Κάποιος κοσμικός είχε φτιάξει σπίτι σε ένα ήσυχο μέρος. Αργότερα από την μία μεριά έγινε γκαράζ, από την άλλη δρόμος και από την άλλη ένα κοσμικό κέντρο. Μέχρι τα μεσάνυχτα νταούλια. Δεν μπορούσε ο καημένος να κοιμηθεί, έβαζε ωτασπίδες στ’ αυτιά, άρχισε να παίρνει και χάπια. Κόντευε να τρελλαθεί. Ήρθε και με βρήκε. «Γέροντα, αυτό και αυτό, μου λέει, δεν μπορούμε να ησυχάσουμε. Τί να κάνω; Σκέφτομαι να φτιάξω άλλο σπίτι». «Να βάλεις καλό λογισμό, του λέω. Να σκέφτεσαι, αν γινόταν πόλεμος και στο γκαράζ εφτίαχναν τα τάνκς, δίπλα ήταν νοσοκομείο και έφερναν τα ασθενοφόρα τους τραυματίες και εσένα σου έλεγαν: «Κάθησε εδώ. Σου εξασφαλίζουμε την ζωή, δεν θα σε πειράξουμε. Μπορείς να βγαίνεις από το σπίτι σου ελεύθερα μόνο στην ακτίνα που είναι κτισμένα αυτά, γιατί εκεί δεν θα πέσει σφαίρα» ή «Να μείνεις στο σπίτι σου και δεν θα σε ενοχλήσει κανείς», μικρό πράγμα θα ήταν αυτό; Δεν θα το θεωρούσες ευλογία;
Γι’ αυτό τώρα να πεις: «Δόξα σοι ο Θεός, δεν γίνεται πόλεμος, ο κόσμος είναι καλά και κάνει τις δουλειές του. Στο γκαράζ, αντί τάνκς φτιάχνουν τα αυτοκίνητά τους οι άνθρωποι. Δόξα σοι ο Θεός, δεν υπάρχει νοσοκομείο, τραυματίες κ.λπ. Δεν περνούν τάνκς, αυτοκίνητα περνούν και οι άνθρωποι τρέχουν στις δουλειές τους». Αν φέρεις έτσι καλό λογισμό, θα έρθει η δοξολογία μετά». Κατάλαβε ο καημένος, ότι όλη η βάση είναι η σωστή αντιμετώπιση και έφυγε αναπαυμένος. Τα αντιμετώπισε σιγά-σιγά με καλούς λογισμούς, πέταξε και τα χάπια και κοιμόταν χωρίς δυσκολία. Βλέπεις με έναν καλό λογισμό πώς τακτοποιείται κανείς;
