιτικά του καθήκοντα στην Ακαρνανία έως τον θάνατό του στο Μεσολόγγι στις 18 Αυγούστου 1838.


 

Ο Διονύσιος Καλλιάρχης, ή Διονύσιος ο Καλλιάρχης

 

Καταγόταν από τη Χίο και από νωρίς ακολούθησε την ιεροσύνη. Το 1794 χειροτονήθηκε επίσκοπος όπου και ανέλαβε Mητροπολίτης Λαρίσης. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1803 έως ότου τοποθετήθηκε μητροπολίτης Εφέσου.

Οταν εκδηλώθηκε η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν ήδη Μητροπολίτης Εφέσου και συνοδικός επίσκοπος στην Κωνσταντινούπολη. Κατηγορήθηκε από τους Οθωμανούς ως υποκινητής της επανάστασης των Ελλήνων, όταν αρνήθηκε μεταξύ άλλων Μητροπολιτών να επικυρώσει την εγκύκλιο με τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο, αρνούμενος ακόμα και τη δημόσια ανάγνωσή της. Οι τουρκικές αρχές τότε τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Δέρκων Γρηγόριο, Αγχιάλου Ευγένιο, Νικομηδείας Αθανάσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.

Την ημέρα του Πάσχα, 10 Απριλίου 1821, μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε΄ στην κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι Τούρκοι στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων μετέφεραν τον Διονύσιο και τους Μητροπολίτες Αγχιάλου Ευγένιο και Νικομήδειας Αθανάσιο σε διάφορα σημεία της πόλης όπου και τους απαγχόνισαν. Στο δε στήθος και των τριών Μητροπολιτών έφεραν υβριστική επιγραφή ως προδότες και αποστάτες.

Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά δε την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους, στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και ετάφησαν, κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου. Ακολούθησαν, στις 3 Ιουνίου 1821, οι απαγχονισμοί των υπόλοιπων φυλακισμένων Μητροπολιτών σε διαφορετικά σημεία της Κωνσταντινούπολης: του Μητροπολίτη Τυρνόβου Ιωαννικίου στο Αρναούτκιοϊ, του Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Δωροθέου στο Μέγα Ρεύμα, του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωσήφ στο Νεοχώρι και τέλος του Μητροπολίτη Δέρκων Γρηγορίου στα Θεραπειά.

O Διονύσιος Καλλιάρχης διακρινόταν για την αγάπη του στην παιδεία αλλά και τη μουσική του καλλιέργεια. Ιδρυσε σχολεία στη Λάρισα, την Εφεσο καθώς και μουσική σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Στο δε ενεργητικό του εντάσσεται και η μεγάλη υποστήριξη που παρέσχε στους Κωνσταντίνο του εξ Οικονόμων και Βενιαμίν τον Λέσβιο, καθώς και οι ιδιαίτερες προσπάθειες που κατέβαλε για την εισαγωγή νέας μουσικής μεθόδου στην εκκλησιαστική μουσική.