Η δικτατορία των συνταγματαρχών παρέλαβε το κυπριακό στη φάση επανάληψης των διμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που είχαν σταματήσει το Δεκέμβριο του 1966. Οι Απριλιανοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ΄ από την αρχή της επικράτησης του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Εξάλλου, η πλειοψηφία των Κυπρίων την περίοδο εκείνη δεν ήθελε πλέον την πολυπόθητη Ένωση με την Ελλάδα αφού στο τιμόνι της χώρας βρέθηκαν δικτάτορες. Ένα σημαντικό ποσοστό του κυπριακού λαού ψήφιζε ΑΚΕΛ την ίδια στιγμή που στην Αθήνα η πλειοψηφία των αξιωματικών δεν επιθυμούσε την ύπαρξη ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, αλλά την Ένωση με την Ελλάδα για ευνόητους λόγους. Η κήρυξη στρατιωτικού νόμου στην Ελλάδα, έφερε απέναντι τις κυβερνήσεις Αθηνών Λευκωσίας. Οι Κύπριοι άρχισαν να πιστεύουν ότι οι στρατοκράτες στην Αθήνα θα διοργάνωναν ένα παρόμοιο πραξικόπημα στο νησί με την αμέριστη συμπαράσταση του στρατηγού Γρίβα, ώστε, να εξασφαλίσουν το οποιοδήποτε αντάλλαγμα ήθελε η άλλη πλευρά. Η επανάληψη των επαφών της Ελλάδας με την Τουρκία θα φέρει αντιδράσεις από την Βουλή των αντιπροσώπων της Κύπρου, με τις εφημερίδες της Αθήνας να ακολουθούν τις υποδείξεις του καθεστώτος ώστε, να δημιουργούν το κατάλληλο για εκείνους απαιτούμενο κλίμα. Τόσο η ΕΣΣΔ όσο και η Αγγλία ανησυχούσαν ότι θα ξεσπούσαν συγκρούσεις, με απρόβλεπτες συνέπειες αφού η Τουρκία θα είχε στρατιωτική εμπλοκή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι Απριλιανοί αποφάσισαν να αλλάξουν στάση αναβάλλοντας το πραξικόπημα εγκαινιάζοντας μια νέα πολιτική, της εξουδετέρωσης των αριστερών δυνάμεων που στήριζαν τον Κύπριο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στα μέσα Ιουλίου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ ενημέρωσε τους Αμερικανούς, ότι η επιθυμία της χώρας του δεν ήταν η άμεση ανατροπή του Μακάριου Γ΄ , αλλά η συμφωνία με την Τουρκία για Ένωση. Όμως, εάν ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου δεν δεχόταν μια τέτοια εξέλιξη θα ανατρέπονταν. Με την ίδια γραμμή συντάχθηκε και ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ που μόλις είχε ανέλθει στο μητροπολιτικό θρόνο της Αθήνας με τις ανάλογες μεθοδεύσεις της στρατιωτική δικτατορίας. Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ στην επίσημη επίσκεψή του στην Κύπρο υιοθέτησε παρόμοια ρητορική με τους δικτάτορες της Αθήνας[1].
Η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε για δεύτερη φορά να προμηθευτεί όπλα από την κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας. Η παραγγελία έγινε κάτω από άκρα μυστικότητα για ευνόητους λόγους. Ο οπλισμός μεταφέρθηκε κρυφά στο λιμάνι του Ξερού στις 21 Ιανουαρίου 1972. Οι αρχές αρχικά αποφάσισαν οι 287 τόνοι του οπλισμού να μεταφερθούν στα μεταλλεία του Μυστερού και να τοποθετηθούν στις αποθήκες του μεταλλείου, με την αιτιολογία ότι ήταν εκρηκτικές ύλες για να χρησιμοποιηθούν στις μελλοντικές εξορύξεις. Στη συνέχεια, μόλις αποκαλύφθηκε η αλήθεια ότι έγινε απόπειρα αρπαγής του οπλισμού από τα μεταλλεία από τους ανθρώπους του Γρίβα, μεταφέρθηκαν τα όπλα στα υπόγεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου για περισσότερη ασφάλεια. Η δικτάτορες στην Αθήνα θορυβήθηκαν για μια ακόμα φορά και ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Λευκωσία Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος παρέδωσε διάβημα της κυβέρνησής του στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ απαιτώντας, να δοθεί άμεσα όλος ο οπλισμός στην Εθνική Φρουρά. Όμως, ο Μακάριος Γ΄ αρνήθηκε να προβεί σε μια τέτοια κίνηση, λέγοντας ότι ο οπλισμός θα πήγαινε μέσω της Εθνικής Φρουράς τελικά στα χέρια των ανδρών της ΕΟΚΑ Β΄. Ο αντιπολιτευόμενος Τύπος στην Κύπρο (οι εφημερίδες «Πατρίς» και «Γνώμη») έγραφε ότι ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου θα παρέδιδε τελικά τον οπλισμό στους κομμουνιστές. Λίγο αργότερα η κυβέρνηση της Αθήνας στις 8 Φεβρουαρίου 1972 συγκάλεσε σύσκεψη υπό την προεδρία του αντιβασιλέα Ζωϊτάκη και παρουσία των Γ. Παπαδόπουλου, Στ. Πατακού, Μακαρέζου, του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, του πρεσβευτή της Ελλάδος στην Κύπρο κ.α., με σκοπό να βρουν λύση στο μεγάλο πρόβλημα που είχε ανακύψει. Στη σύσκεψη αποφασίσθηκε να ζητήσουν από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να παραδώσει άμεσα στον ΟΗΕ τον οπλισμό για να μην υπάρξουν νέα προβλήματα. Στη Διακοίνωσή τους προς τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ του θύμισαν ότι το εθνικό κέντρο ήταν μόνο η Αθήνα και άρα αυτό έπαιρνε τις αποφάσεις. Οι δικτάτορες πίστευαν ότι τον οπλισμό τον χρειαζόταν ο αρχιεπίσκοπος μόνο και μόνο για να διατηρηθεί στην εξουσία. Ο Μακάριος Γ΄ ήταν σίγουρος ότι οι δικτάτορες στην Αθήνα υπήρξαν μεγαλύτερος κίνδυνος για τον ίδιο και το νησί παρά η Τουρκία. Ο πρεσβευτής της Ελλάδας διαβίβασε στον αρχιεπίσκοπο προφορικό μήνυμα της Αθήνας που απαιτούσε την αποχώρηση από την πολιτική σκηνή του τόπου, τόσο του Μακαρίου Γ΄ όσο και του στρατηγού Γρίβα για να επέλθει στο εσωτερικό η πολυπόθητη ειρήνη. Στις 14 – 03- 1972 ο Κύπρου Μακάριος Γ΄ έστειλε ένα γράμμα στο Γεώργιο Παπαδόπουλο ως απάντηση στη Διακοίνωση της Αθήνας. Ο Πρόεδρος της Κύπρου αποδεχόταν να θέσει τον οπλισμό κάτω από την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, θα σκεπτόταν την θέση της Ελλάδας να σχηματισθεί κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας για να αποτραπούν τα χειρότερα, ακόμα και εάν πίστευε ότι αυτή η εξέλιξη θα ήταν αντισυνταγματική. Επίσης, τους ενημέρωνε ότι πολλοί εκ των αξιωματικών του ελληνικού στρατού (ΕΛΔΥΚ) ήταν μπλεγμένοι σε διάφορες έκνομες δραστηριότητες κατά της κυβερνήσεως του. Όταν ο πρεσβευτής Κ. Παναγιωτάκος βρισκόταν στην Αθήνα συναντήθηκε με τον πρεσβευτή της Άγκυρας στην πρωτεύουσα της Ελλάδας Turkmen, και τον ενημέρωσε ότι η κυβέρνηση της Αθήνας σχεδίαζε να ανατρέψει τον Κύπριο Πρόεδρο και πως για αυτό το σκοπό οι δικτάτορες είχε προσεγγίσει τους τρεις μητροπολίτες στην Κύπρο, που δέχθηκαν την συνεργασία με τους με τους δικτάτορες και ήλπιζαν σε ένα θετικό για όλους αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, του εκμυστηρεύτηκε ότι υπήρχε σχέδιο για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είχαν προσεγγίσει τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α΄ Κοτσώνη επειδή, θα έπρεπε να συνεργαστεί αναγκαστικά και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος μαζί τους για την επίτευξη του συγκεκριμένου τους στόχου[2].
Την παρουσία της ελληνικής μεραρχίας στην πρωτεύουσα της Κύπρου κάποιοι πολιτικοί κύκλοι στη Μεγαλόνησο την είδαν ως μια σιωπηρή προσπάθεια η κυβέρνηση της Αθήνας να χειραγωγήσει τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄. Βέβαια, το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό αφού οι διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία γινόταν δυσχερής ενώ ο Πρόεδρος αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ στράφηκε στο Ανατολικό μπλοκ για να εξοπλίσει το κράτος του. Στο παρελθόν, το Σεπτέμβριο του 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωσε ότι « […] η Ένωση έρχεται και με βατήρα την Κύπρο ο Ελληνισμός θα συνεχίσει την πορεία του στη Μέση Ανατολή στα ίχνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Βέβαια, η Τουρκία απάντησε εμπράκτως σε μια τέτοια δήλωση εξαπολύοντας τον Σεπτέμβριο του 1964 πρωτοφανή διωγμό του ελληνικού μειονοτικού στοιχείου της Πόλης, προάγγελο για τις διαθέσεις της Τουρκίας στο εγγύς μέλλον και για τους σχεδιασμούς της στη Μεγαλόνησο. Οι προετοιμασίες απέδωσαν καρπούς για την απέναντι πλευρά, όταν η δικτατορία των συνταγματαρχών στην Ελλάδα έδωσε το άλλοθι στην Τουρκία το 1974 να υλοποιήσει τα σχέδιά της για μία επέμβαση και κατοχή. Λίγα χρόνια πριν το 1967 τα γεγονότα στην Κοφίνου και στους Αγίους Θεοδώρους έφεραν αναγκαστικά την επέμβαση των κυπριακών αρχών μετά από κοινή απόφαση του αρχιεπίσκοπου Μακαρίου Γ΄ και του στρατηγού Γρίβα με στόχο την εκκαθάριση των τουρκοκυπριακών θυλάκων, όταν οι δεύτεροι είχαν αποκλείσει το δρομολόγιο Λευκωσίας – Λεμεσού. Η ελληνική κυβέρνηση υπέκυψε στις πιέσεις που η Τουρκία διαρκώς αύξανε με την απειλή της στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο, και απέσυρε την ελληνική μεραρχία από το νησί. Σε αυτή την περίπτωση οι πιέσεις τόσο της ΕΣΣΔ όσο και των ΗΠΑ προς την τουρκική κυβέρνηση, απέδωσαν προς όφελος της Ελλάδας. Το Φεβρουάριο του 1974 η δοτή κυβέρνηση του δοτού πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου που οι πραξικοπηματίες διόρισαν, έγιναν αποδέκτες των απόψεων κάποιων Ελλήνων διπλωματών, που είχαν σκοπό να φοβίσουν την δικτατορική κυβέρνηση, λέγοντας ότι η όξυνση περαιτέρω των σχέσεων μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου, θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και στην ελληνική Ορθόδοξη μειονότητα στην Τουρκία, που θα γινόταν για μια ακόμα φορά στόχος των Τούρκων που έψαχναν μια νέα ευκαιρία. Ο διορισμένος από τον αόρατο δικτάτορα ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, δοτός πρωθυπουργός Α. Ανδρουτσόπουλος τον Ιανουάριο του 1974, διαβεβαίωνε τον πρεσβευτή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ελλάδα ότι η κυβέρνησή του, ταυτίζεται απόλυτα με την γραμμή που χάραξε ο Κύπριος Πρόεδρος. Τον ίδιο μήνα πέθανε ο αρχηγός της ΕΟΚΑ στρατηγός Γρίβας με την οργάνωση γνωστή ως ΕΟΚΑ Β΄ να περνάει στα χέρια αδιάλλακτων και να γίνεται ακόμα περισσότερο επικίνδυνη. Στις 5 Ιουλίου 1974 ο Κύπρου Μακάριος Γ΄ έδωσε συνέντευξη Τύπου και επιτέθηκε ανοικτά στη δικτατορία, ενώ την επομένη δόθηκε στη δημοσιότητα η επιστολή του προς τον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη. Σε λίγο θα ξεσπούσε το πραξικόπημα στην Κύπρο από τους Έλληνες αξιωματικούς, με όργανό τους την Εθνική Φρουρά με ολέθρια αποτελέσματα για το σύνολο του ελληνισμού[3].
Μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, αξιοποιώντας στο έπακρο την εκκλησιαστική διπλωματία ο αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβος, με τηλεγράφημά του προς τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ στις 14 Αυγούστου 1974, κατάγγειλε την τουρκική εισβολή, και τον προέτρεψε να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια η συνείδησή του θα του επέτρεπε υπέρ των δοκιμαζομένων Κυπρίων. Ο αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβος ήταν ήδη γνωστός στους κόλπους του κράτους του Βατικανού, διότι στο παρελθόν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, του ανέθεσε ως απεσταλμένος του να επισκεφθεί την Αγία Έδρα και να συναντηθεί με τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄, ώστε, να συνομιλήσει για το μεγαλύτερο αγκάθι στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών, αυτό του αλάθητου και του Πρωτείου του Πάπα της Ρώμης, που δίχαζαν το χριστιανικό κόσμο και απομάκρυναν το ενδεχόμενο της ένωσης των Ορθοδόξων και των ρωμαιοκαθολικών στο εγγύς μέλλον[4].
[1] Σ. Ριζάς, Οι Ηνωμένες Πολιτείες η δικτατορία των συνταγματαρχών και το κυπριακό ζήτημα 1967 – 1974, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004. σελ. 32 – 37.
[2] Κ. Τοφαλλής, Νεότερη Ιστορία της Κύπρου. Από την Αγγλοκρατία (1878) μέχρι σήμερα, χ. τ., 2010, χ. ε., σελ.256 – 263.
[3] Π. Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την τουρκική εισβολή (1959 – 1974), στην Ιστορία του ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σελ. 464 – 483.
[4] Γ. Λιάντας, Εγχειρίδιο θεμάτων εκκλησιαστικής πολιτικής, διπλωματίας & εθιμοτυπίας υπό το πρίσμα των διορθόδοξων & διαχριστιανικών σχέσεων, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2024, σελ. 85 – 88.
