Με ιδιαίτερη λαμπρότητα και εκκλησιαστική τάξη εορτάσθηκε το Σάββατο 2 Μαΐου 2026 η μνήμη του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, πολιούχου της πόλεως Παλαμά, στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Ρουμ Παλαμά.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στην ακολουθία του Όρθρου και τέλεσε την Θεία Λειτουργία, παρουσία των τοπικών αρχών, του ιερού κλήρου και πλήθους πιστών, οι οποίοι προσήλθαν για να τιμήσουν τον προστάτη και πολιούχο της πόλεώς τους.Προ της απολύσεως, τέλεσε την εις Πρεσβύτερον χειροτονία του Διακόνου Δημητρίου Κατσομήτρου, μέσα σε κλίμα συγκίνησης και πνευματικής χαράς.
Ο Σεπτός μας Ποιμενάρχης απηύθυνε εκτενή, θεολογικά τεκμηριωμένο και πατρικό πνευματικό λόγο προς το εκκλησίασμα, εστιάζοντας τόσο στο πρόσωπο του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, όσο και στο βαθύτερο νόημα και την ευθύνη της ιερωσύνης.
Στην αρχή της ομιλίας του αναφέρθηκε στο λειτουργικό πλαίσιο της ημέρας, επισημαίνοντας ότι η Εκκλησία, μέσα στη χαρά της Αναστάσεως και κατά την περίοδο της αποδόσεως της εορτής των Αγίων Μυροφόρων, προβάλλει ενώπιόν μας μορφές πίστεως, θάρρους και αυταπάρνησης, όπως εκείνες των ευσχημόνων βουλευτών Νικοδήμου και Ιωσήφ του από Αριμαθαίας. Μέσα σε αυτό το αναστάσιμο και πνευματικό κλίμα, η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να τιμήσουν τη μνήμη ενός εκ των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της, του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και ακλόνητος ομολογητής της πίστεως.
Αναπτύσσοντας τη θεολογική και πνευματική προσωπικότητα του Αγίου, ο Σεβασμιώτατος επικαλέσθηκε τον λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος, θέλοντας να αναδείξει το μέγεθος της αρετής του Αθανασίου, τον ταυτίζει με την ίδια την αρετή. Υπογράμμισε ότι ο Άγιος υπήρξε άνθρωπος πλήρης Πνεύματος Αγίου, θεοειδής, χαριτωμένος, ο οποίος με κόπο, αλλά και με ακλόνητη πίστη, θάρρος και τόλμη, αγωνίσθηκε για τη διαφύλαξη της αληθείας της Εκκλησίας. Ιδιαιτέρως τόνισε ότι η ομολογία του κορυφώθηκε μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του, καθώς τα τελευταία του λόγια υπήρξαν σαφής και αδιαπραγμάτευτη διακήρυξη της πίστεως, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεάνθρωπος.
Στρέφοντας στη συνέχεια τον λόγο του προς τον χειροτονούμενο, ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι η σημερινή ημέρα αποτελεί σταθμό στη ζωή του, καθώς καλείται να εισέλθει στον δεύτερο βαθμό της ιερωσύνης και να αναλάβει μία υψηλή και ιερή αποστολή. Τόνισε ότι όσα προβάλλει σήμερα η Εκκλησία μέσα από το πρόσωπο του Αγίου Αθανασίου δεν αποτελούν απλώς ιστορική μνήμη, αλλά ζωντανή παρακαταθήκη, την οποία ο νέος Πρεσβύτερος καλείται να παραλάβει, να βιώσει και να μεταδώσει στο ποίμνιό του. Ιδιαίτερα στάθηκε στην ανάγκη να καταστήσει προσωπικό του βίωμα την αλήθεια της πίστεως, ώστε να μπορεί με αυθεντικότητα να τη διδάσκει και να την μεταλαμπαδεύει στους πιστούς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο μυστήριο της ιερωσύνης, το οποίο χαρακτήρισε ως «το παράδοξο θαύμα του Θεού σε έναν παράλογο κόσμο», επισημαίνοντας ότι ο κληρικός καλείται να διακονήσει μέσα σε μία πραγματικότητα που συχνά χαρακτηρίζεται από σύγχυση, απομάκρυνση από τον Θεό και έλλειψη ιερότητας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο νέος Πρεσβύτερος καλείται όχι μόνο να σταθεί, αλλά και να αγωνισθεί πνευματικά, ώστε να συμβάλει στη μεταμόρφωση του κόσμου με τη χάρη του Θεού.
Ερμηνεύοντας το αποστολικό ανάγνωσμα, ο Σεβασμιώτατος ανέδειξε συγκεκριμένους άξονες πνευματικής ζωής και ποιμαντικής διακονίας. Αναφέρθηκε πρωτίστως στην προτροπή του Αποστόλου Παύλου για μίμηση της πίστεως των Αγίων, των Πατέρων και των Διδασκάλων της Εκκλησίας, υπογραμμίζοντας ότι ο κληρικός οφείλει να έχει ως πρότυπα εκείνους που έζησαν και ομολόγησαν την αλήθεια του Ευαγγελίου. Παράλληλα, τόνισε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «ο αυτός χθες και σήμερον και εις τους αιώνας», δηλαδή αμετάβλητος και αιώνιος, σε αντίθεση με τον άνθρωπο που συχνά μεταβάλλεται και κλονίζεται. Για τον λόγο αυτόν, προέτρεψε τον χειροτονούμενο να παραμένει σταθερός και ακλόνητος στην πίστη.
Ιδιαίτερη προσοχή επέστησε στην αποφυγή «ποικίλων και ξένων διδαχών», τονίζοντας ότι ο κληρικός οφείλει να φυλάσσει ανόθευτη την πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή διατυπώθηκε και κατοχυρώθηκε από τον Άγιο Αθανάσιο και τις Οικουμενικές Συνόδους, και να μην παρασύρεται από διδασκαλίες που αλλοιώνουν την αλήθεια.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη θυσιαστική διάσταση της χριστιανικής ζωής και ιδιαιτέρως της ιερατικής διακονίας, επικαλούμενος το παράδειγμα του ίδιου του Χριστού, ο οποίος έπαθε «έξω της πύλης», διωγμένος και ως μίασμα, για τη σωτηρία του κόσμου. Υπογράμμισε ότι ο κληρικός καλείται να φέρει τον ονειδισμό του Χριστού, να αποδέχεται τους κόπους, τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες της διακονίας του και να θυσιάζεται για το ποίμνιό του.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ακόμη στην ανάγκη συνεχούς προσφοράς «θυσίας αινέσεως», δηλαδή δοξολογίας προς τον Θεό, αλλά και στην έμπρακτη έκφραση της αγάπης μέσα από την αγαθοεργία, την κοινωνία και τη διακονία προς τον συνάνθρωπο. Τόνισε ότι ο κληρικός δεν καλείται σε μία αυτάρεσκη ή άνετη ζωή, αλλά σε διαρκή προσφορά, θυσία και μαρτυρία, επισημαίνοντας ότι ο Θεός δεν ευαρεστείται σε επιφανειακές συμπεριφορές, αλλά σε αυθεντική διάθεση προσφοράς και αυτοθυσίας.
Ολοκληρώνοντας τον λόγο του, ο Σεβασμιώτατος απηύθυνε πατρικές ευχές προς τον νέο Πρεσβύτερο, καλώντας τον να εισέλθει με χαρά στη διακονία που αναλαμβάνει, να πορευθεί με πίστη, ταπείνωση και πνευματική συνέπεια, και να διαφυλάξει ανόθευτη, αταλάντευτη και άφθαρτη την ιερά παρακαταθήκη που του εμπιστεύεται η Εκκλησία. Παράλληλα, τον προέτρεψε να καταστεί φως για τους ανθρώπους, φωτίζοντας τόσο τη δική του ζωή όσο και τις ζωές των πιστών, ώστε μέσα από τη διακονία του να δοξάζεται ο Τριαδικός Θεός.
Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε η λιτανεία της ιεράς εικόνος του Αγίου Αθανασίου στους κεντρικούς δρόμους της πόλεως, με τη συμμετοχή του ιερού κλήρου και του ευσεβούς λαού, παρουσία αγήματος του Στρατού, το οποίο απέδωσε τις προσήκουσες τιμές.












