Μιὰ νεκρικὴ πομπὴ εἶναι μιὰ πορεία θλιβερὴ ὁ τραγικὸς ἐπίλογος μιᾶς πάλης, ὅπου ὁ θάνατος εἶναι ὁ νικητής. Οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν νεκρὸ νέο τῆς Ναΐν καὶ τὴν συντετριμμένη μητέρα του, παρουσιάζονται σιωπηλοί.
Ὁ ἄνθρωπος στέκει ἐμβρόντητος μπροστὰ στὸν θάνατο, ποὺ ἔρχεται σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ θέτει τέρμα σ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ λέγεται ζωή. Ἀποτελεῖ τὸ «φοβερώτατον μυστήριον», κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό.
Τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ τὸν ἀντικρύζει κατάπληκτο καὶ φωνάζει μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο: «Τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ;».
Καὶ τὰ πιὸ μεγάλα ἀνθρώπινα πνεύματα, ποὺ ἡ σκέψη τους ἦταν φωτεινὴ σὲ πλῆθος ἄλλα ζητήματα, μπροστὰ στὸν θάνατο ἔμειναν ἄφωνα. Σὰν ἀφελῆ μικρὰ παιδιά, ποὺ στέκουν μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα μπροστὰ σὲ πράγματα δυσεξήγητα, ψέλλισαν λίγα λόγια, ἀλλὰ δὲ μπόρεσαν νὰ εἰσδύσουν στὸ ἀπύθμενο μυστήριο τοῦ θανάτου.
Δὲν εἶπαν κάτι οὐσιαστικὸ ποὺ νὰ διαλύει τά ζοφερὰ σκοτάδια ποὺ τὸν περιτυλίγουν. Καὶ ὅλων τῶν σοφῶν ἡ σοφία γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ ζήτημα νὰ μαζευτεῖ, δὲν θὰ κατορθώσει νὰ δώσει οὔτε ἕναν σπινθῆρα φωτός, γιὰ νὰ φωτίσει ἔστω καὶ γιὰ λίγο τὸ σκοτάδι ποὺ περιζώνει τόν θάνατο.
Στὴν ἴδια καὶ χειρότερη θέση βρίσκεται ἡ ἀνθρώπινη καρδιά. Αὐτὴ πληγώνεται βαθύτερα ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ θανάτου. Καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ παραδεχθεῖ ὅτι ὄντως κάποτε θὰ πεθάνουμε, ἀλλὰ ἡ καρδιὰ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἰδέα αὐτή.
Ὅ ἄνθρωπος δὲ μπόρεσε μόνος του νὰ ξεδιαλύνει τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Εὐτυχῶς ὅμως ἔρχεται κάποιος Ἄλλος νὰ ρίξει φώς. Προκειμένου νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ θάνατο, ὁ Χριστὸς δὲν ἄρχισε φιλοσοφικὲς συζητήσεις καὶ δὲν ἀράδιασε συλλογισμοὺς καὶ ἐπιχειρήματα ἀνθρώπινα. Στάθηκε πρὶν ἀπ’ ὅλα δίπλα στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, ποὺ πονοῦσε γιὰ τὸ νεκρὸ παιδὶ καὶ πόνεσε κι Αὐτὸς μαζί της.
Ὅ Χριστὸς «ἐσπλαχνίσθη» τὴν πληγωμένη μητέρα ἀπ’ τὸν χαμὸ τοῦ παιδιοῦ της ∙ μὲ στὸργὴ καὶ ἀγάπη τῆς ἀπηύθυνε τὸ: «μὴ κλαῖε». Δὲν περιορίστηκε ὅμως στὰ παρηγορητικὰ λόγια. Μὲ δύναμη καὶ ἐξουσία θεϊκὴ εἶπε στὸν νεκρό: «νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι».
Κι ἐκεῖνος ξύπνησε σὰν ἀπὸ ὕπνο ἐλαφρὸ καὶ ξαναγύρισε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του.
