Αρχική » Επισκέψεις στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων

Επισκέψεις στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων

από ikivotos

Τὴν Τετάρτην, 1ην/ 14ην Ὀκτωβρίου 2026, ὁ Μακαριώτατος Πατήρ ἡμῶν καί Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος  ἐδέχθη:

Τόν Ἡγούμενον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Λύδδης Ἀρχιμανδρίτην π. Διονύσιον.

Τόν Ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χοζεβᾶ Ἀρχιμανδρίτην π. Κωνσταντῖνον.

Τόν Ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Συμεών Κατά Μόνας Ἀρχιμανδρίτην π. Παρθένιον.

Οἱ ὡς ἄνω Πατέρες συνεζήτησαν μετά τοῦ Μακαριωτάτου θέματα τῶν Μονῶν αὐτῶν.

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Μακαριώτατος ἐδέχθη τόν κ. Μάριον Σταύρου ἀντιπρόσωπον τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας εἰς τὴν Ραμάλλαν. Εἰς τὴν συνάντησιν ταύτην συνεζητήθησαν θέματα ἀφορῶντα εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Μέσης Ἀναστολῆς καὶ ἐτονίσθη ἡ ἀγαστή συνεργασία τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, Κύπρου καὶ Ἱεροσολύμων. Ὁ Μακαριώτατος ἀνεφέρθη εἰς τόν πολύπτυχον ρόλον τοῦ Πατριαρχείου εἰς τὴν Ἁγίαν Γῆν, εἰρηνευτικόν, ἐκπαιδευτικόν, πολιτιστικόν καὶ ἐπέδωσεν εἰς τόν κ. Σταύρου Ἱεροσολυμιτικά ἐνθύμια καὶ τὴν εὐλογίαν διά προσκύνησιν εἰς τόν Πανίερον Ναόν τῆς Ἀναστάσεως.

Τήν Πέμπτην, 2αν / 15ην Ὀκτωβρίου 2026, ὁ Μακαριώτατος Πατήρ ἡμῶν καί Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ἐδέχθη πεντηκονταμελῆ ὁμάδα ἐκπαιδευτικῶν ὅλων τῶν θρησκευτικῶν δογμάτων ἐκ τοῦ Βορείου Ἰσραήλ ὑπό τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Ἄκκρης – Πτολεμαΐδος κ. Μακάριον μετά τοῦ π. Θεοδοσίου Μαχούλη, Προϊσταμένου τῆς Κοινότητος τοῦ Κούφρ Σμέα καί τοῦ π. Γεωργίου Μανσούρ. Οὗτοι ἐξέθεσαν εἰς τόν Μακαριώτατον τό ἐκπαιδευτικόν ἔργον αὐτῶν καί τά προκύπτοντα προβλήματα ἐν αὐτῷ.

Πρός τούτους ἀπηύθυνε λόγον ὁ Μακαριώτατος ὡς ἕπεται:

«Μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς ὑποδεχόμεθα σήμερον εἰς τὴν καθέδραν τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων ἐκλεκτοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἐκπαιδευτικῆς Κοινότητος, γυναῖκας καθηγητάς, αἱ ὁποῖαι μὲ εὐσυνειδησίαν, ἀφοσίωσιν καὶ ὑψηλὸν αἴσθημα εὐθύνης διακονοῦν τὰ γράμματα καὶ τὴν παιδείαν, ἐπιτελοῦντες ἔργον ὑψίστης σημασίας διὰ τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν συγκρότησιν τῆς νέας γενεᾶς.

Ἡ παρουσία ὑμῶν παρέχει εἰς ἡμᾶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπογραμμίσωμεν τὴν ἰδιαιτέραν ἀξίαν τῆς παιδείας, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μέσον ἀποκτήσεως γνώσεων, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχήν ὁδὸν πνευματικῆς καλλιεργείας, ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας καὶ ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἡ ἀποστολὴ τοῦ διδασκάλου συνδέεται πρὸς τὸ διαχρονικὸν παράγγελμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8,32).

Πράγματι, ἡ γνῶσις ἀνοίγει τοὺς ὁρίζοντας τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως καὶ καθιστᾷ τὸν ἄνθρωπον ἱκανὸν νὰ αναζητῇ καί νὰ διακρίνῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἡ δὲ ἀλήθεια, κατὰ τὴν πληρεστέραν αὐτῆς χριστιανικὴν ἔννοιαν, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς διανοητικὴν κατάκτησιν, ἀλλὰ δύναμιν ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὰς προκαταλήψεις, τὴν μισαλλοδοξίαν καὶ κάθε μορφὴν πνευματικῆς ἀνελευθερίας.

Ἡ παιδεία, ἑπομένως, συνιστᾷ ὕψιστον ἀγαθὸν καὶ θεῖον δῶρον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖ τὰς θεοσδότους δυνάμεις του, ἀναπτύσσει τὴν κριτικὴν του ἱκανότητα καὶ καθίσταται κοινωνὸς τῶν πνευματικῶν θησαυρῶν. Τοῦτο ἀποκτᾷ ἰδιαιτέραν σημασίαν, ἐὰν ἀναλογισθῶμεν ὅτι καὶ ἡ ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ ἱστορίᾳ ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μετεδόθη διὰ τοῦ λόγου. Τὸ θεῖον μήνυμα, κηρυχθὲν ἀρχικῶς διὰ τῆς ζώσης προφορικῆς παραδόσεως, κατεγράφη, διεφυλάχθη καὶ παρεδόθη εἰς τὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ γραπτοῦ λόγου τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν, τῆς Παλαιᾶς τε καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ὁ λόγος, συνεπῶς, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ὄργανον ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ φορέα ἀληθείας, ἱστορικῆς μνήμης καὶ πνευματικῆς παρακαταθήκης. Διὰ τοῦ λόγου ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀτομικῆς του ὑπάρξεως, μετέχει εἰς τὴν ἐμπειρίαν τῶν προηγουμένων γενεῶν καὶ μεταλαμπαδεύει εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς ὅσα ἡ ἀνθρωπίνη σοφία καὶ ἡ θεία ἀποκάλυψις τοῦ ἐνεπιστεύθησαν.

Δὲν εἶναι, ἄλλωστε, τυχαῖον ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης διαπιστώνει ὅτι «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται» (Μετὰ τὰ Φυσικά, Α΄, 1,980a21), ἀναγνωρίζων τὴν ἔμφυτον πρὸς τήν γνῶσιν ροπὴν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δὲ χριστιανικὴ θεολογία προσδίδει εἰς τὸν Λόγον τὴν ὑψίστην ὀντολογικὴν Του διάστασιν διὰ τῆς εὐαγγελικῆς διακηρύξεως «Ἐν ἀρχὴ ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω. 1,1). Οὕτως, ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ παράδοσις καὶ ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία, χωρὶς νὰ ταυτίζωνται, ἀναδεικνύουν τήν βαθυτάτην σημασίαν τοῦ λόγου εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ νοήματος τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως.

Ἡ ἀπόκτησις, ὅμως, τῆς γνώσεως καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς δὲν ἀποτελοῦν καρποὺς εὐχεροῦς καὶ ἀκοπιάστου προσπαθείας. Ἀπαιτοῦν μόχθον, ἐπιμονήν, πειθαρχίαν καὶ προσωπικὴν θυσίαν. Ἤδη ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψις συνδέει τὴν κατάκτησιν τῶν ἀγαθῶν μὲ τὸν κόπον, ἐν ᾧ ὁ ἱερὸς Ψαλμῳδὸς διακηρύσσει: «οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν», (Ψαλμ. 125,5).

Εἰς τὴν ψαλμικὴν αὐτὴν εἰκόνα ἀναγνωρίζομεν τὴν ἰδίαν τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ. Ὁ διδάσκαλος σπείρει καθημερινῶς, συχνάκις, μὲ κόπον ἀφανῆ καὶ θυσίας ἀθεάτους, τὸν σπόρον τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀρετῆς εἰς τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν του. Οἱ καρποὶ τῆς προσφορᾶς του ἐνδέχεται νὰ μὴ γίνουν ἀμέσως ὁρατοί· παραμένουν, ὅμως, ζωντανοὶ εἰς τὴν σκέψιν, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς μελλοντικὰς ἐπιλογὰς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐκλήθη νὰ διαπαιδαγωγήσῃ.

Πλὴν ὅμως, ἡ γνῶσις, ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὴν ἠθικο-πνευματικήν εὐθύνην, δύναται νὰ καταστῇ στείρα ἢ ἀκόμη καὶ ἐπιζήμιος. Ἐξ οὗ καὶ ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος ὑπενθυμίζει μὲ ἀπαράμιλλον συντομίαν: «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. 8,1). Εἰς τὸν λόγον αὐτὸν ἀποκαλύπτεται τὸ οὐσιῶδες μέτρον τῆς αὐθεντικῆς παιδείας: δὲν ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γνωρίζῃ περισσότερα· ὀφείλει, διὰ τῆς γνώσεως, νὰ καθίσταται σοφώτερος, δικαιότερος καὶ ἀνθρωπινώτερος.

Τοῦτο καθίσταται ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρον εἰς τὴν ἐποχὴν μας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ραγδαία ἀνάπτυξις τῆς τεχνολογίας καὶ ἡ ἀπεριόριστος σχεδὸν πρόσβασις εἰς τὴν πληροφορίαν δὲν συνεπάγονται αὐτομάτως καὶ τὴν καλλιέργειαν τῆς κρίσεως. Ἡ πληροφορία δύναται νὰ ἀποθηκεύηται καὶ νὰ ἀναπαράγηται διὰ τεχνικῶν μέσων,· ἡ σοφία, ὅμως, ἡ διάκρισις καὶ τὸ ἦθος προϋποθέτουν ζῶσαν παιδαγωγικὴν σχέσιν, προσωπικὸν παράδειγμα καὶ αὐθεντικὴν κοινωνίαν προσώπων.

Διὰ τοῦτο, ὁ διδάσκαλος παραμένει ἀναντικατάστατος. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μεταδότης γνώσεων, ἀλλὰ παιδαγωγὸς τῆς ἐλευθερίας, καλλιεργητὴς συνειδήσεων καὶ θεματοφύλακας ἀξιῶν, αἱ ὁποῖαι διασφαλίζουν τὴν συνέχειαν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν συνοχὴν τῆς κοινωνίας.

Ἐκ τῆς Ἁγίας Σιών, ὅπου ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος ἐδίδαξε τὴν ἀλήθειαν, ἐφανέρωσε τὴν ἀγάπην καὶ διὰ τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως ἀνέδειξε τὸ πλήρωμα τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, ἐκφράζομεν πρὸς ὑμᾶς τὴν εὐαρέσκειαν καὶ τὴν πατρικὴν ἡμῶν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν πολύτιμον προσφορὰν σας εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τῇ διαμόρφωσιν τῆς νέας γενεάς.

Εὐχόμεθα, ὅπως ὁ Θεὸς ἐνισχύῃ τὸ εὐγενὲς ἔργον σας, φωτίζῃ τήν διάνοιαν καὶ τὴν καρδίαν σας καὶ εὐλογῆ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων σας.

Διότι ἡ ἀληθινὴ παιδεία δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τήν μετάδοσιν τῆς γνώσεως, ἀλλὰ ὁλοκληρώνεται, ὅταν ἡ γνῶσις γίνεται σοφία, ὁ λόγος γίνεται κοινωνία καὶ ἡ ἀλήθεια γίνεται ἐλευθερία».

Ἀκολούθως ὁ Μακαριώτατος ἐδέχθη καί ἐκαλωσώρισε τόν π. Γρηγόριον καί τόν π. Ἠλίαν, παρεπιδημοῦντας ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως  Κασσανδρείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τάς Πατρικάς καί Πατριαρχικάς Αὐτοῦ εὐλογίας.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close