Αρχική » Εκκλησία της Κύπρου: από τη Λατινοκρατία στην Οθωμανική κυριαρχία – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Εκκλησία της Κύπρου: από τη Λατινοκρατία στην Οθωμανική κυριαρχία – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη

από ikivotos

Μια  σημαντική εποχή της Εκκλησιαστικής της Ιστορίας της Κύπρου, υπήρξε η εποχή της Φραγκοκρατίας ή Λατινοκρατίας που άρχισε τον 12ο αιώνα, με τη Μεγαλόνησο να είναι  ένα φράγκικο βασίλειο, που αναγκαστικά  υπάγονταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη, ενώ  κατοικούνταν σχεδόν ολόκληρο από Ορθοδόξους Έλληνες. Η  μεγαλύτερη αναστάτωση προκλήθηκε από την διάθεση της υποταγής εξ’ ολοκλήρου της αυτοκέφαλης Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Ρώμη. Μετά την Άλωση της Πόλης τον Απρίλιο του 1204 με την Δ΄ σταυροφορία, η εκλογή του Θωμά Μοροζίνη ως Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως αύξησε μεταξύ των ρωμαιοκαθολικών τις διαμάχες για τον εκκλησιαστικό έλεγχο της Κύπρου. Ο ίδιος, ζητούσε να ασκήσει την εξουσία του στην  Λατινική Εκκλησία της. Ο πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄ ήταν αρνητικός σε αυτήν την εξέλιξη, αφού πίστευε πως  ανήκε εκκλησιαστικά στη Ρώμη, ενώ απαίτησε υπαχθεί κάτω από την δικαιοδοσία των Λατίνων αρχιερέων. Ο πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄ αρχικά είχε καταδικάσει την λεηλασία της Πόλης από τους σταυροφόρους. Όμως, πολύ σύντομα άλλαξε άποψη αντιλαμβανόμενος ότι η φυγή του Ορθόδοξου Πατριάρχη μαζί με τον αυτοκράτορα εκτός Κωνσταντινούπολης, θα άνοιγε το δρόμο για την εκκλησιαστική ένωση της Ανατολής με τη Δύση με τους δικούς του αυτή τη φορά όρους. Το μεγαλύτερο πλήγμα το δέχθηκε πιο  νωρίς  η Κύπρος στην Γ΄ σταυροφορία.  Ήδη, από το έτος 1196 ο πάπας  Κελεστίνος Γ΄ αδιαφόρησε ανοικτά για το Κανονικό Δίκαιο,  και κατήργησε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου. Ο πάπας Ονώριος Γ΄ αποφάσισε το  1221  οι Ορθόδοξοι αρχιερείς από 14 που ήταν να μειωθούν σε τέσσερεις, έγιναν βοηθοί επίσκοποι των Λατίνων, σύμφωνα με αυτά που ίσχυαν τότε στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Έτσι, οι Ορθόδοξοι επίσκοποι  έφυγαν από τις πόλεις και πήγαν  σε περιφερειακές κωμοπόλεις. Στις 13-5-1231 ο αρχιεπίσκοπος  Ευστόργιος de Montaigu, έδωσε διαταγή να καούν 13 Ορθόδοξοι μοναχοί της Κύπρου. Ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ τους μοναχούς που δεν δέχονταν τα άζυμα τους αντιμετώπιζε ως αιρετικούς.  Μετά τη Σύνοδο της Λευκωσίας το έτος 1340  οι  Κύπριοι αρχιερείς πιέστηκαν και αναγκαστικά άλλαξαν το δόγμα τους και δέχθηκαν αναγκαστικά το ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Η  απουσία προκαθημένων στην Εκκλησία της Κύπρου από το 1291 μέχρι το 1360 ήταν απτό δείγμα της γενικής απαξίωσης της Εκκλησίας στην Κύπρο. Το έτος 1357 ο πάπας της Ρώμης Παύλος Δ΄  απορούσε για την τόσο μεγάλη αδιαφορία των προκατόχων του στο παρελθόν για την εκκλησιαστική κατάσταση της νήσου. Ο αρχιεπίσκοπος Φίλιππος de Chambarlhac,  υπέγραψε δύο διατάγματα για να απαγορεύσει τους μεικτούς γάμους  στο νησί. Ο ίδιος αποφάσισε το 1359 να αναγκάσει τους Ορθόδοξους επισκόπους, να δεχθούν το παπικό χρίσμα εντός του ναού Αγίας Σοφίας στην Λευκωσία. Όμως, οι Ορθόδοξοι  αντέδρασαν και αποπειράθηκαν να τον κάψουν ζωντανό. Το νησί έγινε ο πόλος έλξης των αντιπαλαμιστών, μεταξύ αυτών και ο Ιωάννης Κυπαρισσιώτης. Οι  Λατίνοι θεολόγοι γνώρισαν τη θεολογική σκέψη  του Γρηγόριου του Παλαμά από τον Δημήτριο Κυδώνη και άλλους  αντιπαλαμιστές θεολόγους που βρίσκονταν εκεί εξόριστοι.  Ήταν μια  δύσκολη περίοδος, επειδή το έβλεπαν ως σύνορο τους με την Ανατολή οι Λατίνοι, και ως σφήνα της Δύσης στην Ανατολή οι Ορθόδοξοι. Το  βασίλειο των Λουζινιάν (1191-1571) δεν κατάφερε να αποτελέσει μια γέφυρα για έναν γόνιμο διάλογο γνωριμίας μεταξύ των θεολόγων σε  Ανατολή και Δύση.  Ας μην ξεχνάμε ότι από τους πρώτους κιόλας αιώνες ο χριστιανισμός βιώθηκε διαφορετικά τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση ακόμα και πριν το οριστικό σχίσμα το 1054. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αντίθεση των κατοίκων της Κύπρου να διοικούνται από αλλοεθνείς μη Ορθόδοξους τόσο πολιτικά όσο και εκκλησιαστικά, η πίστη τους πως οι Φράγκοι ήταν αιρετικοί, η οικονομική αφαίμαξη της νήσου και η προσοχή της Ρώμης μόνο  στους βασιλείς και όχι στον απλό λαό, είχε ως αποτέλεσμα η Εκκλησία της Κύπρου να θεωρείται αιχμάλωτη[1].

Η εποχή της  κατάκτησης της νήσου από τους Φράγκους και τους Ενετούς (1260 – 1571)  ήταν μια περίοδος συνεχόμενων αναταράξεων, αποκόπτοντας την Ορθόδοξη Εκκλησία από  τα υπόλοιπα Πατριαρχεία, αφού καταργήθηκε το αυτοκέφαλο της και έγινε σχισματική. Όταν το νησί πέρασε στον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένα χρόνο αργότερα το 1572 συνήλθε Σύνοδος Ορθοδόξων Πατριαρχών στην Κωνσταντινούπολη  και αποκαταστάθηκε ξανά το αυτοκέφαλο της.  Κατά το παρελθόν είχαν γίνει κάποιες κινήσεις να λυθεί το ζήτημα αλλά η σθεναρή αντίσταση του Ιωσήφ Βρυεννίου δεν άφησε κανένα περιθώριο και οι προσπάθειες αυτές δεν ευοδώθηκαν. Όμως, η αποχώρηση των Λατίνων και η υπαγωγή της Κύπρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία άλλαξε τα πράγματα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης  Ιερεμίας Β΄ συγκάλεσε Ενδημούσα Σύνοδο με παρόντες τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας Σιλβέστρο (1569 – 1590)  Ιεροσολύμων Γερμανό (1543 – 1579)  τον τοποτηρητή  του Πατριαρχείου Αντιοχείας  μητροπολίτη Λαοδικείας και με την παρουσία άλλων 50  ιεραρχών, αναγνώρισαν την Εκκλησία της Κύπρου και προέβησαν  στη χειροτονία νέου αρχιεπισκόπου Κύπρου[2].

Η Υψηλή Πύλη πριν ακόμα συμπληρωθεί ένας αιώνας Οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί, λόγω των διαφόρων αντίξοων συνθηκών που επικρατούσαν αποφάσισε την εκχώρηση στους αρχιερείς του νησιού της αναγνώρισης τους ως «εφόρων και επιτρόπων του Ραγιά» με στόχο να καθησυχάσουν τους ελάχιστους Κύπριους που είχαν απομείνει στο νησί εξαιτίας των θανάτων, των μετακινήσεων του πληθυσμού και της βαρύτατης φορολογίας. Έτσι, οι κάτοικοι θα αισθάνονταν ότι οι επίσκοποι τους προστάτευαν έναντι των άλλων άδικων πρακτικών όσων κατείχαν την εξουσία. Ο Α. Παπαβασιλείου σημειώνει: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η από μέρους της Πύλης αναγνώρισης της εθναρχικής ιδιότητας και των παλαιών προνομίων της Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου, όπως η υπογραφή του Αρχιεπισκόπου με κιννάβαρη εμψύχωσε το λαό όσο και την Ηγεσία του, δηλαδή τον Αρχιεπίσκοπο και Εθνάρχη της Κύπρου […]»[3].

Για την Κύπρο  ο 17ος αιώνας αποτελεί ορόσημο για την  στροφή της εκκλησιαστικής της ηγεσίας στην ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών διαμορφώνοντας σε γενικές γραμμές την θρησκευτική και πολιτική λειτουργία του εκκλησιαστικού οργανισμού, στις σχέσεις Εκκλησίας και Οθωμανικού κράτους. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την πολιτική κίνηση του πρώτου αρχιεπισκόπου Κύπρου Τιμοθέου επί Οθωμανικής κυριαρχίας και της  στροφή του στο δυτικό κόσμο ζητώντας έμπρακτη βοήθεια για την απελευθέρωση του νησιού. Η στροφή προς τον βασιλικό οίκο της Σαβοΐας και τον Ισπανό βασιλιά, ήταν η πρόσφορη θετική λύση για κλήρο και λαό το χρονικό εκείνο διάστημα, αφού ο οίκος της Σαβοΐας ήταν ο νόμιμος  διεκδικητής του Βασιλείου της Κύπρου από τον 15ο αιώνα. Ας μην ξεχνάμε ότι η βασίλισσα της Κύπρου Καρλόττα του οίκου των Λουζινιάν (1458 – 1460) μετά το γάμο της με τον Λουδοβίκο της Σαβοΐας, αποφάσισε (δύο χρόνια πριν αποβιώσει) να κληροδοτήσει  στο οίκο της Σαβοΐας τα δικαιώματα της επί του βασιλείου της. Έτσι, στηριζόμενοι σε αυτό οι Κύπριοι αρχιερείς άρχισαν από τον Κύπρου Τιμόθεο το 1587 μέχρι τον αρχιεπίσκοπο Νικηφόρο το  1670 να στέλνουν διαρκώς έγγραφα στην Ισπανία για αυτό το σκοπό. Συνολικά υπήρξαν 13 επιστολές ιεραρχών με όμοιο περιεχόμενο. Όμως, σημαντική υπήρξε και η φιλική  στάση πολλών ιεραρχών στη διάρκεια του ίδιου αιώνα, απέναντι στη Ρώμη[4].

Η Εκκλησία της Κύπρου κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό κατείχε όλα τα προνόμια που είχαν αποσπάσει οι χριστιανοί από τον Μωάμεθ  μετά την Άλωση του 1453. Σημαντικό ρόλο στην πορεία και στην  ιστορία της Μεγαλονήσου έπαιξε η Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας όσο και της Αγγλοκρατίας. Στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί όπως ο Μ. Μιχαήλ γράφει: «[…] Ειδικότερα, σε σχέση με την Εκκλησία της Κύπρου και τους αρχιερείς της, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο οι πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα να ήταν μία περίοδος κορύφωσης της διαδικασίας συγκρότησης της Εκκλησίας της Κύπρου ως ενός ισχυρού θεσμού πολιτικής εξουσίας»[5].

Η Επανάσταση του 1821 είχε οδυνηρές συνέπειες τόσο για την Εκκλησία όσο και για το λαό. Ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, οι τρεις μητροπολίτες ο Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος και Κυρηνείας Λαυρέντιος μαζί με πολλούς ιερείς και λαϊκούς  έχασαν τη ζωή τους στη μεγάλη σφαγή που άρχισε στις 9 Ιουλίου 1821. Σύμφωνα με τον Π. Κιτρομηλίδη: «Η εκατόμβη της 9ης Ιουλίου προσέφερε κατά τους κατοπινούς χρόνους την κληρονομιά των εθνομαρτύρων ως σπόρο για την ανάπτυξη του ελληνικού εθνικισμού στην Κύπρο»[6].  

Η περίοδος από την έναρξη του Αγώνα του 1821 μέχρι την απαλλαγή της Κύπρου  από τους  Οθωμανούς και την παράδοσή της σε ένα νέο αποικιοκράτη κηδεμόνα της την Αγγλία το 1878 η Κύπρος προσπαθούσε να ανασυνταχθεί, ενώ η δεκαετία της έναρξης του Αγώνα του 1821 χαρακτηρίζεται γενικότερα από ένα κλίμα παρατεταμένης αστάθειας με τρεις αρχιεπισκόπους να εναλλάσσονται στο τιμόνι της κυπριακής Εκκλησίας. Ο καινούριος  αρχιεπίσκοπος Κύπρου Πανάρετος (1827 – 1840)  ηγήθηκε για ένα αρκετό σχετικά διάστημα της Εκκλησίας στο νησί, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανασυγκρότηση του εκκλησιαστικού οργανισμού και παράλληλα ηγήθηκε της σύγκλησης δύο συνελεύσεων το 1830 και το 1839. Ο αρχιεπίσκοπος  Κύπρου Πανάρετος μαζί με τους υπολοίπους αρχιερείς έγραψαν γράμμα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια για να αρχίσει τις διαδικασίες ώστε, η Κύπρος να ενταχθεί άμεσα στην ελληνική επικράτεια. Από τότε ολόκληρη η Κύπρος κλήρος και λαός, θα έχουν ως πυξίδα τους σε όλη την περίοδο από την  Επανάσταση του 1821 μέχρι την ανεξαρτησία του νησιού με την ίδρυση του νεοσύστατου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 αυτό το όραμα την Ένωση τους με την Ελλάδα δεν ευοδώθηκε, με αποτέλεσμα οι Κύπριοι να νιώθουν ιστορικά αδικαίωτοι, αφού είναι από τους λαούς που τελικά αδικήθηκαν από την Ιστορία [7].

Όμως, μια ακόμα κρίση ξέσπασε στο νησί με αφορμή τα νέα για την κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου το 1853. Ο αναβρασμός μεταξύ των Κυπρίων σε συνδυασμό με τα έντονα αισθήματα του απλού λαού για την τσαρική Ρωσία, δυσκολεύοντας τη θέση του αρχιεπισκόπου Κύπρου, απέναντι στην Οθωμανική διοίκηση. Ο Οθωμανός διοικητής απαίτησε από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κύριλλο Α΄, να απειλήσει το ποίμνιό του με αφορισμό εάν θα συνέχιζαν να αμφισβητούν την κυριαρχία του σουλτάνου. Μετά τη βύθιση του στόλου των Οθωμανών (30 – 11 – 1853) κυκλοφόρησαν φυλλάδια που καλούσαν τους Κύπριους στα όπλα.  Ο Κύπρου Κύριλλος Α΄, έδιωξε από τη Ελληνική Σχολή Λευκωσίας τον καθηγητή Επαμεινώνδα Φραγκούλη που θεωρήθηκε ως ο εμπνευστής όλης αυτής της καταστάσεως. Ο Πασάς βοήθησε να εκτονωθεί η έκρυθμη κατάσταση διαβεβαιώνοντας ότι ο Κύπρου τον είχε από πριν ενημερώσει για όλα αυτά. Αξιομνημόνευτος παραμένει ο οραματισμός του για την ίδρυση Θεολογικής Σχολής στην Κύπρο. Όμως, η ανυπαρξία ενός ισχυρού ανδρός και ικανού θεολόγου ώστε, να αναλάβει αυτό το σπουδαίο εγχείρημα σε συνδυασμό με το θάνατό του, δεν επέτρεψαν στην ίδρυση της Θεολογικής Σχολής στη Μεγαλόνησο. Η αρνητική  αντιμετώπιση του αιτήματος από τις Οθωμανικές αρχές να επιτραπεί η σορός του να μεταφερθεί από την Ι. Μ. Αγίου Ηρακλειδίου  όπου πέθανε για να ταφεί στη Λευκωσία «εις τους δια τους αρχιεπισκόπους αφιερωμένους τάφους» δείχνει τη δυσαρέσκεια των Οθωμανικών αρχών για το πρόσωπό του. Διάδοχός του εξελέγη ο Μακάριος Α΄ (1854 – 1865)[8].

     Παραπομπές: 

[1] P. Edbury, To Βασίλειο της Κύπρου και οι Σταυροφορίες 1191 – 1374, μετάφραση Άγγελ Νικολάου Κόνναρη,       εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 2003, σελ. 107 – 111. Βλ. D. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261 – 1453, μετάφραση Στάθης Κομνηνός, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2005(4), σελ. 26 – 27. Βλ., Φ. Κουρίτος (διάκονος), Η Ορθόδοξος Εκκλησίας εν Κύπρω επί Φραγκοκρατίας. Εκ του Τυπογραφείου της «Φωνής της Κύπρου» 1907, [Ανατύπωση Βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα MCMLXXXII], σελ. 30 – 32. Βλ. Β. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία. Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τ. Β΄, Αθήναι 1998(2), χ. ε., σελ. 370 – 371.

[2] Α. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία. Η Εκκλησία της Κύπρου στο παρελθόν και στο παρόν, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 46 – 47.

[3] Ανδρέου Παπαβασιλείου, Η προσφορά της Εκκλησίας μας για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας (Από άποψη εθνική και εκπαιδευτική), Αθήνα 1991, σελ. 8 – 11, (Ανάτυπο)

[4] Ανδρέας Π. Βίττης, Εκκλησία Κύπρου. Η Ιστορία της –  Η Ιστορία της Κύπρου. Πρωτοχριστιανική /  Ρωμαϊκή περίοδος, Βυζαντινή περίοδος, Λατινοκρατία, Οθωμανοκρατία, τόμος Α΄, εκδόσεις Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού, χ. τ., 2024, σελ.324 – 327.

[5] Μιχάλης Μιχαήλ, Οι εξεγέρσεις ως πεδίο διαπραγμάτευσης της εξουσίας. Οθωμανική Κύπρος, 1804 – 1841, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2016, σελ. 37.

[6] Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Θρησκεία και πολιτική στον Ορθόδοξο κόσμο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι προκλήσεις της νεωτερικότητας, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 114 – 115.

[7] Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Θρησκεία…, ό. π., σελ. 116 – 117.

[8] Ανδρέας Π. Βίττης, Εκκλησία Κύπρου…, ό. π., σελ. 456 – 459.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close