Νέα επικίνδυνα παιχνίδια εξυφαίνονται στα Σκόπια ως προς το εκκλησιαστικό όπου φέρνουν για μια ακόμη φορά αντιμέτωπους τη Σερβία και κατά συνέπεια τη Ρωσία με το Φανάρι.Η πολιτική ηγεσία της Βόρειας Μακεδονίας ζητά πλέον από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.Βαρθολομαίο την απόδοση Αυτοκεφαλίας όπως συνέβη και στην περίπτωση της; Ουκρανίας.
Η Σερβία στην οποία ανήκει η Εκκλησία των Σκοπίων αντιδρά , ενώ το Φανάρι δεν φαίνεται διατεθιμένο να ανοίξει και ένα νέο μέτωπο με τη Μόσχα.
 
Μετά την επιστολή, πριν από μερικές ημέρες, του Προέδρου της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, Στέβο Πεντάροφσκι, προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με την οποία, του ζητούσε να ασκήσει την “έκκλητο προσφυγή” και να εξισώσει τους πιστούς Ορθόδοξους Χριστιανούς της Βόρειας Μακεδονίας με τους άλλους Ορθόδοξους Χριστιανούς σε ολόκληρο τον κόσμο, το ίδιο έπραξε και ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, Ζόραν Ζάεφ.

Όπως ανακοινώθηκε απόψε από το Γραφείο του πρωθυπουργού της Βόρειας Μακεδονίας, ο Ζόραν Ζάεφ έστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, στην οποία αυτός αναφέρεται στη συνάντηση που είχαν στο Φανάρι (σ.σ. τον Ιανουάριο του 2020), κατά την οποία ζήτησε υποστήριξη και συνδρομή, προκειμένου η αυτοαποκαλούμενη “Μακεδονική oρθόδοξη εκκλησία – Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας” να αναγνωρισθεί ως αυτοκέφαλη εκκλησία και να γίνει αποδεκτή από τις ορθόδοξες εκκλησίες του κόσμου.

 

“Σεβόμαστε όλα όσα αποτελούν μέρος των διεθνών συνθηκών και περιστάσεων. Ωστόσο, ζητούμε να είμαστε ελεύθεροι εκκλησιαστικώς εντός των συνόρων της χώρας μας και οι αρχιερείς μας να συλλειτουργούν μαζί με τους αρχιερείς όλων των άλλων ορθόδοξων εκκλησιών σε όλο τον κόσμο” αναφέρει ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας στην επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Ο Ζόραν Ζάεφ, στην επιστολή του αυτή σημειώνει ότι ο ορθόδοξος λαός στη χώρα του αξίζει την ανεξαρτησία της εκκλησίας που ονειρεύεται επί έναν αιώνα και ότι “αναμένει να δει την Μακεδονική ορθόδοξη εκκλησία-Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας να αναγνωρίζεται ως αυτοκέφαλη, έχοντας την ευλογία και την γραπτή απόφαση από την πρώτο μεταξύ ίσων μεταξύ των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών,Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο”.

Η ορθόδοξη εκκλησία της Βόρειας Μακεδονίας αποσχίσθηκε το 1967 από την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και κήρυξε το αυτοκέφαλό της με την ονομασία “Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία”, η οποία δεν αναγνωρίζεται από καμία Ορθόδοξη Εκκλησία του κόσμου.

Το σερβικό Πατριαρχείο αναγνωρίζει μία δεύτερη εκκλησία στη Βόρεια Μακεδονία, την Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, με επικεφαλής τον Ιωάννη, ως την κανονική εκκλησία στην Βόρεια Μακεδονία η οποία βρίσκεται υπό την δικαιοδοσία του. Το 2002 το Πατριαρχείο της Σερβίας στον διάλογο με την ορθόδοξη εκκλησία της Βόρειας Μακεδονίας πρόσφερε ευρεία αυτονομία όχι όμως και αυτοκέφαλο ενώ η ονομασία θα παρέμενε Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας. Η πρόταση αυτή παραμένει ακόμη ανοιχτή και αποτελεί την επίσημη θέση της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Σερβίας, Ίβιτσα Ντάτσιτς, σχολιάζοντας χθες την επιστολή του Προέδρου της Βόρειας Μακεδονίας Στέβο Πεντάροφσκι προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με την οποία ζητάει να αναγνωριστεί το αυτοκέφαλο της μη κανονικής ορθόδοξης Εκκλησίας της χώρας του, εξέφρασε την ελπίδα ότι το αίτημα αυτό δεν θα ικανοποιηθεί.

Ο Ντάτσιτς επισήμανε ότι στα εκκλησιαστικά θέματα υπάρχουν κανόνες που πρέπει να τηρούνται και τα θέματα να επιλύονται χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.



   Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία - Η αυτοαποκαλούμενη Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία - Αρχιεπισκοπή Οχρίδας  είναι η σχισματική Εκκλησία της Βόρειας Μακεδονίας η οποία και προέκυψε από την διάσπαση των τριών νοτιότερων επαρχιών της Σερβικής Εκκλησίας, δηλαδή των μητροπόλεων Σκοπίων, Ζλετόβου-Στρωμνίτσας, Αχρίδας – Βιτωλίων, τον Οκτώβριο του 1958[1] και ως σήμερα δεν αναγνωρίζεται από καμιά άλλη ορθόδοξη Εκκλησία. Με την ίδρυση της το 1958 βρίσκονταν σε κανονική ενότητα με το Σερβικό Πατριαρχείο και ο πρώτος επίσκοπος της χειροτονήθηκε από τον Σέρβο Πατριάρχη. Το 1967 όμως ανακήρυξε το αυτοκέφαλο της με αποτέλεσμα η έκτακτη Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας, το Σεπτεμβρίο του ίδιου έτους, κήρυξε την ηγεσία της Μακεδονικής Εκκλησίας σχισματική. Το 2005 και μετά από διάλογο που δεν κατέληξε σε συμφωνία μεταξύ του Πατριαρχείου της Σερβίας και της σχισματικής Εκκλησίας, το Πατριαρχείο της Σερβίας προχώρησε στην επανίδρυση της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας στην Βόρεια Μακεδονία.

Από το 1922 οι επαρχίες της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας (Νότιας Σερβίας κατά τους Σέρβους) και Παλαιάς Σερβίας ανήκαν στο Πατριαρχείο Σερβίας. Όταν στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Νότια Σερβία, στα πλαίσια των μέτρων που έλαβαν για την προσάρτηση της περιοχής ήταν και η απομάκρυνση των Σέρβων επισκόπων και ιερέων και η αντικατάστασή τους από Βουλγάρους. Έτσι ο Σκοπίων Ιωσήφ και ο Ζλετόβου και Στρωμνίτσας Βικέντιος απομακρύνθηκαν. Όταν ολοκληρώθηκε ο πόλεμος το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας δεν επέτρεψε την επιστροφή των Σέρβων ιερέων και επισκόπων.

Στα Σκόπια συγκροτήθηκε Επιτροπή πρωτοβουλίας με σκοπό την οργάνωση Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας στην τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Στις 4 Μαρτίου 1945 συγκαλείται Κληρικολαϊκή Συνέλευση στα Σκόπια και επικαλούμενη α) την εκκλησιαστική ιστορία και παράδοση, β) τους κανόνες ιζ΄ της Δ΄ Οικουμενικής και λη΄ της Πενθέκτης, γ) την ύπαρξη και διατήρηση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος για οκτώ αιώνες, δ) την μη κατάργηση της Αρχιεπισκοπής αυτής το 1767 και τέλος, ε) την ελευθερία και την κρατικότητα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ζητούσε α) την ανανέωση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος ως Μακεδονικής Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, β) ο κλήρος και οι επίσκοποι να κατάγονται από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, γ) η μακεδονική γλώσσα να χρησιμοποιείται στη διοίκηση και τη λατρεία της Εκκλησίας. Παράλληλα ζητούσαν ο νέος αρχιεπίσκοπος να χειροτονηθεί στην Αχρίδα.

Η κληρικολαϊκή συνέλευση χαρακτηρίστηκε ως αντικανονική. Μάλιστα σχεδιαζόταν να αποσταλεί στα Σκόπια ο Ιωσήφ Σκοπίων προκειμένου να εξετάσει από κοντά την κατάσταση, αλλά δεν του επετράπη από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών. Όταν συνεκλήθη η Σύνοδος του Σερβικού Πατριαρχείου στις 22 Σεπτεμβρίου του 1945, ζήτησε την επιστροφή στο πριν το 1941 καθεστώς για την Εκκλησία των Σκοπίων, δηλαδή ως αναπόσπαστου κομματιού του Σερβικού Πατριαρχείου.

Τον Μάιο του 1946 συγκαλείται συνέλευση των ιερέων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η συνέλευση υποχώρησε από το αίτημα της Αυτοκεφαλίας συμβιβαζόμενη σε ένα καθεστώς εσωτερικής αυτοδιοίκησης. Ταυτόχρονα ζητούσε την διάλυση του Πατριαρχείου Σερβίας μέσα από την αντικατάστασή του από «Αρχιερατική Σύνοδο της Εκκλησίας της Γιουγκοσλαβίας» στην οποία θα συμμετέχουν οι εθνικοί αρχιερείς κάθε μιας Δημοκρατίας της Γιουγκασλαβίας. Δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1948 επανήλθαν με νέες προτάσεις τους προς το Σερβικό Πατριαρχείο: εγκαταλείπουν την θέση της Πανγιουγκοσλαβικής Εκκλησίας, ικανοποιούνται με την Αυτονομία και την εξάρτησή τους από το Σερβικό Πατριαρχείο. Οι υποχωρήσεις τους θα συνεχιστούν ως προς την εξάρτηση από το Σερβικό Πατριαρχείο, προκειμένου να εξασφαλίσουν επισκόπους που δεν είχαν, αναγκαίους για να τελέσουν χειροτονίες κατώτερων κληρικών. Το 1954 η Επιτροπή πρωτοβουλίας επανήλθε με νέες υποχωρήσεις: η μακεδονική γλώσσα να χρησιμοποιείται μόνο στη διοίκηση της εκκλησίας ενώ η εκκλησιαστική σλαβονική στη λατρεία. Στάσιμη παρέμεινε η κατάσταση για όλα αυτά τα χρόνια . Όμως το 1957 και 1958 θα ανταλλαγούν επισκέψεις ανάμεσα στην Επιτροπή πρωτοβουλίας και τον Πατριάρχη Σερβίας Βικέντιο. Η Σερβική Εκκλησία προέβαλε όμως κανονικά κωλύματα για την εκλογή των νέων επισκόπων επειδή ήταν έγγαμοι.Τελικά ο αιφνίδιος θάνατος του Βικεντίου ανέτρεψε τις εξελίξεις.

Τον Οκτώβριο του 1958 συγκλήθηκε νέα κληρικολαϊκή συνέλευση στην Αχρίδα και αποφάσισε α) την ανασύσταση της «Αρχιεπισκοπής Αχρίδος», β) ψήφισε ένα καταστατικό της Εκκλησίας και γ) εξέλεξε έναν μητροπολίτη, τον μέχρι τότε βικάριο επίσκοπο Τόπλιτσας του Σερβικού Πατριαρχείου Δοσίθεο Stojkovic και δύο επισκόπους. Επίσης, δ) η «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» όπως ονομάστηκε, αποφάσισε να βρίσκεται σε κανονική ενότητα με το Σερβικό Πατριαρχείο. Η αρχιεπισκοπή αυτή αποτελείται από την αρχιεπισκοπή Αχρίδας και Σκοπίων με έδρα τα Σκόπια, και τις επισκοπές Πρέσπας – Βιτωλίων με έδρα τα Βιτώλια (Μοναστήρι) και Ζλετόβου – Στρωμνίτσας, με έδρα το Στιπ. Ο τότε πατριάρχης Γερμανός μετέβη στα Σκόπια και τον Ιούλιο του 1959 χειροτόνησε τον Πρεσπών και Βιτωλίων Κλήμεντα. Στη συνέχεια οι Δοσίθεος και Κλήμης χειροτόνησαν τον Ζλετόβου και Στρωμνίτσας Ναούμ.

Σημεία τριβής μεταξύ των δύο μερών αποτέλεσαν η έκταση, το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας της αυτονομίας της Μακεδονικής Εκκλησίας. Έτσι για την σερβική πλευρά η αυτονομία της Μακεδονικής Εκκλησίας ήταν στο εσωτερικό διοικητικό επίπεδο. Εξακολουθούσε όμως να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ενιαίας Σερβικής Εκκλησίας. Για την Μακεδονική Εκκλησία από την άλλη μεριά ίσχυε πως θεωρούσε τον εαυτό της ανεξάρτητο. Συνδεόταν με τη Σερβική Εκκλησία μόνο στο πρόσωπο του πατριάρχη.

Με επιστολή της στις 5 Δεκεμβρίου του 1966 η Σύνοδος της Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την Αρχιερατική Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας ζητά να της χορηγήσει το Αυτοκέφαλο. Σε ειδική συνεδρία που έγινε το επόμενο έτος η Σερβική Σύνοδος απέρριψε το αίτημα. Στις 17 Ιουλίου του 1967 συγκλήθηκε η Γ΄ Κληρικολαϊκή Συνέλευση η οποία ανακήρυξε αυτοκέφαλη την Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία. Τροποποιήσεις έγιναν και στον Καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας καθώς προστέθηκαν δύο νέες επισκοπές: Δεβρών-Κιτσέβου και Αμερικής-Καναδά-Αυστραλίας. Ο προκαθήμενός της φέρει τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Αχρίδας και Μακεδονίας». Ο Μακεδόνας αρχιεπίσκοπος Δοσίθεος σε επιστολή του προς τον πατριάρχη Σερβίας, Γερμανό, ζήτησε να ανταποκριθεί σε ένα «δίκαιο αίτημα του μακεδονικού λαού». Στις 14-15 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους συγκλήθηκε έκτακτη Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας η οποία κήρυξε την ηγεσία της Μακεδονικής Εκκλησίας σχισματική, όχι όμως και τους πιστούς της. Όμως ο εκάστοτε τοποτηρητής της Μητροπόλεως των Σκοπίων εμποδιζόταν να επικοινωνήσει με το ποίμνιό του καθώς οι πολιτικοεκκλησιαστικές αρχές των Σκοπίων προέβαλαν προσκόμματα Το αυτοκέφαλο της Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν έχει αναγνωριστεί ως σήμερα από καμιά άλλη ορθόδοξη Εκκλησία.