«Μεθ’ ημών αψευδώς επηγγείλω έσεσθαι»
Μετά την Ανάσταση οι μαθηταί «εμνήσθησαν των ρημάτων αυτού» ¹⁰. Μόνο από μακριά φαίνεται καθαρά το μυστήριο της σωτηρίας. Μόνο οι Προφήται, πριν γίνουν τα γεγονότα, τα βλέπουν. Και η Εκκλησία μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή ζει με τον Κύριο και Τον γνωρίζει όντως ως πλήρωμα αιωνίου ζωής.
Τώρα καταλαβαίνουμε ότι έπρεπε να έλθει ο Κύριος, να σαρκωθεί. Και ήταν η επίσκεψή Του αυτή θεοφάνεια: «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών» ¹¹. Έπρεπε να πάθει, να σταυρωθεί, για να νικήσει τον θάνατο: «Ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν αυτού;» ¹²
Έπρεπε να φύγει, για να Τον γνωρίσουμε. Αν δεν έφευγε, δεν θα ερχόταν το πανάγιον Πνεύμα θα έμενε άγνωστος για μας ο Κύριος. Θα Τον χάναμε.
Έπρεπε να αναληφθεί, να πορευθεί προς τον Πατέρα, για να φανερωθεί όντως εν Πνεύματι: «Ο … Ιησούς … εν Πατρί ων μάλλον φαίνεται».
Όταν ήλθε, μας χαροποίησε, μας φώτισε. Όταν έφυγε, καταλάβαμε ότι τότε ήλθε, απεκαλύφθη. Μένει μαζί μας. Μας βρίσκει. Μας παίρνει μαζί Του. Μας τείνει και μας διαστέλλει, για να φτάσωμε στα δικά του μέτρα: «…μεθ’ ημών αψευδώς γαρ επηγγείλω έσεσθαι μέχρι τερμάτων αιώνος, Χριστέ».
Η σάρκωσή Του ήταν θεοφάνεια και φανέρωση της αγάπης Του. Και η αναχώρηση, ανάληψή Του, το να γίνει άφαντος, είναι η όντως θεοφάνεια και η μεθ’ ημών παραμονή: «Ουδείς ουν τον Ιησούν μετά την ανάστασιν λόγος περιέκλεισεν ου τόπος, ου χρόνος, ου ποσόν, ου ποιόν».Αυτός, ως απερινόητος και άφατος Θεός, φανερούμενος αναπόφευκτα κρύπτεται και κρυπτόμενος φανερούται. Η οποιαδήποτε φανέρωσή Του στα δικά μας μέτρα είναι μια κένωση και μια μορφή αποκρυβής.
Δεν μπορούμε να κατανοήσωμε ή να εκφράσωμε το μυστήριο της θείας επιφανείας. Γι’ αυτό, ο θείος Διονύσιος ομολογεί: «Κρύφιος δε εστι και μετά την έκφανσιν ή, ίνα το θειότερον είπω, και εν τη εκφάνσει· και τούτο γαρ Ιησού κέκρυπται, και ουδενί λόγω ούτε νω το κατ’ αυτόν εξήκται μυστήριον, αλλά και λεγόμενον άρρητον μένει και νοούμενον άγνωστον».
Στην πορεία προς Εμμαούς, μόλις «επέγνωσαν Αυτόν … άφαντος εγένετο απ’ αυτών». Έγινε άφαντος, για να μείνει για πάντα μαζί τους. Εάν έμενε, αφού Τον εγνώρισαν, θα Τον έχαναν, γιατί θα Τον εντόπιζαν χρονικά και τοπικά· θα έλεγαν: «Αυτός είναι τώρα εκεί». Έγινε άφαντος, αφού Τον γνώρισαν· αυτό σημαίνει ότι φανερώθηκε όντως και μένει μαζί τους παντού και πάντα. Οράται αοράτως και γινώσκεται αγνώστως ο υπεράνω πάσης γνώσεως υπάρχων.
Είναι τόσο μεγάλος, που όχι μόνο πρέπει να απομακρυνθεί, για να φανερωθεί το πραγματικό του μέγεθος, αλλά πρέπει να γίνει τελείως άφαντος, για να αποκαλυφθεί Αυτός που είναι.
Φανερούμενος αυτός που είναι, μας ανιστά στη ζωή. Μας κάνει να βρούμε τον εαυτό μας. Και βρίσκει την ψυχή του ο άνθρωπος χάνοντάς την ένεκεν του Κυρίου και του ευαγγελίου Του.
Έτσι, ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αναλαμβάνεται στον ουρανό. Παίρνει άλλες διαστάσεις. Απολαμβάνει το ίδιον μέγεθος και το αρχαίον κάλλος. Έρχεται «εν συναφεία ασυγχύτω» με την αιώνιο ζωή.
Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί είπε στον Θωμά «Ότι εώρακάς με πεπίστευκας» (καλό είναι και αυτό, είναι η αρχή). Αληθινά μακάριοι όμως είναι «οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Αυτοί θα με βλέπουν ανεμπόδιστα πάντοτε (και όταν με χάνουν, και όταν με βρίσκουν).
Θα με βλέπουν εν Πνεύματι. Οπότε, ούτε όταν δεν με βλέπουν τους λείπω, ούτε όταν με βλέπουν έρχονται σε επαφή μαζί μου, επειδή λειτουργούν οι κτιστές και εφήμερες αισθήσεις τους. Όλη τους η ύπαρξη είναι μια αίσθηση, ένας οφθαλμός, και βλέπουν μόνο εμένα, το άχρονο φως. Ζουν ολόκληροι «εν εμοί καγώ εν αυτοίς».
Γίνεται ο άνθρωπος Χριστός κατά χάριν. Δεν βλέπει τον Κύριόν του και Θεόν μια στιγμή με τα σαρκικά του μάτια, και μετά Τον χάνει. Δεν ψηλαφά με ένα μέλος της υπάρξεώς του (το δάκτυλο ή το χέρι) ένα μέρος του Κυρίου (τας χείρας ή την πλευράν). Αλλά ολόκληρη η ύπαρξη του πιστού, ψυχή τε και σώματι, είναι ενωμένη με όλο τον Θεάνθρωπο, τη Θεότητα και την ανθρωπότητά Του. Τρέφεται και αυξάνει ολόκληρος ο άνθρωπος από μια μυστική, πραγματική και αδιάστατη ένωση μετά του Ιησού: «Όλον με ανείληφας όλος εν συναφεία ασυγχύτω».
Μια στιγμή βλέπεις και δεν χάνεις ποτέ τη θέα Του. Μια φορά ψηλαφάς όντως και ανακιρνάσαι διά παντός μετά του Θεανθρώπου, μετά της καινής ζωής, που νίκησε και κατήργησε τον θάνατο. Οι Απόστολοι ήψαντο του Κυρίου, εκράθησαν τη σαρκί και τω πνεύματι αυτού και ευρέθησαν υπέρ θάνατον.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους, «Το κάλλος θα σώση τον κόσμο», έκδοση της Ιεράς Μονής Ιβήρων.
