Αρχική » Οικ. Πατριαρχείο και Μικρασιατικός Ελληνισμός – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Οικ. Πατριαρχείο και Μικρασιατικός Ελληνισμός – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος π. Αθανασίου Καρυάμη

από ikivotos

Η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές που έγιναν την 1η Νοεμβρίου 1920 επέφερε πολλές αλλαγές στον κρατικό μηχανισμό αλλά και στον εκκλησιαστικό οργανισμό που είχε ως προκαθήμενο της τον εκλεκτό της βενιζελικής παράταξης  Μελέτιο Μεταξάκη. H κυβέρνηση ακύρωσε τις καταδικαστικές αποφάσεις κατά των αρχιερέων που είχαν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους στο ανάθεμα του Βενιζέλου το 1916. Με νέο Βασιλικό Διάταγμα επανάφερε όλους τους καθαιρεθέντας και έκπτωτους τους ιεράρχες στις επαρχίες τους. Ο Μελέτιος ύστερα από όλα αυτά καταφεύγει στις ΗΠΑ. Οι φιλοβασιλικοί τάχθηκαν στο πλευρό του Λακεδαίμονος και Μονεμβασίας Γερμανού, ενώ οι οπαδοί του Βενιζέλου παρέμειναν στο πλευρό του Μελετίου Μεταξάκη και του επισκόπου Ροδοστόλου Αλεξάνδρου. Οι δυο τους κατάφεραν να αποσπάσουν την έγκριση της πρώτης κληρικολαϊκής συνέλευσης που έγινε στη Νέα Υόρκη για την ανεξαρτητοποίηση της αρχιεπισκοπής στην Αμερική[1].

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αμερική εκλέγεται στις 25 Νοεμβρίου 1921 μέσα από πολλές αντιδράσεις και παρασκηνιακές διεργασίες και με την παρέμβαση του Βενιζέλου ως Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ΄. Ο νέος Πατριάρχης πριν αναχωρήσει έγινε δεκτός από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής[2].

Η παραμονή του στο εξωτερικό του έδωσε την ευκαιρία να συναντηθεί με ξένους πολιτικούς ηγέτες με στόχο να ανιχνεύσει τις διαθέσεις τους για το εθνικό ζήτημα και εκτίμησε το κλίμα που επικρατούσε μετά την συνδιάσκεψη στις Κάννες, ώστε φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη να γνωρίζει από πρώτο χέρι τα πράγματα και να καταλήξει στις αρμόζουσες αποφάσεις. Η συνδιάσκεψη στις Κάννες τον Δεκέμβριο του 1921 επικύρωσε τις αντίθετες απόψεις μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας αφού είχαν πλέον διαφορετικά συμφέροντα στην περιοχή. Η ήττα των Αρμενίων και η συμφωνία του Μουσταφά Κεμάλ με τους Σοβιετικούς έφεραν στο προσκήνιο τις αντιθέσεις των μελών της Εγκάρδιας Συμμαχίας. Η Γαλλία στις Κάννες είχε την άνεση να προτείνει κάποιες λύσεις για το μικρασιάτικο που να ικανοποιούσαν την Τουρκία. Μία συντονισμένη μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού από τα εδάφη της Μικράς Ασίας θα ικανοποιούσε το τουρκικό στοιχείο, ενώ θα άφηνε ανοιχτό το δρόμο στους συμμάχους για να αναπτύξουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Μέσα σε αυτό το άσχημο για τα ελληνικά συμφέροντα κλίμα, ο Μελέτιος Δ΄ μαζί με τον  γραμματέα του Τζων Σταυρίδη και τον πρωθιερέα Δ. Καλλίμαχο συναντήθηκε στις 18 Ιανουαρίου με τον Λόυδ Τζώρτζ. Σε αυτή τη συνάντηση ο Πατριάρχης προσπάθησε να συγκινήσει τον πρωθυπουργό της Αγγλίας υπέρ των αλύτρωτων χριστιανών. Στη συνέχεια, μετά την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του για τις διαφορετικές πολιτικές επιλογές των Ελλήνων της Θράκης και της Μικράς Ασίας από εκείνη της κυβερνήσεως στην Ελλάδα, προσπάθησε να αντιληφθεί το σκεπτικό του Λόυδ Τζώρτζ στην περίπτωση που τα ελληνικά στρατεύματα στη Μικρά Ασία αρνούνταν να υπακούσουν σε διαταγές της  κυβέρνησης της Αθήνας, αποκήρυτταν τον βασιλιά και συνέχιζαν τον πόλεμο. Η πρόταση αυτή είχε ιδιαίτερη αξία για τα  συμφέροντα της Βρετανίας στην περιοχή την ώρα που η Γαλλία είχε ήδη προχωρήσει σε συμφωνία με την Τουρκία. Όμως, ο Άγγλος πρωθυπουργός αρνήθηκε να συζητηθεί αυτό το φλέγον θέμα. Η κυβέρνηση της Αθήνας παρακολουθούσε στενά τις επαφές του Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ με τους ξένους ηγέτες. Το γεγονός της αποφυγής της συνάντησης του με τον βασιλιά της Αγγλίας και τον αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας,  λειτουργούσε ως θετικό σημάδι για την Αθήνα της οποίας τα συμφέροντα προωθούσε στη Βρετανία ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης[3].

Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης μετέβη στη Γαλλία όπου συνομίλησε με τον Κλεμανσώ και τον  Πουανκαρέ, ενώ μίλησε σε 75 γερουσιαστές. Ο Πατριάρχης Μελέτιος  που ήταν γνώστης της διεθνούς πολιτικής σκηνής, προσπαθούσε να χειριστεί τους συνομιλητές του για να αποσπάσει από τις συζητήσεις που είχε μαζί τους τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να χαράξει τη δική του πορεία και στρατηγική, στηριζόμενος στην ωμή πραγματικότητα. Στην ομιλία του που έγινε στην αίθουσα της Γερουσίας ενημέρωσε για τον τρόπο της απομάκρυνσης του από το μητροπολιτικό θρόνο της Αθήνας. Ο Μελέτιος Δ΄ προσπαθούσε να ανακαλύψει τις απόψεις των γερουσιαστών και του Λεγκ για την αυτονόμηση της Μικράς Ασίας, ενώ έθεσε το θέμα της ίδρυσης καινούργιου κράτους που θα περιλάμβανε τα εδάφη που βρίσκονταν οι αλύτρωτοι Έλληνες. Ο ίδιος απάντησε θετικά στο ερώτημα που του έθεσαν εάν θα ήταν δυνατόν να αυτοκυβερνηθεί η Σμύρνη, ενώ υποστήριξε ξανά την δυνατότητα ίδρυσης ενός  κράτους που θα περιλαμβάνονταν η Προποντίδα, τα Δαρδανέλια και η Σμύρνη. Οι συνομιλίες του με τον Πουανκαρέ θα διεξαχθούν μέσα σε ένα διαφορετικό κλίμα. Ο Πατριάρχης συνεχώς τόνιζε την δύσκολη θέση που θα βρίσκονταν όλοι οι χριστιανοί όταν κυριαρχούσε στην Τουρκία ο Κεμάλ ολοκληρωτικά. Όμως, οι σφαγές στην Κιλικία καθιστούσαν αφερέγγυες τις όποιες λεκτικές δεσμεύσεις των Τούρκων[4].

Η κατάρρευση του μετώπου της Μικράς Ασίας κινητοποίησε τον Μεταξάκη που παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς τις καταστροφικές εξελίξεις, αναπτύσσοντας σπουδαία εθνική και ποιμαντική δραστηριότητα για την αναπτέρωση του ηθικού των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την περίθαλψη των πολλών θυμάτων από τους αμάχους κατοίκους της Ανατολής και  των Μπολσεβίκων, Ρώσων ιερέων. Με συντονισμένες ενέργειες προσπαθούσε να βρει βοήθεια από όπου μπορούσε. Μερίμνησε παράλληλα για την εκκλησιαστική οργάνωση σε Αμερική και Ευρώπη των Ρώσων προσφύγων, ενώ δεν έπαυσε τους πρώτους μήνες του 1922 να ενημερώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη «περί των εν τη Ανατολή πραγμάτων», αλλά και να διαμαρτύρεται για όσα γίνονταν εις βάρος των χριστιανών σε Ανατολή και Ρωσία. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την διάσωση και την περίθαλψη των θυμάτων. Σε εγκύκλιο του προέτρεπε όλους τους κληρικούς των μικρασιατικών περιοχών: «αφήσωμεν κατά μέρος τους θρήνους και κοπετούς και συγκεντρώσωμεν ηνωμένην την προσοχήν ημών εις το έργο της περιθάλψεως και σωτηρίας των εκπατρισθέντων χριστιανών». Για την καλύτερη οργάνωση της τεράστιας αυτής προσπάθειας ιδρύθηκε η «Κεντρική των Πατριαρχείων Επιτροπή Περιθάλψεως». Η επιτροπή αποφάσισε την εκποίηση των χρυσών και αργυρών αντικειμένων των ιερών ναών της Κωνσταντινουπόλεως προτρέποντας και τις υπόλοιπες να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Με εγκυκλίους, τηλεγραφήματα και επιστολές προς τους διεθνείς Φιλανθρωπικούς Οργανισμούς αλλά και σε Εκκλησίες σε ολόκληρο τον πλανήτη ζητούσε να βοηθήσουν τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες. Ο Μελέτιος Δ΄ τηλεγράφησε στον Βενιζέλο ζητώντας του να μεσολαβήσει προς τους φίλους και συμμάχους του για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Ο ίδιος παρακαλούσε την κυβέρνηση της Αγγλίας να διαθέσει τα πλοία της για την παραλαβή των χριστιανών από τις Μικρασιατικές ακτές[5].

Με τη συνθήκη της Λωζάνης η Ελλάδα αναγκάστηκε να παραδώσει στην Τουρκία όλα τα εδάφη που είχε κερδίσει στη Μικρά Ασία, δηλαδή, ολόκληρη την Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, το τρίγωνο Άρδας-Έβρου. Έτσι, η Ελλάδα δεν ενσωμάτωσε περίπου 500.000 ελληνικό πληθυσμό. Όμως, η απώλεια ήταν ουσιαστικά αρκετά μεγαλύτερη αφού ο Βενιζέλος είχε διαπραγματευτεί με τον Ισμέτ πασά την σύναψη μιας συμφωνίας που υπογράφηκε αργότερα στις 17/30 Ιανουαρίου 1923 με στόχο την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στα δύο κράτη, με εξαίρεση τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης που είχαν εγκατασταθεί εκεί πριν από τις 17/30 Οκτωβρίου του 1918 καθώς και τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης. Ενώ διαρκούσαν αυτές οι διαπραγματεύσεις ήρθε ξανά στην επικαιρότητα το ζήτημα παραμονής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Οι Τούρκοι που πέτυχαν την τελική κατάργηση του Χαλιφάτου, ήθελαν ταυτόχρονα την απομάκρυνση του Πατριάρχη από τα τουρκικά εδάφη. Στο παρελθόν ο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου Μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος, αλλά και ο Μελέτιος Μεταξάκης ως Αθηνών είχαν εμπλακεί ανοιχτά στον αγώνα της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εμψυχώνοντας τους Ορθόδοξους πληθυσμούς και τους στρατιώτες, στέλνοντας συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στους διοικητές των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων για κάθε τους στρατιωτική νίκη. Μετά την ήττα της Ελλάδας ο Πατριάρχης βρέθηκε σε δύσκολη θέση με την ελληνική κυβέρνηση να κρατάει αμφιλεγόμενη στάση. Η κατάσταση περιπλέχτηκε και από το ζήτημα του διορισμού στην Τουρκία ενός Τούρκου ορθόδοξου πατριάρχη στην αρμοδιότητα του οποίου θα υπάγονταν οι τουρκικής καταγωγής δυσαρεστημένοι χριστιανοί Τούρκοι υπήκοοι (οι περίπου 50.000 καραμανλήδες) που η τουρκική γλώσσα ήταν η μητρική τους[6].

Ο Μουσταφά Κεμάλ αξιοποιώντας μία αναφορά των Ελλήνων από την Θεοδοσιούπολη του Πόντου προς την κυβέρνηση της Άγκυρας την 1η Μαΐου 1921 (την περίοδο που ο νικηφόρος στρατός της Ελλάδας απειλούσε άμεσα και την ίδια την Άγκυρα) που υπέγραφαν ο εφημέριος παπά Γερμανός και έντεκα πρόκριτοι, ζητούσαν την αποκοπή τους από το Πατριαρχείο, το οποίο τους είχε εγκαταλείψει αβοήθητους, ενώ τονίζονταν ότι έκανε προσπάθεια να τους «εξελληνίσει». Η αναφορά περιλάμβανε αίτημά τους για την ίδρυση του δικού τους καθαρά τουρκικού ορθοδόξου πατριαρχείου με έδρα περιοχή που η κεμαλική κυβέρνηση θα αποφάσιζε. Την αρχική αδιαφορία της για το συγκεκριμένο αίτημα, πολύ γρήγορα διαδέχθηκε η ανάγκη υλοποίησης του, όταν νέος Οικουμενικός Πατριάρχης εκλέχθηκε ο Μελέτιος Δ΄. Ο Γ. Πρίντζιπας εύστοχα σημειώνει: «Στο πρόσωπο του νέου Πατριάρχη είδε όχι έναν θρησκευτικό αρχηγό, αλλά έναν εκπρόσωπο πολιτικής μερίδας που είχε σκοπό τη διάλυση του τουρκικού κράτους. Στην ουσία είδε έναν θρησκευτικό Βενιζέλο. Έτσι ο Κεμάλ την εκλογή αυτή τη θεώρησε ως πρόκληση. Αυτό είχε ως συνέπεια την επίσπευση των εξελίξεων»[7].

Η λύση δόθηκε την επόμενη ημέρα της εκλογής του Μελετίου Δ΄  όπου παρουσιάστηκαν στο Μουσταφά Κεμάλ οι πρώτες προτάσεις για τη δημιουργία Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου. Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου επιστρατεύτηκε ο ορθόδοξος ιερέας Ευθύμιος Καραχισαρίδης, Έλληνας από το Ακ Νταγ Ματέν, αργότερα με το τουρκοποιημένο όνομα παπα-Ευθύμ και με επίθετο Ερένερολ ώστε να δείχνει τουρκικής καταγωγής. Ο βουλευτής Ανδριανουπόλεως Σερέφ Βέης αφού φρόντισε να αθωωθεί από το δικαστήριο στρατολόγησε τον παπα-Ευθύμ στην παράταξη του Κεμάλ και εισηγήθηκε την ιδέα ίδρυσης Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου υπό τον παπα-Ευθύμ[8].

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και το επαναστατικό κίνημα του Σεπτέμβρη του 1922 προσπάθησε να αποσπάσει την άδεια για την μεταφορά του Πατριαρχείου στην Ελληνική επικράτεια. Όμως, τον Ιανουάριο του 1923 ο Βενιζέλος είχε ενημερώσει την τουρκική πλευρά ότι μόλις τελείωνε το ζήτημα της ανταλλαγής των πληθυσμών και τα δύο κράτη συμφωνούσαν το Πατριαρχείο  να παραμείνει, ο Μεταξάκης θα υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Μελέτιος τότε δέχθηκε ισχυρές πιέσεις και έφυγε από την Κωνσταντινούπολη αναλαμβάνοντας τοποτηρητής ο μητροπολίτης Καισαρείας Νικόλαος. Ο παπα-Ευθύμ στις 2 Οκτωβρίου την ημέρα που οι συμμαχικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από την Κωνσταντινούπολη, μαζί με οπαδούς του με την ανοχή και βοήθεια της τουρκικής αστυνομίας κατέλαβαν το Πατριαρχείο και υποχρέωσαν την Ιερά Σύνοδο να κηρύξει τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ έκπτωτο, αλλάζοντας την σύνθεση της. Στη συνέχεια, πήγε στην Άγκυρα ως εκπρόσωπος της. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος πήγε στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να πείσει τον Μεταξάκη να παραιτηθεί από το θρόνο του. Τελικά, ο Μελέτιος παραιτήθηκε και το τουρκικό κράτος ζήτησε από την Ιερά Σύνοδο να εκλέξει καινούργιο πατριάρχη που θα είχε τουρκική υπηκοότητα[9].

Ένα από τα καυτά προβλήματα που αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος μετά την μικρασιατική καταστροφή, ήταν η οικιστική αποκατάσταση των  προσφυγικών οικογενειών που κατέφυγαν στο ελληνικό κράτος. Με το συγκεκριμένο ζήτημα ασχολήθηκαν εκτός από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας, η Κοινωνία των Εθνών και τα ξένα κράτη. Αυτή την εποχή ιδρύθηκαν από το ελληνικό δημόσιο στις 3-11-1922 το «Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων» και από την Κοινωνία των Εθνών στις 29-9-1923 η «Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων».  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα έδειξε προσωπικά ο  Πατριάρχης Μελέτιος Δ΄  ο οποίος με το υπ’ αριθ. 7092/8-11-1922 έγγραφο του ίδρυσε την Τοποτηρητεία της Ιεράς Μητροπόλεως της επαρχίας Σμύρνης με έδρα την Αθήνα. Τοποτηρητής ανέλαβε ο πρόσφυγας κληρικός αρχιμανδρίτης Βασίλειος Παπαδόπουλος ή Παπαδημητρίου (ο οποίος υπήρξε αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου) προϊστάμενος του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης. Η δράση του υπήρξε καθοριστική για τη δημιουργία του καινούργιου πρότυπου προσφυγικού συνοικισμού, ενώ η Τοποτηρητεία Σμύρνης ήταν ο πρώτος φορέας που επιφορτίστηκε για την κατασκευή ενός τέτοιου οικισμού για τον προσφυγικό πληθυσμό. Στις αρμοδιότητες της Τοποτηρητείας, περιλαμβάνονταν η διεκδίκηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας και των διαφόρων κληροδοτημάτων, που ήταν κατατεθειμένα στις τράπεζες στην περιοχή της Ανατολής καθώς και της διεκδίκησης νόμιμων αποζημιώσεων από το ταμείο των ανταλλάξιμων περιουσιών[10].

 

[1] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Τα δημοσιεύματα των φιλοβενιζελικών αθηναϊκών εφημερίδων για τον Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη (1918-1920), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2018, σελ. 717-721.

[2] Ανδρέας Φυτράκης, Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, Αθήνα 1973, χ. ε., σελ. 23.

[3] Ανδρέας Νανάκης (μητρ.), Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ύστερη Οθωμανική αυτοκρατορία. Από την εθναρχία στο έθνος, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 130-131.

[4] Ανδρέας Νανάκης (διάκονος νυν μητρ.), Η χηρεία του Οικουμενικού θρόνου και η εκλογή του Μελετίου Μεταξάκη 1918-1922, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 108-110.

[5] Ανδρέας Φυτράκης, Ο Οικουμενικός…, ό. π., σ. 26-28.

[6] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, μετάφραση Ξανθόπουλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998 (4), σ. 364 -366.

[7] Γ. Πρίντζιπας, Οι Τουρκορθόδοξοι, εκδόσεις Σαΐτης,  Αθήνα 2018, σελ. 32-33.

[8] Γ. Πρίντζιπας, Οι Τουρκορθόδοξοι, ό. π., σελ. 33-35.

[9] D. Dakin, Η ενοποίηση…, ό. π., σελ. 367-369.

[10] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Από τη δημοκρατία στη δικτατορία των συνταγματαρχών: Η περίπτωση του μητροπολίτη Φλωρίνης Βασιλείου, Αδημοσίευτη Μεταπτυχιακή Εργασία, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα 2019, σελ. 48 – 50.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close