Αρχική » Η αγιότητα ως καρπός της θείας αγάπης και υπέρβαση του φόβου εν Χριστώ

Η αγιότητα ως καρπός της θείας αγάπης και υπέρβαση του φόβου εν Χριστώ

Πατερική θεώρηση της σχέσης φόβου και αγάπης στην πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα εν Χριστώ

από genneleni

Στην καρδιά της ορθόδοξης πνευματικής εμπειρίας δεν βρίσκεται μια εξωτερική ηθική συμμόρφωση ούτε ένας νομικός φόβος τιμωρίας, αλλά η ελεύθερη και προσωπική σχέση αγάπης με τον Ιησού Χριστό. Η Εκκλησία, μέσα από τη ζωή και τη μαρτυρία των Αγίων της, διακηρύσσει ότι η αγιότητα δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού, αλλά καρπός βαθιάς και ολοκληρωτικής αγάπης προς τον Θεό. Στο φως αυτής της εμπειρίας κατανοείται και η διαδεδομένη εκκλησιαστική φράση ότι «όσοι έγιναν Άγιοι έγιναν γιατί αγάπησαν τον Χριστό», η οποία δεν αποτελεί κατά λέξη πατερικό ρητό, αλλά συμπύκνωση μιας ενιαίας θεολογικής παραδόσεως.

Όσοι κατατάχθηκαν στο αγιολόγιο της Εκκλησίας δεν οδηγήθηκαν στην τελείωση επειδή κυριάρχησε μέσα τους ο φόβος της κολάσεως ή η αγωνία μιας τιμωρίας, αλλά επειδή η καρδιά τους αιχμαλωτίστηκε από την αγάπη του Χριστού. Αυτή η αγάπη δεν είναι συναισθηματική παρόρμηση, αλλά υπαρξιακή επιλογή, που μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου και τον εισάγει σε πορεία κοινωνίας με τον Θεό.

Η πατερική παράδοση δεν απορρίπτει τον φόβο του Θεού, αλλά τον εντάσσει ως αρχή της πνευματικής ζωής. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος περιγράφει μια δυναμική πορεία κατά την οποία ο φόβος οδηγεί στην ευλάβεια, η ευλάβεια στην τήρηση των εντολών και η τήρηση στην αγάπη. Έτσι, ο φόβος έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα, ενώ η αγάπη αποτελεί το πλήρωμα και τον τελικό σκοπό της πνευματικής ωρίμανσης. Η ίδια προοπτική απαντάται και στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ο οποίος διακηρύσσει ότι «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον», δείχνοντας ότι η αγάπη υπερβαίνει κάθε κατάσταση δειλίας ή ανασφάλειας ενώπιον του Θεού.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει με χαρακτηριστική καθαρότητα ότι κανείς δεν έφθασε στην αγάπη του Θεού μέσω του φόβου, αλλά μέσω της ίδιας της αγάπης, υπογραμμίζοντας τον υπαρξιακό και όχι νομικό χαρακτήρα της σχέσης με τον Θεό. Αντίστοιχα, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βλέπει την αγάπη ως την κορυφή όλων των αρετών και ως την τελική κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου ο άνθρωπος μετέχει στη ζωή του Θεού.

Οι Άγιοι της Εκκλησίας, μέσα σε αυτή την πατερική προοπτική, δεν παρουσιάζονται ως άνθρωποι απαλλαγμένοι από αγώνες και πτώσεις, αλλά ως πρόσωπα που, γνωρίζοντας βαθιά την ανθρώπινη αδυναμία, οδηγήθηκαν μέσω της μετάνοιας σε μια σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης προς τον Χριστό. Η ζωή τους μαρτυρεί ότι η αληθινή υπακοή στον Θεό δεν γεννιέται από τον τρόμο της τιμωρίας, αλλά από την εμπειρία της θείας αγάπης που ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε εσωτερικό καταναγκασμό.

Σε αυτή την προοπτική, η αγιότητα δεν αποτελεί ηθικό επίτευγμα ούτε ατομική αυτάρκεια, αλλά κατάσταση κοινωνίας. Ο Άγιος δεν είναι απλώς ο «ηθικά άψογος», αλλά εκείνος που αγαπά τον Χριστό περισσότερο από κάθε τι δημιουργημένο και επιτρέπει σε αυτή την αγάπη να καθορίζει τη ζωή του. Η αγάπη αυτή γίνεται κινητήριος δύναμη της ασκητικής του πορείας, της προσευχής, της ταπείνωσης και, όταν απαιτείται, ακόμη και της θυσίας.

Η Εκκλησία, επομένως, δεν προβάλλει τους Αγίους ως ανθρώπους που έζησαν υπό το κράτος του φόβου, αλλά ως πρόσωπα που ελευθερώθηκαν μέσω της αγάπης. Ο φόβος δεν καταργείται ως αρχικό παιδαγωγικό στάδιο, αλλά υπερβαίνεται μέσα στη χάρη της αγάπης, η οποία αποτελεί την τελική πραγματικότητα της σχέσης Θεού και ανθρώπου.

Έτσι, η φράση ότι οι Άγιοι έγιναν Άγιοι επειδή αγάπησαν τον Χριστό εκφράζει με απλό τρόπο μια βαθιά πατερική αλήθεια: ότι ο άνθρωπος δεν καλείται απλώς να αποφεύγει το κακό, αλλά να εισέλθει σε σχέση αγάπης με τον Θεό. Και αυτή η αγάπη, όπως μαρτυρεί η σύνολη πατερική παράδοση, είναι που μεταμορφώνει την ύπαρξη και οδηγεί τον άνθρωπο στην αληθινή αγιότητα, δηλαδή στη μετοχή της ζωής του Θεού.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close