Η περίοδος της Ιταλοκρατίας, αν και πολύ σύντομη χρονικά, αποτελεί την κρισιμώτερη περίοδο της καθόλου Ιστορίας της Δωδεκανήσου, γιατί ο νέος κατακτητής, διαφορετικός τελείως από τον προηγούμενο, που δεν ήταν μάλιστα χριστιανός, μετήλθε καταχθόνια μέσα και σχέδια, για να επιτύχει την αλλοίωση της εθνικής συνείδησης και την εγκατάλειψη της πατρώας πίστης των Δωδεκανησίων, με σκοπό την  μόνιμη προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ιταλία, γεγονός το οποίο μόνο με τον αφελληνισμό και την μεταστροφή του λαού στην Ρωμαιοκαθολική Eκκλησία μπορούσε να υλοποιηθεί.

Η Ιταλοκρατία διαδέχεται την Τουρκοκρατία, κατά την οποία η Εκκλησία ασκούσε εθναρχικό ρόλο. Ο νέος κατακτητής αμφισβήτησε τον ρόλο αυτό της Εκκλησίας και θέλησε να την περιορίσει στην καθαρά πνευματική λειτουργία της. Ο αγώνας της Εκκλησίας επικεντρώθηκε στην διατήρηση των προνομίων της προηγουμένης περιόδου, γιατί προέβλεψε ότι αν παραιτούνταν θα άφηνε το πλήρωμα της έρμαιο στις διαθέσεις του νέου κατακτητού με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα την απώλεια της εκκλησιαστικής και εθνικής του συνείδησεως. Από την ἀλλη το αίτημα της ενώσεως με την Ελλάδα αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα των διαφόρων γεγονότων. Επιπλέον το ζήτημα του λεγομένου Αυτοκεφάλου για ένα μεγάλο χρονικό διαστημα επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξη των πραγμάτων και δημιούργησε αιματηρές πληγές στο σώμα της Δωδεκανήσου.

Η Ιταλία, αφού πέτυχε στα μέσα του 19ου αιώνα την εθνική της ενότητα με βάση τις αρχές των εθνοτήτων και του φιλελευθερισμού, μετά πάροδο μερικών δεκαετηρίδων, ελησμόνησε τις αρχές αυτές. Κάτω από τον «πυρετό» της αποικιοκρατίας, που είχε καταλάβει τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, η Ιταλία επιδίδεται στη δημιουργία αποικιακού κράτους.

 

Έτσι στα τέλη του 19ου αιώνα καταλαμβάνει την Ερυθραία και τη Σομαλία, στην Ανατολική  Αφρική που αργότερα (1933) τις χρησιμοποιεί σαν ορμητήρια για την κατάληψη της Αβησσυνίας. Στη συνέχεια, καθώς επίκειται η διάλυση της Οθωμανικής Αυτορατορίας, η Ιταλία κινείται με κάθε τρόπο για να αρπάξει ότι της επιτρέπουν οι περιστάσεις και οι αντιζηλίες των άλλων Δυνάμεων.

Την 5  Νοεμβρίου 1911 προβαίνει στην προσάρτηση της Τριπολίτιδας και της Κυρηναΐκής, ενώ είχε ήδη κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας.

Ο Στρατηγός Ι. Αμέλιο καταλαμβάνει, την 26 Απριλίου 1912, την Αστυπάλαια, την 8 Μαΐου την Χάλκη, την 12 Μαΐου την Τήλο, Λέρο, Πάτμο και Κάλυμνο και εντός του Μαΐου την Κάρπαθο και τα υπόλοιπα νησιά.

Η Ρόδος καταλαμβάνεται στις 4 Μαΐου 1912, ημέρα Κυριακή, βοηθούντων των κατοίκων, οι οποίοι είδαν τους ομοθρήσκους Ιταλούς ὡς απελευθερωτές των νησιών. Ως δικαιολογία, δίδεται από την Ιταλία, ο εξαναγκασμός της Τουρκίας να αναγνωρίσει την προσάρτηση της Λιβύης και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης.

 

Οι Ιταλοί αποβιβάζουν 15.000 άνδρες στις Καλυθιές, πίσω από το ακρωτήριο Βόδι (στο σημερινό «Φαληράκι») και με τη συμπαράσταση των κατοίκων εισέρχονται στην πόλη από το Ροδίνι προς την Αγία Αναστασία.

Ο Αμέλιο εξέδωσε διάγγελμα την 5 Μαΐου 1912 με το οποίο χαιρετίζει το φίλο Δωδ/κό λαό και υπόσχεται σεβασμό «προς τους νόμους και τα έθιμα του πολιτισμένου κόσμου».

Ο Μητροπολίτης Ρόδου Βενιαμίν, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης, επεσκέφθη τον Αμέλιο ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι «μετά την λήξιν του Ιταλοτουρκικού πολέμου… τα νησιά θα λάβουν αυτόνομο πολίτευμα όπως η Σάμος» λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ο Τούρκος δεν θα επιστρέψει ποτέ.

Εν άργησαν όμως να φανούν οι πραγματικές προθέσεις των Ιταλών και ότι η κατάληψη των Δωδ/σων δεν ήταν «προσωρινή». Απαγορεύτηκαν οι σημαιοστολισμοί των ναών, η τελετή της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού κατά την εορτή των Θεοφανειών(6 Ιαν. 1913), και άλλα δείγματα της Ιταλικής υστεροβουλίας.

Διαγραφόταν δε νεος ζυγός βαρύτερος και πιο επικίνδυνος από τον τουρκικό για δυο κυρίως λόγους:

α. Με το νέο κατακτητή δεν είχαμε διαφορά θρησκείας αλλά δόγματος μόνον.

β. Οι Ιταλοί ήσαν λαός πολιτισμένος και ήταν ευκολώτερο να δελεάσουν, να παρασύρουν ή να εξαγοράσουν συνειδήσεις.

Σαν πρώτη αντίδραση του Ροδιακού Λαού χαρακτηρίζεται το γεγονός του αιτήματος της Δημογεροντίας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο να ανακληθεί ο Μητροπολίτης Βενιαμίν γιατί ήταν ιταλόφιλος. Ηταν το πρώτο μελανό σημείο στην εκκλησιαστική ζωή κατά την περίοδο αυτή. Δεν γνωρίζουμε τις πραγματικές διαθέσεις του Μητροπολίτου Βενιαμίν, πάντως ήταν το πρώτο ρήγμα στις σχέσεις Μητροπολιτών Δωδεκανήσου και λαού, το οποίο δημιούργησε ένα πολύ κακό προηγούμενο και επέδρασε αρνητικά στους επομένους χρόνους. Τον Βενιαμίν διεδέχθη ο Αρχιγραμματεύς της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Απόστολος Τρύφωνος  ο οποίος έφτασε στη Ρόδο την 1η Απριλίου 1914, την Μεγάλη Τρίτη, δέκα μήνες μετά εκλογή του. Αιτία της καθυστερήσεως ήταν η δυσαρέσκεια των Ιταλικών Αρχών για την ανάκληση του Βενιαμίν. Οι Ιταλοί αρνούνταν να δεχθούν τον νέο Μητροπολίτη.

 

Τελικά με τη μεσολάβηση του Σεραφείμωφ,  υπαλλήλου της Ρωσικής  πρεσβείας στην Κων/πολη, επετεύχθη συνάντηση του Αποστόλου με τον Πρέσβυ της Ιταλίας, ο οποίος και προώθησε την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Ο Απόστολος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό κι άρχισε αμέσως να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που ήσαν κυρίως τα επόμενα:

Ένταση σχέσεων Δωδ/σίων –Ιταλών.
Ύπουλη δραστηριότητα προπαγάνδας Καθολικών.
Έλλειψη επαρκώς οργανωμένου μετώπου Αντιστάσεως.
Έλλειψη κλήρου επαρκώς μορφωμένου.
Έλλειψη ομοιομορφίας στην εκπαίδευση.
Έλλειψη επαρκών πόρων και ασυστηματοποίητο υπαρχόντων.
Εντελής χαλάρωση της Διοίκησης των Μονών  και των περιουσιών τους.

Τά ίδια προβλήματα αντιμετώπιζαν, δε μικρότερο βέβαια βαθμό και οι άλλοι Μητροπολίτες της Δωδεκανήσου, οι οποίοι προσπαθούσαν να κρατήσουν λεπτές ισορροπίες και βρίσκονταν σε μια διαρκή σχοινοβασία. Όλα αυτά αντιμετωπίστηκαν με σύνεση και αποφασιστικότητα, πράγμα που είχε ευνοΐκά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια. Ο Απόστολος αποκήρυξε τους μικτούς γάμους που δεν ετελούντο ορθοδόξως και "αι κόραι των καλών οικογενειών έκλεισαν ερμητικώς τας θύρας και τας καρδίας προς  τους ερωτύλους επωμιδοφόρους" Ιταλούς.

Με την τύχην της Ρόδου, την εποχήν εκείνην, ασχολήθηκε και ο Γ.  Σουρής  που δημοσίευσε στο φύλλο 1242 της 12/1/1913 του «Ρωμιού» τους κάτωθι στίχους:

«Τον Αμέλιο κι εγώ 

πάλι τον δοξολογώ 

Ρόδα στρων᾿ η Ρόδος ᾿μπρός του,

τον φωνάζει τζόγια μία, 

κι ευτυχείς οι κάτοικοι της 

τρων σαράντα παρά μια.

 

Μήτε σ᾿ Εκκλησίαις αφίνει 

να λειτουργηθούν σαν πρώτα,

μήτε Σχόλαις να γιορτάσουν 

και Χριστούγεννα και φώτα, 

και θρησκείας στραπατσάρει 

και πατρίδος  ιερά, 

και στης Ρόδου τους αόπλους 

κάνει τον παλληκαρά».

 

Σημαντικό γεγονός της περιόδου αυτής αποτελούν τα Συλλαλητήρια του Πάσχα του 1919, με αίτημα την ενωση με την Ελλάδα. Την πρωτοβουλία στην κίνηση αυτή ανέλαβε η Μητρόπολη Ρόδου και εκεί μυστικά συγκεντρώθηκαν αντιπρόσωποι της Ρόδου και των άλλων νησιών που έμεναν στην Ρόδο για να οργανώσουν συλλαλητήρια. Ο Μητροπολίτης Απόστολος έδειξε τότε μεγάλη δραστηριότητα και περίσκεψη για την οργάνωση και επιτυχία τους. Αποφασίστηκε να συνταχθεί ψήφισμα και να υπογραφεί από ολους τους κατοίκους των νησιών στις Εκκλησίες. Η υπογραφή και η κατάθεση των ψηφισμάτων στις Μητροπόλεις έγινε με τέτοιο αψογο τρόπο ώστε η ιταλική αστυνομία δεν μπόρεσε να προβεί σε συλλήψεις, αν και υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε. Είχε οριστεί να διαβαστεί το δημοψήφισμα την ημέρα του Πάσχα (7-4-1919) και ο λαός να ζητωκραυγάσει για την ενωση. Ο λαός της Δωδ/σου προέβη σε όλα τα νησιά σε ογκώδη Συλλαλητήρια, με τα εξαπτέρυγα και τις εικόνες μπροστά και τους ιερείς με πλήρη ιερατική αμφίεση, διατρανώνοντας την επιθυμία του για Ένωση με τη Μητέρα Πατρίδα. Τα γεγονότα ξεκίνησαν μετά την ακολουθία του Εσπερινού την ημέρα του Πάσχα με αποτέλεσμα συλλήψεις και τους φόνους  του Ιερέα Οικ. Παπά-Λουκά και μιας αθώας Οικοδέσποινας της Ανθούλας Ζερβού στο χωριό Βιλλανόβα (σημ. Παραδείσι).

Τα γεγονότα αυτά πήραν μεγάλη δημοσιότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να κάμη η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση τη συμφωνία Τιττόνι-Βενιζέλου  στις 29 Ιουλίου 1919, στο Παρίσι, σύμφωνα με την οποία παραχωρούσε τα Δωδ/σα στην Ελλάδα, εκτός της Ρόδου όπου θα γινόταν δημοψήφισμα μετά 5 χρόνια. Την συνθήκη αυτή κατήγγειλε στις 22 Ιουλίου 1920 ο Υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Σφόρτσα. Επακολούθησε η συνθήκη των Σεβρών με αποτέλεσμα νέα συμφωνία  Bonino- Βενιζέλου που επικύρωνε την Τιττόνι-Βενιζέλου. 

Μετά τα γεγονότα του αιματηρού Πάσχα του 1919 ο Μητροπολίτης Απόστολος εξορίζεται το 1921 κατά αρχάς στην Πάτμο και μετέπειτα στην Κωνσταντινούπολη, με την κατηγορία ότι δεν διέκοψε την περιοδεία του στα χωριά για να λάβει μέρος στην υποδοχή του ιταλού διαδόχου. Θα επιστρέψει στη  έδρα του το 1924, κατόπιν πολλων διαβουλεύσεων και πιέσεων. Επίσης ο Καρπάθου Γερμανός εξορίζεται στο Καστελλόριζο(1922). Ο Αμέλιο με τον οποίο ο Καρπάθου ήρθε σε προστριβές, του είπε: «Σεις, Σεβασμιώτατε έπρεπε να γίνετε αξιωματικός και οχι μητροπολίτης». Ο Γερμανός του απήντησε: «Μη λησμονείτε, εξοχωτατε, ότι είμαι αξιωματικός της Εκκλησίας μου».

Καθ̉ ολη την δωδεκαετή αυτή περίοδο η Εκκλησία διατηρεί τα προνόμια της, με όλες τις δυσκολίες βέβαια και τις επεμβάσεις που η νέα κατάσταση  επιβάλλει. Οι Μητροπολίτες ασκούν τον εθναρχικό ρόλο τους, απ̉ αυτούς εξαρτωνται ο κλήρος, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια, είναι  πρόεδροι της Δημογεροντίας και των Σχολικών Εφορειών και δικάζουν υποθέσεις αστικής φύσεως. Τα σχολεία οργανώνονται καλύτερα και διορίζεται διδακτικό προσωπικό. Η Εκκλησία βαστάζει το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για την Εκπαίδευση και ιδρύει επιτροπές οι οποίες διαχειρίζονται το ταμείο, τά έσοδα του οποίου προέρχονται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους από την Εκκλησιαστική περιουσία. Ιδρύονται τα «Βενετόκλειο Γυμνάσιο», η «Αστική Σχολή», η «Αμαράντειος Σχολή», το «Καζούλλειον Παρθεναγωγείον», το «Νηπιαγωγείον» των Αγ. Αναργύρων κ.α.

 

Τό  έτος 1916 υπήρχαν 56 σχολεία στα 44 χωριά και στην πόλη της Ρόδου 11 αστικές σχολές, 18 δημοτικά, 14 Παρθεναγωγεία και άλλα μικτά σχολεία Το σύνολο  των μαθητών ήταν 2.912 και των καθηγητών και διδασκόντων 89.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, η Ιταλία καταγγέλλει τη συμφωνία αυτή. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης(1923) η Τουρκία παραχωρεί στην Ιταλία τα δικαιώματα της στα νησιά κι έτσι  η Ιταλία έμεινε στα Δωδ/σα.

Με τη Συνθήκη της Λωζάννης η Ιταλία εσταθεροποίησε τις θέσεις της στα νησιά της Δωδ/σου και άρχισε να θέτει σε εφαρμογή σχέδια για τον εξιταλισμό τους. Την κατάσταση στα νησιά καθιστά τραγικώτερη η επικράτηση του φασισμού στην Ιταλία (28/10/1922) υπό τον Μουσολίνι.

Το νέο καθεστώς διώρισε Γενικό Διοικητή Δω/σου, τον Μάριο Λάγκο (Φεβ. 1923) ο οποίος ξεκινά συγκεκαλυμμένα στην αρχή, απροκάλυπτα δε στη συνέχεια την προσπάθεια εξιταλισμού των νησιών.

Με την επιστροφή από την εξορία του Αποστόλου, στη Δωδ/σο υπάρχουν οι Μητροπολίτες. Ρόδου Απόστολος, Καρπάθου και Κάσου Γερμανός, Λέρου και Καλύμνου Απόστολος. Η Μητρόπολις Κω χηρεύει με επίτροπο τον Αρχ/τη Φιλήμονα.

Κατά την περίοδο αυτή διατηρείται με νόμο η Ορθόδοξος Εκκλησία χάνει όμως τα προνόμια που είχε κατά την προηγουμένη περίοδο. Ὁ Μητροπολίτης δεν είναι πιά πρόεδρος της Κοινότητος, ούτε της παιδείας. Η Δημογεροντία, η Εφορεία και τά Μικτά δικαστήρια στα οποία προήδρευε ο Μητροπολίτης διαλύονται σιγά-σιγά και οι υποθέσεις διαζυγίων, κληρονομιών κ.λπ. θα δικάζωνται από τα πολιτικά ιταλικά δικαστήρια. Η συμβολαιογραφική εξουσία που είχαν οι Μητροπολίτες καταργείται και η σχετική αρμοδιότητα μεταβιβάζεται στα συμβολαιογραφεία και την Ληξιαρχική Υπηρεσία. Οι κληρικοί περιορίζονται στα καθαρά πνευματικά τους καθήκοντα και πρέπει να είναι Δωδεκανήσιοι. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί από το Εξωτερικό (Ελλάδα, Τουρκία, Αίγυπτο) και για να λείψει κάθε δεσμός με τον άλλο Ελληνισμό, η Εκκλησία πρέπει να ανακυρηχθεί αυτοκέφαλος. Συγχρόνως ιδρύεται Λατινική Αρχιεπισκοπή, που έχει το προβάδισμα στις επίσημες τελετές. Ιταλοί μοναχοί και Μοναχές έρχονται και ιδρύουν σχολεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Για τον εξιταλισμό των νησιών εφαρμόζουν επισήμως το μετρο των μικτών γάμων, δίνοντας μάλιστα και οικονομικό επίδομα, γιατί αυτόματα γίνονταν μεταστροφή στο Ρωμαιοκαθολικό δόγμα και οι περιουσίες τους γίνονταν ιταλικές.

Το μεγάλο όμως ζήτημα αυτής της περιόδου είναι το λεγόμενο αυτοκέφαλο της Εκκλησίας Δωδεκανήσου

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στα Δωδακάνησα με τη συνθήκη της Λωζάνης, απαιτούσε για την ιταλική διοίκηση το χωρισμό της Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να είναι ετσι εύκολη λεία για την ιταλική προπαγάνδα. Το θέμα ξεκινά με έγγραφο του Μάριο Λάγκο προς τον Μητροπολίτη Ρόδου, με το οποίο τονίζεται η αναγκη να κηρυχθεί η Εκκλησία της Δωδεκανήσου αυτοκέφαλος, «δια να έχη την ἀνεξαρτησίαν πρωτοβουλίας». Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν επί της Πατριαρχείας Γρηγορίου του Ζ΄ με την ιταλική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Μητροπολίτη Απόστολο, και την διοίκηση της Ρόδου. Ακολούθησαν επαφές με τους Μητροπολίτες Ρόδου και Καρπάθου για τον σκοπό αυτό. Ο πρώτος είχε μόλις αφιχθεί από την Κωνσταντινούπολη και ο δεύτερος ἀνακλήθηκε από το Καστελλόριζο όπου ήταν εξόριστος. Βασικό επιχείρημα των ιταλών απετέλεσε η περίπτωση της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Εκκλησίας Κύπρου, η οποία βρισκόταν τότε σε παρόμοια κατάσταση με τα Δωδεκάνησα, υπό την Αγγλική διοίκηση.

Το Υπουργείο Εξωτερικων της Ελλάδος μόλις πληροφορήθηκε τις εξελίξεις έδωσε οδηγίες μέσω του Προξενείου σύμφωνα με τις οποίες οι Μητροπολίτες έπρεπε ρητά να δηλώσουν ὄτι ζήτημα αυτοκεφάλου εγείρεται μόνον όταν απευλευθερώνεται τμήμα ορθοδόξου λαού, οπότε τόσο η Εκκλησία όσον και η πολιτεία του νέου Κράτους ζητούν από το Πατριαρχείο την παραχώρηση του Αυτοκεφάλου.

Ο Ρόδου στις ιταλικές πιέσεις απάντησε ότι δεν είναι ο μοναδικός Μητροπολίτης στα Δωδεκάνησα και δεν μπορεί να διαπραγματεύεται εξ ονόματος και των υπολοίπων. Τότε εκλήθησαν και οι άλλοι Μητροπολίτες στην Ρόδο, Καρπάθου και Καλύμνου, ὁ Αρχιμ. Φιλήμων από την Κω, και ο ηγούμενος της Πάτμου. Οι διαπραγματεύσεις των ανωτέρω με την ιταλική διοίκηση κατέληξαν στο ότι το αυτοκέφαλο θα γινόταν με τον όρο να διατηρηθούν τα προνόμια και η Δωδεκάνησος θα αποτελούσε Σύνοδο από 4 Μητροπολίτες και τον Πάτμου με πρόεδρο τον Ρόδου. Αποφασίστηκε να πάει μια επιτροπή στην Κωνσταντινούπολη, αποτελουμένη από τους Μητροπολίτες Ρόδου και Καλύμνου και τον διερμηνέα του Μαρια Λάγκο Πέτρο Μαγκούζο. Οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν, πέθανε όμως ο Πατριάρχης και γύρισαν στα νησιά τους οι Μητροπολίτες. Ἀκολούθησε η εκλογή του Κωνσταντίνου του ΣΤ΄ και λόγω των γνωστών γεγονότων ἐκείνη του Βασιλείου του Γ΄. Συνεχίστηκαν τότε οι διαπραγματεύσεις και ἐκλήθηκαν στην Πολη και οι τρεις Μητροπολίτες. Συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες και η Επιτροπή του Πατριαρχεἰου με τους αντιπροσώπους της ιταλικής πρεσβείας και του Λάγκο είχαν καταλήξει σε συμπεράσματα, τα οποία αποτυπώθηκαν σέ Ἐκθεση της Πατριαρχικής Επιτροπής,  η οποία λαμβάνοντας υπ᾽ όψη την αδιαλλαξία της Ιταλίας (διά του εκπροσώπου της P. Mancuso) και για να περισώσει ότι ήταν ακόμα δυνατόν στο προνομιακό καθεστώς της Δωδεκανήσου, πρότεινε  ότι αν :

Εξασφαλισθούν τα προνόμια της Εκκλησίας της Δωδ/σου.
Εξασφαλισθή η πνευματική και Εκκλησιαστική κυριότης του Οικ. Πατριαρχείου επί της Μονής Πάτμου.
Η πλήρωση των κενών αρχιερατικών θέσεων να γίνει από το Οικ. Πατριαρχείο.

είναι δυνατόν η Ι. Σύνοδος τότε: να συζητήσει το θέμα της εκχωρήσεως του αυτοκεφάλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Δωδ/σου. Συνέταξε μάλιστα (14-10-1926) σχέδιο Πρωτοκόλλου που περιελάμβανε τα κεφάλαια :

Θρησκεία.

Ιερός κλήρος.Δικαστική Δικαιοδοσία των Μητροπόλεων

Διοίκηση των Σχολών και των Κοινοτήτων.

Το Εκκλησιαστικό Ταμείο καθώς επίσης και Σχέδιο Τόμου με 8 άρθρα.

Όλα ήσαν έτοιμα για την υπογραφή του Τόμου, όταν επήλθε ο θάνατος του Πατρ. Βασιλείου  του Γ΄. Ο διαδεχθείς τον Βασίλειον Φώτιος Β΄ ( 7/10/1929) , έθεσε σαν όρο της υπογραφής του Τόμου, να ζητηθεί η γνώμη των Δωδεκανησίων με δημοψήφισμα, πράγμα βέβαια που δεν έγινε αποδεκτό από τους Ιταλούς κι έτσι ματαιώθηκε προς το παρόν η προσπάθεια των ιταλών.

Το Αυτοκέφαλο πολεμήθηκε κι από άλλες πλευρές. Οι Δωδεκανήσιοι Αθηνών, Αιγύπτου και άλλων χωρών του Εξωτερικού άρχισαν έντονη δραση κι ο τύπος με εκρηκτικά άρθρα πολέμησε την απόφαση που θα ήταν μεγάλο πλήγμα για τον Ελληνισμό της Δωδ/σου γιατί η απόσπαση από το Οικ. Πατριαρχείο άφηνε την εκκλησία έρμαιο στις ξένες επιρροές.

Το ζήτημα του Αυτοκεφάλου ἔμεινε στάσιμο με την απάντηση πού έδωσε ο Πατριάρχης Φώτιος, δεν είχε όμως λήξει οριστικά και οι ιταλοί περίμεναν καταλληλότερο χρόνο να το ανακινήσουν η να το ἀνακηρύξουν πραξικοπηματικά, προσανατολιζόμενοι προς μια ουνιτική λύση. Για τον σκοπό αυτό παρείχαν συνεχώς πράγματα στους Μητροπολίτες. Τον Ιούνιον 1934, συνέρχονται στη Ρόδο οι Ρόδου Απόστολος, Καρπάθου Γερμανός, Καλύμνου Απόστολος, Πατρ. Επιτρ. Κώου Αρχ. Φιλήμων και ο Ηγούμενος της Μονής Πάτμου Θεόφιλος. Η σύσκεψη λαμβάνει χώρα στην Ι. Μ. Προφήτου Ηλία, όταν αποφασίζεται η αποστολή υπομνήματος προς το Οικ. Πατριαρχείο με την έμμεση απειλή παραιτήσεως αν δεν ελύετο το Εκκλησιαστικό ζήτημα.

Πριν πάρουν την απάντηση του Πατριαρχείου υποβάλλουν τις παραιτήσεις των στο Οικ. Πατριαρχείο και παράλληλα ζητείται από τους ιερείς και κοινοτάρχες να υπογράψουν έγγραφο με το οποίο θα ζητούσαν από το Πατριαρχείο την μη αποδοχή των παραιτήσεων, πράγμα που θα ερμηνευόταν σαν συναίνεση του λαού για την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου. Για να φανεί δε το «αυθόρμητον» της υπογραφής, οι θρησκευτικοί αρχηγοί μετέβησαν στη Μονή Πανορμίτη στη Σύμη, αναμένοντας την απάντηση του Πατριαρχείου.

Η αντίδραση του λαού υπήρξε γενική με αποκορύφωμα τον πετροπόλεμο της Καλύμνου.

 

Τελικά  το Αυτοκέφαλο ναυάγησε, με αποτέλεσμα την ένταση των μέτρων κατά της Εκκλησίας και των Σχολείων. Καταφύγιο του ελληνικού  στοιχείου εκτός από την Εκκλησία ήταν το Ελληνικό προξενείο  με προεξάρχουσα μορφή τον Έλληνα Πρόξενο Δημήτριο Παπά  και τον αναπληρωτή πρόξενο Ρόδιο γιατρό Ν. Καραγιάννη

Στις 22  Νοεμβρίου 1936 ο Mario Lago παύεται ως αποτυχών στην προσπάθεια εξιταλισμού των νησιών και αντικαθίσταται από τον   De Vecchi ο οποίος προέβη σε αυστηρές παρατηρήσεις προς τον Μ. Lago, επειδή ο λαός μιλούσε ακόμα ελληνικά ύστερα από τόσα χρόνια ιταλικής κατοχής. Όταν το Κοινοτικό Συμβούλιο της Ρόδου ζήτησε να τον επισκεφθεί εθιμοτυπικά , αφού τους ανέκρινε ο Γ. Γραμματέας του, τους έβαλε στην αίθουσα υποδοχής και αντί χαιρετισμού τους είπε : «Από σας, κύριοι, θέλω πειθαρχία, παντού κι από όλους πειθαρχία. Αν παρατηρησω απείθεια σε πάνω από δύο θα τους τουφεκίζω! «Πηγαίνετε! ».

Έτσι αρχίζει μια ζοφερή περίοδος για το λαό της Δωδ/σου με νέες μορφές ηρώων και νέους αγώνες: Καταργείται το Κοινοτικό Συμβούλιο και αντικαθίσταται από ένα κομισσάριο, κατάσχονται τα πηλίκια  στα Γυμνασια, καταργείται η βιβλιοθήκη του Βενετοκλείου Γυμνασίου, καταργείται ο ελληνικός τύπος και όλα τα Ελληνικά Σωματεία, απαγορεύεται η χρήση της ελληνικής  ακόμα και στους δρόμους. Αν φώναζες «στάση» στο λεωφορείο δεν σταματούσε, έπρεπε να πείς  «ferma»και άλλα τέτοια γελοία  τα οποία όμως ανεβάζανε την αποφασιστικότητα  και την αντίσταση του λαού.

Η Εκκλησία αντέδρασε αμέσως με τα κατηχητικά  που τα μετέτρεψε σε Κρυφό Σχολείο. Η Μητρόπολη Ρόδου πήρε την άδεια να διδάσκουν οι θεολόγοι και οι Ιερείς στους ναρθηκες και τους γυναικωνίτες των ναών τα θρησκευτικά στην ελληνική γλώσσα, για να διαβάζουν όμως τα παιδιά τα θρησκευτικά έπρεπε πρώτα να μάθουν τη γλώσσα και έτσι ανοίχθηκε ένα παράθυρο σωτήριο για τον ελληνισμό των νησιών. Ο Απόστολος διώρισε  δασκαλους και δασκάλες ως βοηθούς, οι οποίοι μαζί με τους ιερείς πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους αμισθί.

Σπουδαίο ρόλο στη δύσκολη αυτή εποχή έπαιξε η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής  την οποία ίδρυσε ο Ρόδου Απόστολος  αλλά οργάνωσε και συστηματοποίησε ο «Πρωτοσύγκελλος» Απόστολος Παπαϊωάννου.

 

Η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής κάτω από τη Διεύθυνση του γίνεται σύντομα κέντρο αντιστασιακό όπου η υμνολογία  μας έχει επίκαιρο χαρακτήρα και εθνικό χρώμα. Γι̉ αυτό η λειτουργία της Σχολής με τα  παραρτήματα της στα χωριά ανησυχούσε τους Ιταλούς. Ανησυχητική  ήταν και η δραστηριότητα του Μουσικού χορού  όπως προκύπτει από την άγρυπνη παρακολούθηση της από την Ιταλική Αστυνομία.  Στη Σχολή δίδασκαν ο περίφημος πρωτοψάλτης Ε. Μουτάφης από την Κων/πολη, ο Β. Μελιδόνης και ο Γ. Παπαΐωάννου-Ζίγδης πατέρας του γνωστού πολιτικού Ι. Ζίγδη.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν την περίοδο αυτή οι καθηγητές  του «Ανωτέρου Κατηχητικού» που ίδρυσε ο Μητροπολίτης Απόστολος για να υποκαταστήσει την απαγόρευση των ελληνικών από τον De Vecchi: Δ. Αναστασιάδης (Γυμνασιάρχης), Παντελίδης (Ιστορικός), Σελλάς (Λατιν.), Πουζουκάκης Κανάρης  (θρυλικός θεολόγος), Παπαζαχαρίου (Γαλλικά), Μπακίρης  (θεολόγος), Μαΐλης (Φιλ/γος), Καζούλλης (φυσικός),  Κωνσταντινίδης ( μαθ/κός), Παπαθανάσης ( μαθ/κός), και οι δάσκαλοι : Τοπούζης, Πεταλάς, Μαΐλης κ.α.

Με την κήρυξη του πολέμου συλλαμβάνονται όλοι οι έχοντες ελληνική  υπηκοότητα, 20-60 ετών και κλείνονται στην ταφρο του κάστρου, οπου ζούσαν σε πολύ ανθυγιεινές συνθήκες, μέσα στη βροχή και στην υγρασία.

Η Εκκλησία πάλι έπαιξε το ρόλο της ανακουφίζοντας και δίνοντας τρόφιμα και ρούχα στους κρατουμένους. Το όλο έργο έφεραν σε πέρας με κατάλληλους χειρισμούς ο Μητροπολίτης Απόστολος  και ο  άμεσος συνεργάτης του Διάκονος Απόστολος  ο οποίος με τη νεανική ορμή που τον διακατείχε, όργωνε κυριολεκτικά την επαρχία και με τον πύρινο λόγο του έδινε θάρρος και παρηγοριά τον κατατρεγμένο λαό.

 

Η δεύτερα περίοδος της Ιταλοκρατίας, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει ὡς κύριο άξονα των εξελίξεων το αυτοκέφαλο. Το επίτευγμα του Ρόδου Αποστόλου ήταν ότι κατάφερε, σε συνεργασία με τους υπολοίπους Ἀρχιερείς να μεταφερθεί το ζήτημα στο Πατριαρχείο, εκτός δηλαδή Δωδεκανήσου, και έτσι να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος που οδήγησε στη ματαίωση της προσπάθειας της ιταλικής διοικήσεως.

Παράλληλα η προσφορά της Εκκλησίας εστιάζεται στην καλλιέργεια της εθνικής και εκκλησιαστικής συνειδήσεως, στην ἐκπαίδευση μα τα κατηχητικά και στην φιλανθρωπία. Στο προσκήνιο κυριαρχεί η μορφή του Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος, τόσο μεν λόγω της ισχυρής προσωπικότητας του και της επιρροής που είχε στα γενικότερα ζητήματα της Δωδεκανήσου, όσο και γιατί η Μητρόπολη Ρόδου στη δικαοδοσία της τότε περιελάμβανε το ήμιση του νησιωτικοῦ αυτού συμπλέγματος και βρισκόταν στο κέντρο των εξελίξεων. Αν λάβουμε υπόψιν το γεγονός ότι η Μητρόπολις Κώου ήταν καθ̉ όλο αυτό το διάστημα χηρεύουσα και ὁ Μητροπολίτης Καλύμνου αντιμετώπιζε τα γνωστά προβλήματα ἀμφισβητήσεως στην Επαρχία του γίνεται νομίζω κατανοητή η ανωτέρω παρατήρηση.

Με την είδηση της ανακωχής του Μπαντόλιο, στις 08/09/1943 αρχίζουν αμέσως οι Γερμανοί δράση κατά των Ιταλών. Στα χωριά της Ρόδου και μέσα στην πόλη, στα νησιά, τους καταδιώκουν και τους σκοτώνουν αλύπητα, ενώ οι Έλληνες αισθάνονται οίκτο για τη μεταχείρηση αυτή και προσπαθούν να τους κρύψουν από ανθρωπισμό, λησμονώντας τη διαγωγή τους στα περασμένα.

Με την επικράτηση των Γερμανών στη Ρόδο δόθηκε άδεια να λειτουργήσουν ελεύθερα τα Κατηχητικά Σχολεία  με όλην την αντίδραση των υπαλλήλων της Ιταλικής Αστυνομίας. Οι Γερμανοί θεωρούσαν πια τους Ιταλούς σαν εχθρούς. Ξεκίνησε και ενισχύθηκε το «Ανώτερο Κατηχητικό» με γυμνασιακά μαθήματα στο οποίο δίδασκαν οι προαναφερθέντες καθηγητές. Επέτρεψαν οι Γερμανοί την έκδοση του θρησκευτικού περιοδικού «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ» του οποίου Διευθυντής και υπεύθυνος ήταν ο Πρωτοσύγκελλος Απόστολος.

 

Την περίοδο αυτή σημειώνονται οι λεηλασίες και οι καταστροφές ι. Μονών και Ναών, κλοπή κειμηλίων, εξορίες εκκλησιαστικών ανδρών και η εκτέλεση του Ηγουμένου της Μονής Πανορμίτου Χρυσάνθου Μαρουλλάκη.

Το πιο τραγικό γεγονός της περιόδου αυτης είναι η φοβερή  πείνα στη Ρόδο από 1944-1945. Αυτή προήλθε από τον πολλαπλασιασμό των αναγκών σε τρόφιμα για το γερμανικό στρατό, από τον αποκλεισμό της Ρόδου από τους Συμμάχους, από τη μεταφορά του ελαιολάδου στη Γερμανία, κ.α.

Οι Μητροπολίτες μετά από σύσκεψη απεφάσισαν να αποταθούν στο εν Γενεύη Διεθνές Κομιτάτο του Ερυθρού Σταυρού. Στις σελίδες 36-53 των «Απομνημονευμάτων» του Μητροπολίτου Ρόδου Αποστόλου περιγράφονται τα τραγικά γεγονότα και οι θάνατοι από πείνα μέσα στους δρόμους. Πολλοί  κατέφυγαν στα χωριά, όπου υπήρχε ελπίδα να βρεθεί κάτι για επιβίωση. Δραματικές εκκλήσεις για βοήθεια από τον Μητροπολίτη Ρόδου. Οι τηλεπικοινωνίες των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής τίθενται στη διάθεση  του λαού για να ζητήσει βοήθεια  .

Τα πρώτα τηλεγραφήματα αυτού του δραματικού χειμώνα απευθύνονται από τον Μητροπολίτη Απόστολο στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο και στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό: «Πληθυσμός Ρόδου σε συννενόηση με Ερυθρό Σταυρό, αναμένει αγωνιωδώς σάκους αλεύρου…». Ο ίδιος ο Γερμανός διοικητής Otto Wagener  συμμετέχει σ᾽ αυτή την προσπάθεια. Αυτό θα τον σώσει αργότερα στο δικαστήριο (στρατοδικείο) της Ρώμης. Ακόμα και τα στοιχεία της φύσης είναι ενάντια στο λαό που υποφέρει. Καθημερινά βρέχει και το κρύο ανυπόφορο.

«Είναι οι μεγάλες  στιγμές του Μητροπολίτη Αποστόλου» λέει ο Κ. Τσαλαχούρης: «Δε διαφέρει από εκείνο τον Εθνεγέρτη του 1918-1919».  Την ίδια δραματική έκκληση απέυθύνει ο Απόστολος στο Φανάρι και στους απανταχού έλληνες, για βοήθεια.

Εζητήθη  βοήθεια από τη Σύμη την οποία κατείχαν οι Άγγλοι, ο δε Πρωτοσύγκελλος της Ροδου ετοιμαζόταν να μεταβει στη Αίγυπτο όπου υπήρχε ανθούσα ροδιακή παροικία αλλά το ταξιδι ματαιώθηκε.

Η κατάσταση βελτιώνεται και ομάδες και επιτροπές υπό την προεδρία του Μητροπολίτου Αποστόλου περιοδεύουν τα χωριά και διανέμουν τρόφιμα. Η διάσωση του λαού από την λιμοκτονία και τις αρρώστιες είναι ένα ακόμη επίτευγμα του Μητροπολίτου Αποστόλου.

Ακολουθεί η απελευθέρωση της Δωδεκανήσου. Μεγάλο γεγονός της περιόδου αυτής αποτελεί η άφιξη στη Ροδο του Αντιβασιλέως Δαμασκηνού την 15η Μαΐου 1945: Σκηνές απερίγραπτης χαράς!  Ο Μητροπολίτης Απόστολος  τον υποδέχεται γονυκλινής ενδεδυμένος την Αρχιερατική του στολή. Όρθιος τον προσφωνεί ο Πρωτοσύγκελλος Απόστολος: «Ευγνώμων και στοργική η θυγάτηρ Ρόδος, γονυκλινής υποδέχεται την πολυπόθητον και φιλόστοργον ένδοξον μητέρα Ελλάδα…». Αντιφωνεί ο Δαμασκηνός : «Ευλογώ το όνομα του Κυρίου ότι εν τη απείρω ευδοκία Αυτού επεφύλαξε μοι τον υψηλόν κλήρον να έλθω σήμερον εις την ωραίαν πόλιν της Ρόδου, την ένδοξον μητρόπολιν  της Ελευθέρας Ελληνικής Δωδ/σου».

Η Εκκλησία παρούσα σ᾽ όλη αυτή την δύσκολη περίοδο. «Την υγράν» διοδεύει «ωσεί ξηράν» για να ανακουφίσει το λαό. Μεγάλο πρόβλημα της εποχής είναι το επισιτιστικό καί το της υγείας. Στο έργο του Κ. Τσαλαχούρη,  «Σελίδες ιστορίας», περιγράφονται με ενάργεια η δράση της Εκκλησίας και των Ροδίων γιατρών για αντιμετώπιση της καταστάσεως. Όλα κάτω από το άγρυπνο μάτι και τον συντονισμό από την Εκκλησία.

Ακολούθησαν τα γεγονότα της παραιτήσεως των Μητροπολιτών Ρόδου και Καλύμνου και ο θάνατος του Καρπάθου Γερμανού, ὁ οποίος επήλθε από τις κακουχίες που υπέστη. Η Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου ἄλλαξαν σελίδα με την εκλογή νέων Ιεραρχών. Κανείς όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα πρόσωπα που βάσταξαν τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετό της νυκτός κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής αδικήθηκαν. Βρέθηκαν στην δίνη των περιστάσεων και πραγματικά θυσιάστηκαν για τον λαό τους. Ἀνεξαρτήτως όμως προσώπων η Εκκλησία στάθηκε στο υψος των περιστάσεων και απέβη η σωστική κιβωτός για τον λαό της Δωδεκανήσου. Ισως σε καμιά άλλη περίοδο της ιστορίας της δεν διαδραμάτισε τόσο σημαίνοντα ρόλο όσο κατά την Ιταλοκρατία.